Παρασκευή 29 Μαΐου 2020





Η ΑΛΛΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ




6η συνέχεια



Ο ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ



Η Λένα είχε σταυρώσει τα δάκτυλα της και άκουγε τη γιαγιά Μίνα με μεγάλη προσοχή. Είχε αρχίσει να πιστεύει πως ότι της έλεγε ήταν αληθινό κι όχι το όνειρο μιας νύχτας, που κρατάει τόσο λίγο κι ας φαντάζει πως είναι μια ολόκληρη ζωή.  Σκεφτόταν πως είχε γυρίσει πίσω στο παρελθόν, πως η ζωή της περνούσε από μπροστά της σαν κινηματογραφική ταινία κι εκείνη διηγούταν το κάθε τι με τόσες λεπτομέρειες, σα να ήταν χθες. Έμοιαζε πως ξαναζούσε ακόμα μια φορά την αλήθεια και το όνειρο.  



- Η σχολική χρονιά τέλειωσε και ήρθε το καλοκαίρι. Η πιο όμορφη περίοδος για μας, γιατί ήταν περίοδος ξενοιασιάς και παιχνιδιού. Τα δίδυμα ξανάρθαν. Είχαμε προγραμματίσει ένα καλοκαίρι πολύ δημιουργικό. Το πρωί θα πηγαίναμε στη θάλασσα,  και το απόγευμα θα ετοιμάζαμε το θέατρο. Μου είχαν αναθέσει μάλιστα να γράψω ένα θεατρικό έργο και να το παίξουμε στο τέλος των διακοπών.

- Και το έγραψες;

-Ήταν γνωστό πως δεν ήξερα να γράφω θεατρικά έργα και η φαντασία μου περιοριζόταν μόνο σε μικρά διηγήματα και κάποια στιγμή θυμωμένη τα παράτησα. Μερικές μέρες πέρασαν έτσι χωρίς τίποτε το σημαντικό. Ο Πέτρος πάντως  κράτησε την υπόσχεση του και κάλεσε τον φίλο του, τον σαξοφωνίστα.

 Τι να ‘κανε όμως; Αφού δεν υπήρχε σενάριο άρα δεν μπορούσε να υπάρξει και θέατρο.

Είχαμε τελειώσει το μεσημεριανό μας. Η μητέρα μας έβλεπε πως κάτι συνέβαινε και προσπαθούσε να μας διασκεδάσει, κάνοντας διάφορα αστεία, που εγώ προσωπικά τα εύρισκα πολύ ανιαρά. Το ήξερε πως δεν έγραφα πια και ότι ήμουν θυμωμένη. Μετά από λίγο ρώτησε τον Πέτρο:

 «Σήμερα δε θα έρθει ο φίλος σου; που θα σας βοηθήσει στο θέατρο;» Δε πρόλαβε να απαντήσει γιατί μίλησα εγώ στη θέση του.

 «Ποιο θέατρο; αφού δεν υπάρχει πια» έκανα νευριασμένη.

 Δε μου έδωσε καμιά σημασία, σα να μη με άκουσε και συνέχισε, κοιτάζοντας πάντα τον Πέτρο.

            «Λέω να τον βάλουμε να κοιμάται μαζί σου, στο ίδιο δωμάτιο. Τι λες;»

            «Συμφωνώ» απάντησε εκείνος. Μετά από λίγο ανεβήκαμε και οι πέντε στη σοφίτα και περιμέναμε τον Φίλιππο…, το πότε θα ‘ρθει. Είχε περάσει πολύ ώρα χωρίς να κάνουμε τίποτε και ίσως ήταν η πρώτη φορά, που νοιώθαμε τόσο αμήχανα.

“Άραγε τι να έφταιγε; Η αναμονή; ή ότι ήμουν θυμωμένη; Ίσως και τα δύο. Ίσως τώρα ο φίλος του Πέτρου να γινόταν αρχηγός κι εμείς που είχαμε πρώτες την ιδέα του θεάτρου τι θα κάναμε; Θα μέναμε στην άκρη; Και τι ήταν το σαξόφωνο; Σίγουρα δε θα μου άρεσε. Oύτε είχα ακούσει ποτέ να παίζουν. Σιγά… και τι μ’ ένοιαζε” συλλογίστηκα.

 Αλλά σε λίγο, σαν κάτι να ερχόταν από πολύ μακριά. Ακούστηκε μια γλυκιά μελωδία που την έπαιρνε ο άνεμος και την έφερνε κοντά μας και πάλι την έπαιρνε μαζί του  και ξαναέφευγε πριν προλάβουμε να την ακούσουμε και πάλι ξαναερχόταν.  

            «Αυτός είναι!» φώναξε η Ανθή, τόσο δυνατά που τρόμαξαν τα πουλιά και άρχισαν να πετούν μακριά. Όσο πιο μακριά μπορούσαν, ώσπου χάθηκαν από τα μάτια μας. Τρέξαμε στο παράθυρο. Σπρωχνόμασταν, προσπαθώντας να δούμε τον Φίλιππο, που ήδη μας είχε συνεπάρει με τη μουσική του. Τα πουλιά ξαναγύρισαν και ήρεμα πια στάθηκαν πάνω στα κλαδιά.

Ο ήλιος σαν πελώριος κόκκινος δίσκος κατέβαινε παραμερίζοντας όλα τα εμπόδια κι εκεί, μπροστά σ’ αυτό το δίσκο, που μ’ έκαιγε τα μάτια, τον είδα, χωρίς να μπορώ να διακρίνω χαρακτηριστικά, μια λεπτή ψηλή, μαύρη σιλουέτα να παίζει σαξόφωνο και να σκορπά νότες που απλώνονταν και μετά όλες μαζί έμπαιναν μέσα στη σοφίτα κι έμεναν εκεί. Στάθηκε στην καγκελόπορτα. Τα δίδυμα φώναζαν, ενώ συγχρόνως κουνούσαν τα χέρια τους.

            «Εδώ είμαστε! Φίλιππε…, εδώ…!»

            Σήκωσε το βλέμμα του προς τα πάνω. Κοιταχτήκαμε. Η καρδιά μου κτύπησε  δυνατά, τόσο πολύ που νόμιζα πως ακούστηκε. Τρέχοντας κατεβήκαμε τις μαρμάρινες σκάλες. Κοιτάχτηκα στους μεγάλους καθρέφτες. Αισθάνθηκα άσκημη και πως δε θα άρεσα σε κανένα. “Αλλά αργά δεν είναι ποτέ, για τίποτε” σκέφθηκα. Έφτιαξα τα μαλλιά μου και δάγκασα τα χείλη μου για να κοκκινίσουν. Τα δίδυμα άνοιξαν την εξώπορτα και ο Φίλιππος βρέθηκε μπροστά μας.

            «Να σου γνωρίσω τις ξαδέλφες μου» είπε ο Πέτρος. Τότε.... από κοντά είδα πως δεν ήταν σαν κι εμάς. Δεν ήταν λευκός. Ήταν μαύρος.

            - Μαύρος; Όπως οι μαύροι της Αφρικής γιαγιά;

            - Ναι. Μόνο που δεν είχε χοντρή μύτη και δεν ήταν τόσο σκούρος. Τότε θυμήθηκα πως ο Πέτρος μας είχε πει ότι δεν είναι λευκός. Αλλά εγώ δε τον πίστεψα. Ίσως και να αδιαφόρησα τότε.

Η μητέρα τον καλωσόρισε, όπως καλωσόριζε όλους μας τους φίλους. Πόσο λοιπόν περισσότερο αυτόν, που είχε ακούσει τόσα καλά λόγια από τη θεία μας κι εμπιστευόταν την κρίση της. Μετά από λίγο ο Πέτρος και η Ανθή τον πήραν επάνω να του δείξουν το δωμάτιο κι εμείς κατεβήκαμε στον κήπο. Η μια κοίταζε την άλλη. Χαμογελούσαμε και σχολιάζαμε ψιθυριστά για τον φίλο τους.



Εκείνο το καλοκαίρι ήταν πολύ ζεστό. Το αεράκι που ερχόταν απ’ το δάσος με τα ψηλά δένδρα δε βοηθούσε καθόλου, ακόμα και τα λουλούδια μαραίνονταν από τον καύσωνα καθώς έχαναν την δροσιά τους. Ο Τζοντ δεν ήξερε που να βρει μέρος να ησυχάσει αφού όλα έκαιγαν. Ερχόταν λοιπόν μαζί μας κάτω απ’ το μεγάλο πεύκο του  κήπου, που έδινε πυκνή σκιά, ξάπλωνε και μας άκουγε με μεγάλη προσοχή, καθώς  μιλάγαμε για τη ζωή του θεάτρου. Με τον Φίλιππο γίνηκαν αμέσως φίλοι και τον ακολουθούσε παντού, όπου κι αν πήγαινε. Καθόταν κάτω απ’ την καρέκλα του. Ανέβαινε στο κρεβάτι του ή και ακόμα έτρωγε μαζί του, στο τραπέζι κι εκείνος το χάιδευε κι έπαιζε. Του πέταγε μπαλίτσες κι εκείνο έτρεχε να του τις φέρει πίσω. Χαίρονταν και οι δυο. Το έβλεπες στα μάτια τους.

            Πραγματικά ο Φίλιππος ήταν πολύ καλό παιδί. Είχαν δίκιο τα ξαδέλφια μου. Όταν του δείξαμε το σπιτάκι του παππού ενθουσιάστηκε. Δεν πίστευε αυτό που έβλεπε. Του δέσαμε τα μάτια, σα να παίζαμε τυφλόμυγα και τον πήγαμε μέσα, στα σκοτεινά. Μετά του τα λύσαμε κι ανάψαμε τα φώτα. Έμεινε μ’ ανοιχτό το στόμα.

            «Αυτό είναι αληθινό θέατρο!» έκανε με θαυμασμό.

            Τώρα που το είδα κι εγώ, έτσι ξαφνικά. Ένοιωσα ένα ρίγος, σα να ήταν πλάι μου ο παππούς και χαιρόταν κι αυτός μαζί μας. Είμαι σίγουρη πως όλοι μας νοιώσαμε το ίδιο. Ήμασταν και οι έξι μπρος στη πόρτα και δε λέγαμε τίποτε, απλώς κοιτάζαμε αυτό, που εμείς οι ίδιοι είχαμε ονειρευτεί και τελικά, το είχαμε πραγματοποιήσει.            

            Τους τοίχους, τους είχαμε βάψει ροζ, πολύ ανοιχτό. Στα παράθυρα είχαμε βάλει λευκές, όμορφες κουρτίνες κι ανάμεσα από κάθε παράθυρο, φωτογραφίες από τη ζωή του παππού και τη δική μας. Οι καρέκλες είχαν ωραία ροζ καλύμματα, που έφταναν μέχρι κάτω και ακουμπούσαν στο κόκκινο χαλί, δίδοντας έτσι την αίσθηση, πως είναι  μικρές πολυθρόνες. Ενώ στο ταβάνι ο μεγάλος πολυέλαιος με τα κρύσταλλα που έλαμπαν, δημιουργούσε χρώματα σαν αυτά, του ουράνιο τόξου και απέναντι μας, η σκηνή. Σε μία λευκή στρογγυλή φλοκάτη, πολύ παχιά, ήταν το τραπέζι μ’ ένα τραπεζομάντιλο όλο λουλούδια μακρύ, ως τη γη, τέσσερις καρέκλες και γύρω γύρω παραβάν με ωραίες νταντέλες.

Ο Φίλιππος δε σταμάταγε να δείχνει τον ενθουσιασμό του. Πήγαινε μια στη μία γωνία μια στην άλλη. Άλλη φορά κοίταζε τις φωτογραφίες από κοντά και τα μάτια του υγραίνονταν κάθε φορά που έβλεπε τον παππού.        

            Τον πλησίασα.

«Αυτός είναι ο παππούς μου» του είπα, δείχνοντας μια από τις φωτογραφίες του τοίχου.

            «Το κατάλαβα, μου έχει μιλήσει ο Πέτρος…»

            «Α…! ναι…;» είπα, διακόπτοντας τον και βγήκα έξω. Σε λίγο με ακολούθησαν και οι υπόλοιποι.

            Η μέρα κύλησε γρήγορα. Πάντα, όταν έχεις κάποιον επισκέπτη σπίτι σου, οι ώρες τρέχουν, ενώ όταν είσαι μόνος, αργούν τόσο πολύ. Το βράδυ καθίσαμε όλοι μαζί στον κήπο και ο Φίλιππος μας μίλησε για τη ζωή του. Ήταν τόσο ελεύθερος άνθρωπος και μίλαγε τόσο ωραία! Δε χόρταινες να τον ακούς και ήθελε τόσα πολλά να μας πει κι εγώ ήθελα τόσο πολύ να τα’ ακούσω.

Η ώρα όμως είχε πια περάσει κι ανεβήκαμε στα δωμάτια μας για να κοιμηθούμε. Ξάπλωσα με τη σκέψη μου σ’ αυτά που μας είχε πει για την Αφρική.

Ονειρεύτηκα ζούγκλες με άγρια θηρία και σαρκοφάγα φυτά. Ποτάμια να μπαίνουν μέσα σε παρθένα δάση. Μαύρους επάνω σε σχεδίες και με ακόντια να κυνηγούν λιοντάρια. Ονειρεύτηκα λίμνες και παραδεισένια πτηνά. Ανθρώπους πάνω σε ελέφαντες και μέρη εξωτικά με πανύψηλα δένδρα και περίεργους καρπούς. Ονειρεύτηκα πυραμίδες και φοινικόδεντρα ν’ ακουμπούν τον ουρανό, έρημους και ξερά τοπία. Ξύπνησα, σηκώθηκα τρομαγμένη.

Πήγα στο ανοιχτό παράθυρο και κοίταξα έξω. Όλα ήταν τόσο ήσυχα και σκοτεινά, ακόμα και το φεγγάρι κοιμόταν. Κατέβηκα στον κήπο για να νοιώσω, όσο μπορούσα καλλίτερα, αυτή την ηρεμία που χάριζε η νύχτα. Το δωμάτιο του Πέτρου είχε φως. Πήρα ένα πετραδάκι και τους το πέταξα για να μ’ ακούσουν. Πλησίασαν στο παράθυρο να δουν τι συμβαίνει. Τους έκανα νόημα, κατέβηκαν στον κήπο. Καθίσαμε κάτω, στις σκάλες του σπιτιού, ως το χάραμα. Είπα στον Φίλιππο τι ονειρεύτηκα και γέλασαν.

            «Δεν είμαι άγριος, ούτε ζω στη ζούγκλα. Το σπίτι μας είναι μεγάλο κοντά στη θάλασσα. Η βεράντα του είναι κτισμένη πάνω σ’ ένα βράχο κι από εκεί μπορείς ν’ αγναντεύεις το πέλαγος ή να   βλέπεις πέρα… μακριά τον ορίζοντα».

            «Για τον ορίζοντα έγραψα μια μικρή ιστορία, για το θέατρο μας. Αλλά… δε την παίξαμε ποτέ. Δεν ξέρω να γράφω θεατρικά έργα και θέλω να μάθω» του είπα κι εκείνος ενώ συνέχισε να με κοιτάζει μου έπιασε τα χέρια λέγοντας μου:

            «Μπορούμε να γράψουμε κάτι μαζί, αν θέλεις;»

            «Και βέβαια θέλω!» απάντησα με ενθουσιασμό.

            Από τότε οι δυο μας γινήκαμε πολύ φίλοι. Κάθε βράδυ καθόμασταν μαζί και προσπαθούσαμε να δημιουργήσουμε όμορφες ιστορίες, που θα μπορούσαν να παιχτούν στο θέατρο μας. 

            Έτσι λοιπόν, το πρώτο μας σενάριο ήταν βγαλμένο μέσα από τα χρόνια που πέρασαν και μέσα από τα δικά μας όνειρα. Αυτά που δε θέλεις να σβήσουν το πρωί κι όταν ξυπνήσεις τα θυμάσαι και μέσα στο μυαλό σου συνεχίζεις να τα πλάθεις, μέχρι να γίνουν ένα κομμάτι του εαυτού σου και να πιστέψεις σ’ αυτά. Γιατί ακόμα δε γνωρίζεις πως όλα τα ωραία πράγματα κάποια στιγμή πεθαίνουν κι εσύ ο ίδιος μαθαίνεις να ζεις με τις αναμνήσεις και τότε βλέπεις, πως σιγά σιγά, αυτές οι αναμνήσεις γίνονται κομμάτι του εαυτού σου και σε ακολουθούν παντού.

            Ξεχασμένοι μέσα στις σελίδες ενός τετραδίου απολαμβάναμε το κάθε λεπτό που περνούσε, την κάθε γραμμή που γράφαμε. Κίνητρο μας ήταν μόνο η επιτυχία. Αυτό που ζητούσαμε προσπαθήσαμε να το ζωντανέψουμε μέσα σ’ ένα μονόπρακτο, που για τότε, ήταν το όνειρο της ζωής μας.                   

- Γιαγιά, θα ήθελα να σε ρωτήσω κάτι.

            - Τι να με ρωτήσεις;

            - Ξέρω πως ένα θεατρικό σου έργο παίχτηκε με μεγάλη επιτυχία και  πως τ’ όνομα σου έγινε πολύ γρήγορα γνωστό κι εγώ νοιώθω περήφανη, που λέω σε όλους, πως είσαι η δική μου γιαγιά. Πες μου όμως. Εκείνα που έγραψες τότε, τα θυμάσαι;

            - Εκείνο το τετράδιο το φύλαξα.

            - Δηλαδή; υπάρχει ακόμα;

            - Υπάρχει και θα στο χαρίσω. Έλα, πάμε να δεις.

            - Τώρα;

            - Ναι! Τώρα.

            - Και μετά θα μου πεις τη συνέχεια;

            - Θα σου την πω…



Η γιαγιά πήρε το μπαστούνι της και μαζί με την εγγονή της μπήκαν στο σπίτι. Ανέβηκαν τις μαρμάρινες σκάλες κι έφτασαν στη σοφίτα. Εκεί, μέσα σ’ ένα απ’ τα συρτάρια του κομοδίνου υπήρχε ένα κουτί από κόκκινο βελούδο δεμένο με ροζ κορδέλα. Τα χέρια της έτρεμαν καθώς το άνοιγε κι έβγαζε από μέσα ένα χοντρό μπλε τετράδιο που στην ετικέτα του έγραφε «η ζωή».

            - Το βλέπεις;

            - Ναι το βλέπω!

           

Η Λένα το πήρε και του έριξε μια γρήγορη ματιά ενώ ξεφύλλιζε τις σελίδες του που ήταν γεμάτες από τα χειρόγραφα της γιαγιάς της.     

            - Εδώ μέσα είναι η ζωή. Σου το χαρίζω. Να το χρησιμοποιήσεις σωστά.

            - Να είσαι σίγουρη γιαγιά, πως θα το φυλάξω και ποτέ, μα ποτέ δε θα πάθει τίποτε.

            - Δεν αρκεί να το φυλάξεις μέσα σ’ ένα συρτάρι, όπως έκανα εγώ. Πρέπει να ζωντανέψεις την κάθε του γραμμή, για να βρεθεί η μαγεία που κρύβουν οι λέξεις του και να γοητεύσεις αυτούς που θα το διαβάσουν. 

            - Και αυτό πως θα το κάνω;

            - Αυτό θα το βρεις μόνη σου. Να ξέρεις όμως, πως για να το καταφέρεις, θα πρέπει να γίνει δικός σου κόσμος.

           

Η γιαγιά Μίνα χαμογελώντας άφησε στα χέρια της Λένας  όλη της τη «ζωή» κι αυτό την ανακούφιζε γιατί ήξερε, πως δεν υπήρχαν πιο σίγουρα χέρια από αυτά της εγγονής της.

            Πίστευε πως μ’ αυτό τον τρόπο μετέφερε, από τον πιο μεγάλο στον πιο μικρό της οικογένειας, όχι μόνο μια σειρά γεγονότων, αλλά και τις αλήθειες που είναι κρυμμένες μέσα στην καρδιά και δεν τις ξέρει κανείς, μέχρι που χάνονται μαζί με σένα.

~~~~~~~~~~~~~~

Η Μίνα έλεγε πως έζησε όμορφα νεανικά χρόνια. Μέσα στα όνειρα της συναντούσε όλους αυτούς που τόσο είχε αγαπήσει, αλλά και που τόσο την αγάπησαν. 

 Ο Φίλιππος ήταν γι’ αυτήν κάτι περισσότερο από φίλος, αφού κοντά του στήριξε τα πιστεύω της. Κοντά του ένοιωσε πως είναι κι αυτή γυναίκα. Έλεγε μάλιστα πως κοντά του ξαναβρήκε το κουράγιο για να ξαναστήσουν το θέατρο, που καταστράφηκε με τη μεγάλη πυρκαγιά. Τίποτε απ’ αυτά δεν ξέχασε κι ας μη τον ξαναείδε, από τότε που έφυγε, στο τέλος του καλοκαιριού και γύρισε στην οικογένεια του, στην Αφρική.

Ο Πέτρος ήταν ο αγαπημένος της ξάδελφος. Από τον Πέτρο έμαθε ν’ αγαπά τη μουσική, είχε ένα βιολί και δεν το αποχωριζόταν ποτέ. Στεκόταν όρθιος μπροστά της κι έπαιζε όμορφες μελωδίες. Χάρη σ’ εκείνον ξεπέρασε τους φόβους της στο σκοτάδι.

 Υποστήριζε μάλιστα, πως χάρη σ’ εκείνον έζησε και βρήκε πάλι δύναμη, όταν χάθηκε μέσα στους δρόμους της ζωής της. Ήταν ο μόνος που δε την εγκατέλειψε ποτέ και παρ’ όλο που έφυγε για την Αλεξάνδρεια, όπως έλεγε εκείνη, όπου έμεινε εκεί για πάντα, εκείνος ήταν πλάι της. Όποτε τον χρειαζόταν.

Η Σοφούλα και η Λευκή έλεγε πάλι, που τόσο αγαπούσαν το θέατρο, το βαρέθηκαν γρήγορα και  παντρεύτηκαν πολύ μικρές κι έζησαν στην επαρχία ενώ εκείνη  έμεινε κοντά στους γονείς της και κοντά στη γιαγιά της, που έγινε η αφορμή τότε…παλιά  να ξαναζωντανέψει το χαμένο όνειρο του θεάτρου.

Το όνειρο όμως πλάθει τόσες διαφορετικές ιστορίες, που μπορεί κανείς να ξεχαστεί και να το μπερδέψει με τη ζωή του. Πολλές φορές και η ίδια αναρωτιόταν αν αυτό που έζησε ήταν κάποιο όνειρο ή όχι, μέχρι που κατέληγε να πιστεύει πως έζησε μόνο τις ομορφιές της ζωής.

 Όλα πια φαίνονταν πως είχαν τελειώσει, όχι όμως για τη Μίνα. Προσπαθούσε να βρει κάτι που της έλειπε. Ό, τι άκουγε, μετά το δημιουργούσε σε έργο. Βυθιζόταν μέσα στις σκέψεις της. Κλεινόταν στη σοφίτα, που είχε γίνει αποκλειστικά το δικό της δωμάτιο κι έγραφε… ή κατέβαινε στον κήπο και περιφερόταν σα φάντασμα. Μια, καθόταν κάτω απ’ το κιόσκι. Άλλοτε πάλι, κοίταζε τον ουρανό. Γιατί πίστευε, πως εκεί, κοντά σε κάποιο αστέρι, θα συναντήσει και τα βλέμματα των άλλων, που βρίσκονται μακριά της. Ο καιρός προχωρούσε και η Μίνα συνέχιζε να είναι μόνη. Μία σκέψη που ξεκίνησε κάποτε, για κάποιο θίασο, γινόταν τώρα πραγματικότητα μέσα στον ψυχικό της κόσμο.

 Ο ξαφνικός θάνατος της γιαγιάς της υπήρξε σταθμός στη ζωή της. Πέθανε τόσο ήρεμα. Εκεί που καθόταν, μπροστά στο τζάκι. Ήταν εκείνη, που το κατάλαβε πρώτη, οι άλλοι νόμιζαν πως κοιμόταν. Η κηδεία έγινε απόγευμα, ακριβώς την ώρα που ο ήλιος έριχνε τις ακτίνες του λοξά και διαπερνούσαν τα πολύχρωμα τζαμάκια της εκκλησίας με τους Αγίους κι ενώ η χορωδία έψελνε, τα στολισμένα λουλούδια μοσχομύριζαν, οι καμπάνες κτυπούσαν, από μπροστά της παρέλασαν τα πιο όμορφα χρόνια της ζωής της κι ανάμεσα στον καπνό του θυμιάματος και το άρωμα του, είδε όλα τα αγαπημένα της πρόσωπα και μέσα απ’ αυτή τη γαληνεμένη μορφή ενός ανθρώπου που δεν υπάρχει πια παρά ταξιδεύει πολύ μακριά, μέσα απ’ τα θλιμμένα μάτια των παρευρισκομένων, απ’ αυτά τα χρώματα του ήλιου, μέσα απ’  τους δαίμονες που έρχονται να ταράξουν τον ύπνο, αλλά και μέσα απ’ τα όμορφα όνειρα της νύχτας, κάτω από τ’ άστρα που φεγγοβολούν ή… σαν απ’ το βάθος της γης, ξεπρόβαλλε κάτι καινούριο γι’ αυτήν.

 Η Μίνα, όλ’ αυτά τα μάζεψε, σαν ένα μπουκέτο αγριολούλουδα που δε κλείνουν ποτέ, ούτε τη νύχτα. Τα κράτησε βαθιά μέσα στην ψυχή της και μετά από καιρό όταν ξανασυνάντησε τους αγαπημένους της μέσα στα σύννεφα και τις αστραπές, στο βάθος του ουρανού κι έζησε την ομορφιά, έγραψε μια ιστορία και την ονόμασε:

 «είδα το χρώμα της μουσικής».

~~~~~~~~~~~~~



-Γιαγιά, πως μπορεί να γράψει κανείς;

-Δε νομίζω, πως υπάρχει κανόνας.

-Εσύ, πως έγραφες;

- Με ενέπνεαν τα πουλιά που πετούσαν κι έφευγαν μακριά, μέχρι που χάνονταν από τα μάτια μου. Τα κύματα της θάλασσας που έσκαγαν στην ακρογιαλιά. Τα σύννεφα που άλλαζαν σχήμα. Τα λουλούδια που άνοιγαν κι έκλειναν.

 Άλλοτε πάλι, όταν με τον Φίλιππο περπατούσαμε στο δάσος και βλέπαμε τα φύλλα των δένδρων να κουνιούνται σε κάθε ελαφρύ φύσημα του ανέμου και το θρόισμα τους να κάνει παρέα με το γάργαρο νερό της πηγής, που έτρεχε πάντοτε κρύο και καθαρό ή καθώς παρατηρούσαμε τον ήλιο που πάντοτε εύρισκε τρόπο να περάσει και από τις πιο πυκνές φυλλωσιές,  καθόμασταν κάτω, στο χώμα και αρχίζαμε να γράφουμε ό,τι ωραίο ερχόταν στο μυαλό μας, να μη ξεχαστεί και χαθεί στο πέρασμα του χρόνου, βγαλμένο μέσα από αλήθειες, είτε από τη ζωή της φύσης είτε από τη ζωή των ανθρώπων και μετά όλες αυτές τις σκέψεις, τις ενώναμε δημιουργώντας ιστορίες.

Ένα βράδυ άρχισε να παίζει με το σαξόφωνο του δικές του μελωδίες και ήταν  όμορφες. Που κάποια στιγμή πίστεψα, πως όλα σταμάτησαν να κινούνται. Να μη γίνει θόρυβος και δε τον ακούσουν κι εγώ καθώς τον κοίταζα, σα να ήταν σκιά μπροστά στο ασημένιο φως του φεγγαριού, προσπαθούσα να βρω λέξεις, ώστε ο έρωτας για κάτι το άπιαστο να είναι τόσο δυνατός, που να υπερβαίνει τα σύνορα της Γης.

 Ίσως οι σκέψεις μας συναντήθηκαν, γύρισε προς το παράθυρο μου και με χαιρέτησε. Κατέβηκα στον κήπο.

            «Και ο Πέτρος παίζει ωραίο βιολί! »του είπα με περηφάνια για τον ξάδελφο μου.

            «Το ξέρω, παίζει με πάθος. Όταν τον ακούς, νομίζεις πως βρίσκεσαι μπροστά σε μια ολόκληρη ορχήστρα» πρόσθεσε.

 Μετά άφησε το σαξόφωνο του κάτω και με ρώτησε αν εγώ ξέρω να παίζω.

            «Όχι…,δεν παίζω τίποτα».

            «Πως κι έτσι; Αφού ο Πέτρος είναι τόσο καλός μουσικός και συνθέτει ωραία κομμάτια».

            «Τη μουσική την αγαπώ. Εκείνος μ’ έκανε να την αγαπήσω. Δεν έτυχε όμως να μάθω ούτε εγώ, ούτε οι αδελφές μου. Σκέπτομαι όμως να μάθω κι εγώ βιολί» έκανα χαμογελώντας.

            «Εγώ έμαθα κοντά στο παππού μου. Ήταν σπουδαίος σαξοφωνίστας και δάσκαλος. Είχε δικό του συγκρότημα. Μ’ έπαιρνε μαζί του, εκεί που δούλευε κι έτσι έμαθα να μεταδίδω κι εγώ στους άλλους, μέσω της μουσικής, τα πιο αγνά αισθήματα. Αυτά που σε ανεβάζουν ψηλά, γιατί πίστεψε με. Μόνο η μουσική είναι εκείνη που σε παρασύρει σε τόπους άγνωστους για σένα. Μόνο με τις νότες μπορείς να ταξιδέψεις πολύ μακριά και να μη σταματήσεις πουθενά.

Για τη μουσική δεν υπάρχουν σύνορα. Αγκαλιάζει τα πάντα.  

            Ο παππούς πέθανε σε μια μεγάλη συναυλία, παίζοντας το αγαπημένο του σαξόφωνο. Είχε δώσει όλο του τον εαυτό. Το πρόσωπο του ξεχείλιζε από αγάπη γι’ αυτό που πρόσφερε. Τα μάτια του δάκρυζαν μπροστά στο κοινό, που έβλεπε να κατακλύζει τα θέατρα για να τον ακούσει. Έφυγε απ’ αυτό τον κόσμο ευτυχισμένος γιατί ήξερε πως έπαιζε για τα πονεμένα παιδιά της Αφρικής και δεν ήταν η πρώτη φορά που έδινε τέτοιες συναυλίες.

 Ήμουν μικρός ακόμα. Θυμάμαι εκείνη τη μέρα, σα να ήταν  χθες.

 Ο κόσμος σηκώθηκε όρθιος και χειροκροτούσε και φώναζε: 

Σ’ αγαπάμε…

Εκείνος όμως δεν άκουγε πια. Η καρδιά του είχε σταματήσει και τα μάτια του δε σάλευαν.  Δεν μπόρεσα να ξεφύγω απ’ τη ζωή που έζησα μαζί του. Ορκίστηκα πως θα συνεχίσω το έργο του. Τα χρόνια πέρασαν. Το συγκρότημα διαλύθηκε. Ο κόσμος ξέχασε. Κι εγώ ήρθα εδώ, στην Ελλάδα, με τον πατέρα μου, δεν ξέχασα όμως και τώρα θα επιστρέψω για να πραγματοποιήσω την υπόσχεση μου».

             

Μετά μου μίλησε για την οικογένεια του. Μου είπε πως η μητέρα του είναι μαύρη κι ο πατέρας του λευκός, πως είχε πάει πολύ νέος εκεί  και πως είχε δουλέψει πολύ σκληρά για να φτιάξει αυτή την περιουσία που έχουν τώρα. Μου μίλησε για τ’ αδέλφια του και το πόσο αγαπημένα είναι.          

            Έφυγε το Σεπτέμβρη, αποφασισμένος πως ήταν το πιο σωστό που είχε να κάνει. Ήταν η πατρίδα του, μου έλεγε και ξανάλεγε. Ο τόπος που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Εκεί ήταν ένα μέρος της ζωής του, που το είχε αφήσει, όταν ήρθε στην Ελλάδα κι έπρεπε να γυρίσει πίσω, να το βρει.    

Εκείνο το καλοκαίρι ήταν και το τελευταίο που θα ήμασταν όλοι μαζί, αφού και τα δίδυμα τον ίδιο Σεπτέμβρη έφυγαν για την Αλεξάνδρεια, να βρουν τον πατέρα τους, που τόσα χρόνια έλειπε από κοντά τους και αυτό δεν μπορούσε να τους το απαγορεύσει κανείς.

Η ΠΥΡΚΑΓΙΑ

           

Το επόμενο πρωινό μας βρήκε όλους σύμφωνους, πως το μονότονο τραγούδι του τζίτζικα είναι πληχτικό και μας τρυπά και τ’ αυτιά μας. Αφήσαμε λοιπόν πίσω μας όλες τις σκέψεις που μας βασάνιζαν και αποφασίσαμε να αφεθούμε ελεύθεροι πια, στα δροσερά νερά της θάλασσας, που μας περίμενε και που είναι πάντα τόσο όμορφη, ιδίως το καλοκαίρι με τον ήλιο να καίει κι εσύ να έχεις τόσο ανάγκη να βουτήξεις μέσα στα γαλάζια της νερά. Να νοιώσεις το ελαφρύ κυματάκι ν’ αγκαλιάζει το κορμί σου και να παίξεις μαζί του. Να νοιώσεις την αλμύρα της και να κυλιστείς στην άμμο.

 Κάποτε, μου άρεσε και τον χειμώνα. Όταν φύσαγε ο δυνατός άνεμος και σήκωνε αυτή την ίδια άμμο σα σύννεφο και τα κύματα μπερδεύονταν μαζί της ή που φώναζαν καθώς έσκαγαν πάνω στους βράχους. Άνοιγα κι εγώ τα χέρια μου και νόμιζα πως χώραγε μέσα στην αγκαλιά μου.

Τώρα πια…, δε την αγαπώ. Προτιμώ την ηρεμία του βουνού. Τα δένδρα του, το αεράκι του. Ακόμα και τον αγριεμένο χειμώνα θέλω εδώ να τον περνώ και να βλέπω το χιόνι να πέφτει τόσο λευκό και να σωριάζεται κάτω ή να βαραίνει τα κλαδιά των γυμνών δένδρων.

Την εποχή εκείνη όμως η θάλασσα με τις αμμουδιές της ήταν η καλύτερη διασκέδαση μας. Όλα, μας φαίνονταν αστεία. Ακόμα και με τα πόδια μας γελάγαμε, που γυμνά όπως ήταν, έκαιγαν καθώς πατούσαμε πάνω στην καυτή άμμο και δε μπορούσαμε να περπατήσουμε και κοιτάζαμε ποιανού είναι τα πιο κόκκινα.

 Η μέρα κυλούσε όμορφα μαζί με τους δικούς μου ανθρώπους. Αυτούς που πάντα χαίρονταν να μ’ ακούν κι εγώ με τη σειρά μου χαιρόμουν να τους μιλάω και να λέω τις σκέψεις μου για οτιδήποτε, όσο απλό και να ήταν. Κολυμπήσαμε…, παίξαμε…, αφήσαμε τους εαυτούς μας ελεύθερους να χαρούν και να απολαύσουν κάθε ομορφιά.

 Ο Πέτρος είχε φέρει μαζί του το βιολί και μας έπαιζε διάφορα κομμάτια. Αλλά και ο Φίλιππος με το σαξόφωνο του μας κέρδισε για πολλοστή φορά. Μου φαινόταν περίεργο, το πώς κατάφερναν να συνδυάσουν τις μελωδίες αυτών των δύο τόσο διαφορετικών οργάνων, ώστε να ακούγεται κάτι το μοναδικό. Το απόγευμα σκαρφαλώσαμε στα βραχάκια και μείναμε εκεί μέχρι που ο ήλιος άρχισε να βουλιάζει μέσα στα χρυσαφένια νερά.

            «Αν ήταν αληθινό χρυσάφι θα στο χάριζα» μου είπε ο Φίλιππος, ενώ με κοίταζε στα μάτια. Μου έπιασε τα χέρια και με φίλησε.

Ύστερα μ’ αγκάλιασε. Ντράπηκα λίγο, τα μάγουλα μου κοκκίνισαν κι έκαιγαν. Γύρισα και είδα τον κατακόκκινο ουρανό, σα να ντράπηκε κι αυτός, μου φάνηκε. Μετά σήκωσε το χέρι του και με το δάκτυλο του μου έδειξε τα σύννεφα που χάνονταν προς το βάθος του.

«Κοίτα πως τρέχουν!» μου είπε.

«Σα φλεγόμενα πλοία τ’ ουρανού» πρόσθεσα κι εκείνος συνέχισε.

«Πόσο θα ήθελα να ταξιδέψουμε μαζί τους σ’ αυτή την κόκκινη θύελλα».

«Κι εγώ θα το ήθελα!» ψιθύρισα.

Μείναμε έτσι αγκαλιασμένοι κι αφήσαμε τις σκέψεις μας να περιπλανηθούν στο μέλλον. Μετά ένας ένας αρχίσαμε να κατεβαίνουμε τα μικρά βράχια. Η θάλασσα έσκαγε τα πρώτα της κυματάκια αυτά που μαζί με το χρυσό χρώμα του ήλιου μοιάζουν με αστράκια, που πέφτουν από ψηλά, βυθίζονται και ξαναβγαίνουν στην επιφάνεια κι εμείς μπαίναμε μέσα της, μέχρι τα γόνατα και μετά τρέχαμε πάλι, προς τα έξω. Παίρναμε μέσα στις χούφτες μας το νερό της και πιτσιλούσαμε ο ένας τον άλλον, ενώ οι σιλουέτες μας ήταν σα τις μαύρες σκιές, που ακουμπούν στους τοίχους ή σέρνονται κάτω απ’ τα πόδια μας, μας ακολουθούν ή τρέχουν μπροστά μας, χωρίς να μπορούμε να τις φτάσουμε, όσο κι αν προσπαθούμε.

Είχε αρχίσει να σουρουπώνει κι εμείς αφήσαμε πίσω μας την αμμουδιά, που ήταν πια δροσερή και υγρή. Τα ίχνη απ’ τα πόδια μας φαίνονταν επάνω της και σίγουρα θα έμεναν εκεί ως το επόμενο πρωινό κι ενώ είχαμε πάρει το δρόμο της επιστροφής, σα προσκυνητές, που με το καραβάνι τους προχωρούν μέσα στην έρημο, πιαστήκαμε όλοι μαζί, χέρι χέρι και ενώσαμε τις φωνές μας μ’ ένα τραγούδι κι αυτό ήταν το σύνθημα μας για όλη την υπόλοιπη ζωή…

           

            «Μη λυπάσαι όταν ο ήλιος φεύγει και

 το φεγγάρι αργεί να φανεί

 η καινούρια μέρα που θα ‘ρθεί

 είναι μια νέα ελπίδα».

               

…Τα βήματα μας ακολουθούσαν τη μουσική του Φίλιππου και ο Πέτρου, ενώ οι νότες ανέβαιναν ψηλά και χάνονταν μέσα στα σύννεφα, καθώς αυτά τις έπαιρναν μαζί τους και δε τις άφηναν να ξαναπέσουν, μη βουλιάξουν και χαθούν. Ξέραμε πως οι μέρες αυτές δε θα κρατούσαν πολύ ακόμα και σε λίγο, ο καθ’ ένας μας θα ξεκινούσε τη δική του πορεία, ξεχωριστά απ’ τον άλλο, έτσι προσπαθούσαμε ν’  αγκαλιάσουμε αυτό που μας χάριζε η φύση και να το κρατήσουμε όσο πιο πολύ μπορούμε σφιχτά, μη μας φύγει νωρίτερα απ’ ότι πρέπει.

 Το θεατράκι μας είχε κάνει να βλέπουμε τη ζωή πολύ διαφορετική απ’ ότι είναι στη πραγματικότητα. Θέλαμε να γίνουμε οι πρωταγωνιστές της. Όλοι να μιλούν για μας και τίποτε να μη μας σταματήσει. Όλα φάνταζαν αληθινά. Ο κόσμος δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά μια ζωντανή εικόνα που θα μπαίναμε μέσα σ’ αυτήν και θα ζούσαμε το κάθε λεπτό, τόσο έντονα! Αφού θα ήμασταν οι μοναδικοί.

 Πιστέψαμε σ’ αυτή την ιδέα κι εμπιστευτήκαμε τις προσδοκίες μας στο χρόνο, που δε σταματούσε λεπτό για να μας ακούσει, παρά έτρεχε τόσο γρήγορα ώστε δε προλαβαίναμε να τον φτάσουμε.

Μέσα σ’ αυτό το κυνηγητό ο Φίλιππος έγραψε ένα τραγούδι.

 «Για σένα είναι» μου είπε.

-Και αυτό το τραγούδι τι έλεγε γιαγιά;

-Για μια θάλασσα και μια κοπέλα.

-Το θυμάσαι να μου το πεις;

-Το θυμάμαι!

 

«Μια θάλασσα είχε κύματα πολλά

καράβι δεν περνούσε απ’ εκεί.

Όταν όμως ήρθες στην ακτή εσύ

τα κύματα σταμάτησαν, για να σε δουν

κι από τότε η θάλασσα αυτή

δεν είναι πια φουρτουνιασμένη

γιατί φοβάται μη σε χάσει

και δε σε ξαναδεί».     

           

Η μέρα έφτασε στο τέλος της. Στο σπίτι γυρίσαμε όταν πια είχε βραδιάσει κουβαλώντας μαζί μας όμορφα όνειρα και ελπίδες. Ο Τζοντ μας περίμενε στην καγκελόπορτα.

            «Άλλη φορά να τον πάρετε μαζί σας» φώναξε ο πατέρας  γελώντας ενώ πότιζε τον κήπο. Πλησιάσαμε τραγουδώντας. Μιλάγαμε όλοι μαζί χαρούμενοι και χορεύοντας σα να ήμασταν κάποιο περιπλανώμενο συγκρότημα. Μετά ανεβήκαμε στα δωμάτια μας και αφού ετοιμαστήκαμε, καταστρώσαμε τα σχέδια για την επομένη, που αυτή τη φορά, θα ήταν ένα πικ-νικ στο δάσος, κοντά στη πηγή.

            Η νύχτα ήταν πολύ ζεστή και παρ’ όλο που είχε αρχίσει να φυσά δυνατά δε δρόσιζε καθόλου. Ο Τζοντ ήταν πολύ ανήσυχος. Συνέχεια γάβγιζε, λες κι επρόκειτο κάτι να συμβεί. Δύσκολα με πήρε ο ύπνος. Ήταν πια ξημερώματα όταν άκουσα, σαν μέσα στον ύπνο μου, να κτυπούν οι καμπάνες. Ξύπνησα απότομα. Από το ανοιχτό παράθυρο διέκρινα καπνούς. Σηκώθηκα τρομαγμένη. «Φωτιά στο δάσος» άκουσα κάποιους να φωνάζουν. Κατεβήκαμε όλοι τρέχοντας στον κήπο.

            Οι καμπάνες συνέχιζαν να κτυπούν. Φωνές ακούγονταν από παντού ενώ οι φλόγες με μανία τύλιγαν ό,τι εύρισκαν μπροστά τους και απειλούσαν τα σπίτια μας. Στρατός και πυροσβέστες προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να βοηθήσουν. Η μητέρα μας δε μπορούσε να αναπνεύσει εύκολα. Η θεία την πήρε μαζί με της, όπως και τη γιαγιά, Τα κορίτσια που έκλαιγαν και τον σκύλο μας και πήγαν στο σπίτι της που ήταν μακριά από μας και δεν είχε κανένα φόβο. Εμείς μείναμε ακόμα.

Ο πατέρας με τον Φίλιππο και τον Πέτρο έπαιρναν κλαδιά και κτυπούσαν όπου έβλεπαν πως κάτι άρχιζε να καίγεται, ενώ εγώ και η Ανθή είχαμε ανοίξει και τις δύο βρύσες του κήπου και ρίχναμε νερό στους τοίχους με τα λάστιχα. Καμιά φορά το βλέμμα μας σταματούσε στο δάσος που κόντευε να μην υπάρχει πια. Τα δένδρα το ένα κοντά στο άλλο σα πελώριες αναμμένες λαμπάδες άφηναν τις φλόγες να τ’ αγκαλιάσουν κι εκείνες με καμάρι έφταναν ψηλά και χάνονταν μέσα στους γκρίζους καπνούς, που γίνονταν ένα με τα σύννεφα και γέμιζαν τον ουρανό.

 Το δάσος μας δε μπορούσε να αναπνεύσει πια. Δεν είχε καμιά ελπίδα. Κάθε τι πράσινο που υπήρχε αφέθηκε στην κόκκινη θύελλα της φωτιάς. Η πύρινη λαίλαπα καταβρόχθιζε  οτιδήποτε συναντούσε μπροστά της. Όλοι προσπαθούσαν με διάφορους τρόπους να γλιτώσουν ότι μπορούσαν περισσότερο. Αλλά οι φλόγες δε λυπούνται τίποτα. Δε σέβονται τους άλλους. Δε σταματούν να αφανίζουν στο πέρασμα τους ζωές και όνειρα. Τώρα, κόντευαν να πλησιάσουν το σπίτι μας. Οι κουκουνάρες πυρωμένες έσκαγαν και πετιόντουσαν μακριά σα φλεγόμενα βέλη, έτοιμα να τρυπήσουν το στήθος του εχθρού.

Κάποιοι πυροσβέστες ήρθαν κοντά μας και μας ζήτησαν να εγκαταλείψουμε την περιοχή το γρηγορότερο. Απομακρυνθήκαμε…δε θέλαμε ν’ αφήσουμε το σπιτάκι να το αρπάξουν οι φλόγες τόσο βίαια και μαζί του ν’ αρπάξουν και τα δικά μας όνειρα. Οι άνθρωποι όμως δεν έχουμε δύναμη. Από μακριά το βλέπαμε να χάνεται. Απ’ τα παράθυρα του έβγαιναν κόκκινες γλώσσες που το έγλυφαν και χαίρονταν που καιγόταν. Το σπιτάκι του παππού ανυπεράσπιστο πια παραδόθηκε. Μου φάνηκε πως είχε σηκώσει τα χέρια του ψηλά, εγκαταλείποντας κάθε προσπάθεια για ζωή κι εμείς στεκόμασταν εκεί, ακίνητοι, ανήμποροι να προσφέρουμε οτιδήποτε, μουτζουρωμένοι  και κοιτάγαμε το τέλος του θιάσου μας.                                                                

Σήκωσα το βλέμμα μου προς τον ουρανό, που ήταν γεμάτος από καπνούς. «Παππού καλύτερα αν δε μπορείς να δεις τι γίνεται εδώ κάτω, γιατί θα λυπηθείς πολύ, όπως λυπάμαι κι εγώ τώρα, γιατί ξέρω…, πως όλα τέλειωσαν…»ψιθύρισα, ενώ κρατούσα τα χέρια του Φίλιππου, που ήταν κι εκείνου ιδρωμένα κι άρχισα να κλαίω. Γύρισε και με κοίταξε μέσα στα μάτια. Χάιδεψε το μουτζουρωμένο μου πρόσωπο και μου είπε:

            «Μη λυπάσαι, ό,τι κι αν φαίνεται πως έφτασε στο τέλος του, πίστεψε με δε τελειώνει. Τίποτα δε τελειώνει, απλά… αλλάζει πορεία και  κάτι άλλο έρχεται να πάρει τη θέση του».

            Τότε δε τον κατάλαβα. Δεν ήξερα καν αν είχε δίκιο. Εγώ πάντως δε τον πίστεψα. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο του πατέρα και φύγαμε όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε αφήνοντας πίσω μας αποκαΐδια, τραυματισμένα δένδρα, πονεμένα σπίτια, στάχτες. 

Εκείνο το βράδυ μείναμε όλοι στο σπίτι της θείας μου και θα μέναμε ακόμα κι άλλα βράδια. Το δωμάτιο της το έδωσε στη γιαγιά και τη μαμά κι εκείνη με την Ανθή κοιμήθηκαν στην κουζίνα, όλοι οι άλλοι βολευτήκαμε όπως κι όπως, άλλοι στο χολ κι άλλοι στο σαλόνι.

            Το πρωί επιστρέψαμε για να δούμε το σπίτι μας, αν ήταν ζωντανό. Ευτυχώς το πρόλαβαν. Το σπιτάκι, το θεατράκι μας δηλαδή, όπως και το δάσος μας δε ζούσαν πια.  Τα δένδρα έμοιαζαν στοιχειωμένα και μόνα. Τίποτα δε θύμιζε την εποχή με το πράσινο και με το δροσερό αεράκι κι όμως, δεν ήταν παλιά, παρά μόνο μια μέρα πριν.    

            Τα όμορφα εκείνα παραμυθένια χρόνια πέρασαν πια. Μετά απ’ τη μεγάλη πυρκαγιά μέσα στο μυαλό μου ξεδιάλυνα πολλά πράγματα και προσπαθούσα να βρω κάποιο τρόπο για να τα εκφράσω.

- Κι έτσι έγραψες εκείνο το έργο;

- Α…! Όχι. Άλλη ήταν η αφορμή.

- Και το θεατράκι σας τι έγινε γιαγιά; Δε το ξανακτίσατε;

- Ο Φίλιππος είχε μια ιδέα και συμφωνήσαμε όλοι μαζί του. Αφού ξαναβάψαμε το σπίτι μας, που είχε γίνει μαύρο από τους καπνούς και φτιάξαμε ξανά τα κάγκελα και τον κήπο μας. Το σπιτάκι, μια και είχε καταστραφεί τελείως, το ρίξαμε και στη θέση του κάναμε αυτό το κιόσκι, που υπάρχει ακόμα. Ήταν το καινούριο μας θέατρο. Δεν ήταν ένα απλό κιόσκι. Ο πατέρας μας έφερε τον καλύτερο τεχνίτη κι εκείνος, όταν έμαθε γιατί το φτιάχνουμε, έβαλε όλη του τη τέχνη και με μεγάλο μεράκι σκάλισε το ξύλο και δημιούργησε αυτές τις όμορφες νταντέλες κι εμείς σ’ αυτή την νταντελένια αίθουσα παίξαμε επιτέλους το πρώτο μας έργο.

Ήταν αληθινό, αφού μέσα στους διαλόγους υπήρχε η δική μας ζωή με τις σκέψεις μας και τους προβληματισμούς μας κι όσο κι αν έμοιαζαν απλοί και αθώοι, σημασία είχε, πως έβγαιναν μέσα απ’ την καρδιά μας.

 Και οι έξι δώσαμε όλο μας τον εαυτό, σε μία μόνο και μοναδική παράσταση της ζωής μας.



Συνεχίζεται

Copyright © Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου  2020

All rights  reserved





















Παρασκευή 22 Μαΐου 2020









Η ΑΛΛΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ

5η συνέχεια

Η ΑΝΑΜΝΗΣΗ

Ήταν μια όμορφη Κυριακάτικη μέρα και άρχιζαν οι διακοπές του Πάσχα.
Η άνοιξη είχε γεμίσει όλο τον κήπο με λουλούδια, λογιών λογιών χρώματα. Το αεράκι ήταν πολύ ελαφρύ κι έφερνε μαζί του όμορφες μυρωδιές. Οι πεταλούδες πετούσαν πέρα δώθε και οι μέλισσες βούιζαν σα τρελές μέσα στα αυτιά μας.
Είχαμε στρώσει στη βεράντα το μεγάλο τραπέζι και περιμέναμε με λαχτάρα τα δίδυμα, με τη μητέρα τους.
Τι χαρά…!
Σε λίγο φάνηκαν που έστριβαν τη γωνιά του δρόμου.
            Ξεφωνητά…, γέλια…. Όλοι τρέξαμε να τους υποδεχτούμε και πρώτη η Λευκή, που της άρεσε πάντοτε να πασαλείβει τα χείλη της με σοκολάτα και ύστερα να μας φιλάει, για να μας λερώσει. Τη μάλωνα πολλές φορές και μετά έκλεγε και πείσμωνε κι έκανε χειρότερα. Έτσι κι εκείνη τη μέρα, παρ’ όλο που την ειδοποίησα να μη κάνει αυτές τις τρέλες, αφού πασαλείφτηκε καλά καλά, έτρεξε πρώτη να προϋπαντήσει τα δίδυμα και τα έκανε μαύρα με τη σοκολάτα της, σαν Αφρικανάκια. Με πήραν τα γέλια όταν είδα τις γκριμάτσες τους και ίσως, ήταν η πρώτη φορά που γέλασα τόσο, μετά από εκείνη τη θλιβερή νύχτα.
            Καθίσαμε γύρω γύρω στο τραπέζι και πρώτος ο πατέρας μας σήκωσε το ποτήρι του για να μας προτρέψει να προϋπαντήσουμε όλοι μαζί την άνοιξη, που έφτασε με τις τόσες ομορφιές της. Το φαγητό ήταν θαυμάσιο, όπως πάντα. Η μαμά ήταν φοβερή μαγείρισσα και οι λιχουδιές της αφάνταστα απολαυστικές. Το πόσα μπράβο πήρε από όλους μας. Δε λέγεται! Όταν τελειώσαμε, κατεβήκαμε όλοι στον κήπο και κάτσαμε κάτω από τις ομπρέλες και στην κούνια. Ο Πέτρος μάς έπαιξε βιολί,  όπως συνήθιζε πάντα και με κοίταξε στα μάτια, γιατί… περίμενε να τον πειράξω, λέγοντας του, πως κουβαλάει πάλι το σπίτι του. Δεν το έκανα όμως και δεν το έκανα ποτέ πια. Ένοιωθα       πως είχα μεγαλώσει πολύ, αλλά και απότομα κι αυτά τα αστεία ήταν μόνο για παιδιά.                             
            Πέρασε η μέρα με διηγήσεις και όμορφα ανέκδοτα από όλους μας. Ο ήλιος είχε αρχίσει να νυστάζει κι έφευγε αρκετά γρήγορα, ενώ το φεγγάρι ετοιμαζόταν να πάρει τη θέση του, που μόλις μπορούσε να το διακρίνει κανείς. Όλα πήγαιναν να κοιμηθούν και μια απέραντη ηρεμία απλωνόταν παντού. Σε λίγο δεν άκουγες τίποτα. Τ’ αστέρια, ο σκούρος ουρανός, το αεράκι που δυνάμωνε και παρέσυρε τα σύννεφα ήρθαν με τόσο ήσυχο τρόπο να κλείσουν αυτή τη μέρα της άνοιξης.       
            Καληνυχτίσαμε τους πάντες και ανεβήκαμε και οι πέντε στη σοφίτα. Το μικρό της παράθυρο ήταν ανοιχτό. Κοιτάξαμε απ’ έξω, σα να ήταν για πρώτη φορά. Το σπιτάκι του παππού φαινόταν ερειπωμένο. Τα λιγοστά φώτα στους δρόμους δεν άφηναν να φανεί η τόσο όμορφή θέα. Καθίσαμε όλοι μας στο κρεβάτι και συζητούσαμε για τα σχολειά ή κάναμε σχέδια για τις διακοπές. Έτσι πέρασε η ώρα χωρίς να το καταλάβουμε. Το ρολόι της εκκλησίας χτύπησε μεσάνυχτα…
 Κοιταχτήκαμε… Κανείς μας όμως δε μίλησε.
 Πήγαμε στα δωμάτια μας σιωπηλοί,  για να κοιμηθούμε.

Ξύπνησα πολύ πρωί. Όλοι ησύχαζαν.
Κατέβηκα στον κήπο. Το διάχυτο φως που είχε η ατμόσφαιρα, ήταν άσπρο και δεν άκουγες το παραμικρό. Η υγρασία είχε καλύψει το τραπέζι, τις καρέκλες, τις σκάλες, ακόμα και το γκαζόν ήταν κρύο και βρεμένο. Όλα έμοιαζαν να περιμένουν τον ήλιο να ξυπνήσει για να τα ζεστάνει. Κάθισα στα υγρά σκαλοπάτια και περίμενα κι εγώ τον ήλιο για να τον ξαναδώ. Ένα απαλό χέρι χάιδεψε τα μαλλιά μου και σταμάτησε τις σκέψεις μου. Ήταν η μητέρα μου.
«Τι κάνεις εδώ, μόνη σου;»
«Περιμένω τον ήλιο!»
«Θ’ αργήσει ακόμα να βγει».
 Μετά κάθισε πλάι μου κι εγώ χώθηκα στην αγκαλιά της. Όπως τότε που ήμουν πολύ μικρή. 
            «Όμορφα, δεν είναι;»
            «Ναι, είναι πολύ όμορφα και γαλήνια».
            «Σκεπτόμουν, πως με τον ήλιο, έχουμε πολλά κοινά. Άλλοτε είναι γελαστός, άλλοτε κλαίει κι άλλοτε πάλι κρύβεται. Σα να μη θέλει να τον δει κανείς.
            Κάθε μέρα γίνεται το ίδιο. Το πρωί ξυπνά… το βράδυ κοιμάται. Τίποτα δεν αλλάζει τη πορεία του. Έρχεται και φεύγει. Όπως εμείς, που ερχόμαστε και φεύγουμε».
            Με κοίταξε στα μάτια και μου χαμογέλασε.
            «Μήπως θέλεις να συζητήσουμε κάτι;» με ρώτησε.
            «Ναι. Θέλω να συζητήσουμε για το σπιτάκι του παππού» αποκρίθηκα και μου ήρθαν δάκρυα.
            «Εντάξει. Όταν θα παίρνουμε όλοι μαζί το πρωινό μας. Είσαι σύμφωνη;»
            Συμφώνησα. Εξ’ άλλου ήταν κάτι που έπρεπε να το συζητήσουμε όλοι μαζί. Μείναμε έτσι, η μια πλάι στην άλλη, με τ’ άσπρα μας νυχτικά, με τα πόδια μας μαζεμένα. Ζαρωμένες, καθώς αισθανόμασταν το αγιάζι ν’ ακουμπάει πάνω μας, μέχρι που το χρώμα της ατμόσφαιρας άρχιζε ν’ αλλάζει και να γίνεται πορτοκαλί. Ενώ νοιώσαμε μια γλυκιά ζεστασιά, καθώς οι ακτίνες του ήλιου έδιωχναν την υγρασία της νύχτας.
            Μετά απ’ εκείνο το κρύο λευκό φως, την πάχνη που είχε σκεπάσει το δασάκι, τους δρόμους, τα σπίτια και τους κήπους. Μετά απ’ την νυχτερινή ψύχρα που μας πιρούνιαζε, ήρθαν αυτές οι ακτίνες με το ζεστό τους χρώμα, να μας θυμίσουν πως υπάρχει ζωή και το πριν δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά μόνο μια ανάπαυλα της ημέρας.
            Οι γκρίζες σκιές χάθηκαν πια. Τα λουλούδια άνοιξαν. Οι πεταλούδες χαίρονταν. Τα πουλιά άρχισαν να πετούν. Ο ουρανός έγινε γαλάζιος. Όλα ξύπνησαν.  Η μητέρα μ’ αγκάλιασε. Με φίλησε τρυφερά, όπως έκανε πάντα και μπήκε μέσα.
            Η μέρα ξεκίνησε.
            Προχώρησα προς την πόρτα του κήπου και γύρισα το βλέμμα μου να δω το σπίτι μας. Τα παράθυρα άνοιγαν ένα ένα και άφηναν τις χαρούμενες φωνές και τα γέλια ν’ ακουστούν μέχρι έξω. Τα κορίτσια έβγαζαν τα σεντόνια για να τα τινάξουν και καθώς τις έβλεπα τις χαιρετούσα κι εκείνες παραξενευμένες με ρώταγαν. «Τι κάνεις εκεί με τα νυχτικά;» κι εγώ γέλαγα και χοροπηδούσα και δεν απαντούσα κι εκείνες συνέχιζαν «Τι κάνεις; έλα μέσα».  
«Έρχομαι» απάντησα κάποια στιγμή και τρέχοντας ανέβηκα στο δωμάτιο μου για να ετοιμαστώ. 
Σε λίγο όλοι μαζευτήκαμε στη τραπεζαρία.   
Η μητέρα γύρισε και με κοίταξε. Το ήξερα, ήρθε η ώρα να μιλήσουμε για το σπιτάκι του παππού. Ήταν κάτι που περίμενα καιρό κι ως φαίνεται και η μητέρα περίμενε…, το πότε θα ήμουν εγώ έτοιμη, για να ακούσω αυτά, που είχε να μας πει.

Είχε πια περάσει πολύ ώρα που η γιαγιά διηγούταν στην εγγονή της, με τόσο πάθος, όλη αυτή την ιστορία.
 -Μητέρα…, Λένα…, τι κάνετε τόσες ώρες στη σοφίτα; Νύχτωσε. Είναι ώρα να φάμε. Ελάτε. Ακούστηκε η μητέρα της Λένας να τις φωνάζει.
-Ερχόμαστε, απάντησαν και οι δυο.
Η γιαγιά σταμάτησε τη διήγηση της.
- Πρέπει να πάμε στη τραπεζαρία για φαγητό. Δεν επιτρέπετε να κάνουμε τη μητέρα σου να περιμένει.
- Και πότε θα μου πεις τη συνέχεια;
- Αύριο.
- Θα έρθω στο δωμάτιο σου γιαγιά και θα σε σκουντήσω να ξυπνήσεις όπως τότε που ήμουν μικρή. Θυμάσαι;
- Θυμάμαι…. Θα σε περιμένω….
Η γιαγιά πήρε το μπαστούνι της. Κράτησε την εγγονή της απ’ το χέρι και οι δυο μαζί κατέβηκαν αργά αργά τα μαρμάρινα σκαλοπάτια.


~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Η μητέρα της Λένας ήταν νέα κι όμορφη, την έλεγαν Έλση. Παντρεύτηκε πολύ μικρή έναν αρκετά μεγαλύτερο της. Αλλά ήταν πολύ ταιριαστό ζευγάρι και αγαπημένο. Έμεναν στο πατρικό της. Ήταν ένα διώροφο σπίτι, κτισμένο στην πλαγιά ενός βουνού, κοντά σ’ ένα μικρό δάσος.
Τη μεγαλύτερη κόρη της την έλεγαν Αλκμήνη, δηλαδή Μίνα, μόνο που δε την φώναζαν ποτέ έτσι, γιατί σ’ αυτό το άκουσμα θα μπερδεύονταν με τη γιαγιά, μια και είχαν το ίδιο όνομα και η δεύτερη είχε ζητήσει από όλους να τη φωνάζουν με το μικρό της και μόνο η Λένα την έλεγε γιαγιά και η Έλση, μητέρα.
Η Αλκμήνη ακολούθησε τ’ αχνάρια της μητέρας της και παντρεύτηκε κι αυτή μικρή. Εγκαταστάθηκε όμως στην Αυστραλία και δεν ξαναγύρισε στην Ελλάδα παρά μόνο σαν επισκέπτρια. Με τη μητέρα της έμοιαζε πολύ. Όχι μόνο στον χαρακτήρα αλλά και στο πρόσωπο. Όταν τις έβλεπε κανείς μαζί νόμιζε πως είναι αδελφές.
 Η γιαγιά καμάρωνε και χαιρόταν γι’ αυτό. Η μεγάλη της αδυναμία όμως ήταν η Λένα και όχι επειδή είχε το όνομα της άλλης της κόρης, εκείνης που χάθηκε στο πέλαγο, όταν τα μανιασμένα κύματα άρπαξαν ολόκληρο πλοίο, το ανέβασαν ψηλά και μετά το κατάπιαν. Α!…όχι γι’ αυτό. Η μνήμη εκείνης έμεινε ιερή και κανείς δε μπορούσε να συγκριθεί μαζί της, αλλά γιατί ήταν το μικρό του σπιτιού σαν το σκυλάκι τους, τον Ντίκη με τη φουντωτή ουρά, που πάντα έτρεχε από πίσω τους όπου κι αν πήγαιναν.
 Έτσι και η Λένα ακολουθούσε τη γιαγιά, να της πει τις ιστορίες της, τα όνειρα που είδε ή τα παραμύθια που σκέφθηκε. Ανέβαιναν στη σοφίτα κι εκεί περνούσαν τις πιο όμορφες στιγμές τους, καθώς εκείνη  ζούσε τόσο έντονα τις διηγήσεις της.
Άραγε τα όνειρα; το παρελθόν; ή το άγνωστο μέλλον;
            Ποιος ξέρει;
             Κάποτε της έδειξε ένα τετράδιο, που έγραφε στην ετικέτα του τη λέξη(η ζωή).
 «Όλα είναι γραμμένα σ’ αυτό το τετράδιο» της είπε και της το χάρισε και η Λένα το κράτησε σφικτά, να μη το χάσει.
 Και δεν το έχασε.
Έμεινε ανέπαφο, να θυμίζει σε όλους (τη ζωή).    

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Η ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗ

Ανάμεσα από τα μισάνοιχτα παντζούρια ρίχτηκαν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου, αυτές που βιάζονται να φωτίσουν τη γη και αβίαστα μπαίνουν μέσα από τις πυκνές φυλλωσιές των δένδρων ή τρυπώνουν από οπουδήποτε υπάρχει κενό, στους τοίχους, στις μάντρες, ακόμα και μέσα από τις στοιβαγμένες πέτρες.
 Μια απ’ αυτές τις βιαστικές ακτίνες θέλησε να ξυπνήσει τη Λένα, όταν χύθηκε επάνω στα κλειστά της βλέφαρα. Εκείνη άνοιξε τα μάτια της απότομα, κοίταξε γύρω της και χωρίς πολύ σκέψη, σηκώθηκε όρθια. “ Να πάω να ξυπνήσω τη γιαγιά ” ψιθύρισε κι έτρεξε στο δωμάτιο της.
- Γιαγιά ξύπνα να μου πεις τη συνέχεια, φώναξε, πριν μπει ακόμα μέσα. 

Η γιαγιά την περίμενε. Στεκόταν μπρος στο ανοιχτό παράθυρο απολαμβάνοντας την πρωινή δροσιά. Αγκαλιάστηκαν. Mετά πήραν το πρωινό τους και κατέβηκαν στο κιόσκι του κήπου. Υπήρχε ακόμα. Tο είχαν φτιάξει μετά από τη μεγάλη πυρκαγιά και ίσως ήταν το μόνο που θύμιζε εκείνα τα όμορφα χρόνια, αφού μέσα στις ξύλινες του νταντέλες αγκάλιασε τα παιδιά του ονείρου κι εκεί έζησαν αυτό που τόσο ποθούσαν.
            Ο Ντίκη τις ακολούθησε και κάθισε κι αυτός μαζί τους, ρίχνοντας γρήγορες ματιές, μια στη μία, μια στην άλλη ενώ κουνούσε συνεχώς τη φουντωτή του ουρά. Η Λένα περίμενε…. Ύστερα την κοίταξε στα μάτια και ρώτησε;      
            - Γιαγιά θα μου πεις το όνειρο; Τη συνέχεια.            
            - Και βέβαια θα στο πω…
            Και η γιαγιά συνέχισε τη διήγηση της.
           
            …Η μητέρα σέρβιρε γλυκό και πορτοκαλάδα, ήμουν η μόνη που ήξερε τη σκέψη της κι αυτό μου δημιουργούσε ανησυχία και καθώς έβλεπα το πόσο ανέμελα έτρωγαν όλοι οι άλλοι, η αγωνία μου μεγάλωνε. Δεν κράτησε όμως πολύ γιατί εκείνη το κατάλαβε και μας μίλησε γρήγορα και με ήπιο τρόπο, όπως πάντα.
            «Παιδιά, τώρα που βρισκόμαστε όλοι εδώ μαζί κι έχει περάσει τόσος καιρός και χωρίς αμφιβολία ήμαστε ήρεμοι, θα ήθελα να μου εξηγήσετε μερικά πράγματα για το σπιτάκι του παππού».
            Γύρισε και με κοίταξε μ’ αυτό το βλέμμα που σ’ έκανε να θέλεις να πεις την αλήθεια, όσο άσχημη και να σου φαινόταν πως είναι.
Πάντα μου έλεγε :
«Ψέματα να μη λες ποτέ, γιατί όταν θα μαθευτεί η αλήθεια, τότε θα μαθευτεί άσχημα».
 Μαζί με το δικό της βλέμμα, αισθάνθηκα και τα μάτια των άλλων να είναι καρφωμένα επάνω μου. Θυμήθηκα τον όρκο που είχαμε δώσει. Όταν και οι πέντε σηκώσαμε το δεξί μας χέρι και ορκιστήκαμε - πως δε θα πούμε ποτέ σε κανένα τίποτε, παρά μόνο αν συμφωνήσουμε όλοι μαζί και πως θα ήμασταν για πάντα αγαπημένοι, σε όλη μας τη ζωή.- “Τώρα τι γίνεται; Δε πιάνεται πια;” Σκέφθηκα.
Κοιταχτήκαμε και οι  πέντε στα μάτια. Προσπαθούσα να καταλάβω τι πρέπει να κάνω, όταν… άκουσα τον Πέτρο και σαν οχλαγωγία και τους υπόλοιπους «Μίνα… πες ότι συνέβη». Άνοιξα τα μάτια μου κι έπαιξα τη κόρη τους πέρα δώθε με ανησυχία. «Άντε Μίνα, είμαστε εδώ και είμαστε όλοι σύμφωνοι» ξανάκουσα τον Πέτρο, ενώ οι άλλοι το επιβεβαίωναν κουνώντας καταφατικά το κεφάλι τους.  
 Τώρα ήξερα… αφού συμφωνήσαμε, ο όρκος δεν είχε πια καμιά σημασία.
 Εξήγησα όλα, όσα είχαμε σκεφθεί για τον θίασο και το θεατράκι μας. Μίλησε και ο Πέτρος και όλοι μιλήσαμε, ο καθ’ ένας με τη σειρά του και όλοι μαζί συγχρόνως. Προσπαθώντας έτσι, να πάρει ο καθ΄ ένας μας το βάρος επάνω του, για κάτι κακό που μπορεί να είχαμε κάνει και να προστατέψει τον άλλον. Τότε κατάλαβα το πόσο πολύ αγαπιόμασταν και αυτή η αγάπη έμοιαζε να μας ακολουθεί πάντα κι ας χώρισαν οι δρόμοι μας ή οι ζωές μας. Οι καρδιές μας έμειναν ενωμένες και σίγουρα αυτό… δε χρειαζόταν κανέναν όρκο.
            Μας άκουγαν όλοι. Χωρίς να μας διακόπτουν κι εμείς μιλάγαμε συνέχεια και δεν είχαμε σταματημό. Ο ένας συμπλήρωνε τον άλλον. Δε θέλαμε να ξεχάσουμε τίποτε. Να μη μας διαφύγει καμιά λεπτομέρεια. Μέχρι που φτάσαμε σ΄ εκείνη την παγερή νύχτα. Σαν ένα μαχαίρι να έκοψε τις σκέψεις μας. Τώρα, δεν είχαμε τίποτε άλλο να προσθέσουμε.
Ακολούθησε σιγή.
            Η μητέρα είχε ακουμπήσει τον αγκώνα της επάνω στο τραπέζι και είχε γείρει το κεφάλι της στην ανοιχτή της παλάμη. Ενώ κοίταζε μια τον έναν, μια τον άλλον. Τα δάχτυλα της είχαν αφήσει σημάδι στο μάγουλο της κι έτσι κατάλαβα, πως μιλάγαμε πολύ ώρα καθώς εξηγούσαμε τα πιστεύω μας για το θέατρο. Τη σιγή, τη διέκοψε εκείνη, λέγοντας μας.                
            «Ο παππούς σας έλεγε πάντοτε, πως δεν ήθελε να του πειράξουμε ποτέ το σπιτάκι του οτιδήποτε κι αν του συνέβαινε, κι εμείς αυτό το σεβαστήκαμε και σας το είχαμε πει. Όταν πέθανε αφήσαμε τα πράγματα του όπως ήταν και κλειδώσαμε την πόρτα με λουκέτο».
            «Δε το θυμόμασταν» είπαμε όλοι μαζί.
            «Και δε σκεφθήκατε τότε να πείτε… . Γιατί το σπιτάκι μένει κλειστό τόσα χρόνια;»
            «Όχι…» απαντήσαμε και σκύψαμε τα κεφάλια μας από ντροπή.
            «Αυτή ήταν η επιθυμία του»
            «Τι πράγμα;» ρώτησα ξαφνιασμένη.
«Ακριβώς Μίνα, αυτό που άκουσες» έκανε ο πατέρας μας αρκετά θυμωμένος.
            «Εμείς νομίζαμε πως η επιθυμία του παππού, ήταν το θέατρο» είπαν η Λευκή και η Σοφούλα.
            «Για πιο θέατρο μιλάτε;» ρώτησε η μητέρα. 
            «Μου έλεγε, πως φτιάχνει καρέκλες για το θέατρο» απάντησα εγώ. Ο ένας κοίταζε τον άλλον. Τελικά, ποια να ήταν η επιθυμία του; Κανείς δε μπορούσε να καταλάβει.    
            «Ποιος ήταν ο τελευταίος που είδε τον παππού και μίλησε μαζί του;» ρώτησε κάποια στιγμή η γιαγιά.
            «Εγώ!» απάντησα.»
«Και…;»
            «Ήμουν μικρή τότε και…»
            «…Και δε θυμάσαι τι σου είπε;» με διέκοψε.
            «Νομίζω πως θυμάμαι».
            «Λοιπόν; αφού θυμάσαι! Πες μας τότε». Η φωνή της ήταν ήρεμη, χωρίς κανένα θυμό, αντίθετα από τον πατέρα μας που έδειχνε να τον ενοχλεί αυτή η συζήτηση.
            «Φτιάχνω καρέκλες για το θέατρο! Αυτό μου είπε».
            «Τότε να το συνεχίσετε» απάντησε η γιαγιά, δίδοντας τέλος σ΄ αυτή τη θλιβερή ιστορία. «Ίσως στη ζωή, τίποτε να μην είναι τυχαίο. Κάποτε, χωρίς να πω σε κανένα τίποτε, πήρα τα κλειδιά κι άνοιξα την πόρτα του. Μπήκα μέσα. Όλα ήταν σκοτεινά και κρύα. Έμοιαζε σαν κανείς να μην είχε περάσει ποτέ απ’ εκεί, σαν κανείς να μην είχε αγγίξει τίποτε. Πάγωσα στη σκέψη, πως ακόμα και τα άψυχα πράγματα τελειώνουν. Παρ’ όλο που είναι τα μόνα που μπορούμε να κρατήσουμε ζωντανά. Έφυγα τρομαγμένη. Έκλεισα την πόρτα πίσω μου με δύναμη. Ως φαίνεται όμως, ξέχασα να κλειδώσω ξανά κι έτσι μπορέσατε να μπείτε εσείς. Αυτό μου λέει πολλά.
Αν πιστεύετε πως αυτό ήταν το όνειρο του παππού σας. Συνεχίστε το θέατρο. Δώστε ζωή στο σπιτάκι, που τόσο πολύ αγαπούσε. Τώρα είμαι σίγουρη, πως αυτή ήταν η επιθυμία του».
 Η Σοφούλα και η Λευκή άρχισαν να χειροκροτούν και να φωνάζουν από χαρά.
Ακολούθησαν τα δίδυμα και σε λίγο όλοι μας. Τα πρόσωπα μας έλαμψαν και το γέλιο μας έδωσε τόση μεγάλη χαρά, που κλαίγαμε. Μέχρι και ο σκύλος μας άρχισε να τρέχει και να πηδά επάνω μας.   
           
- Και το συνεχίσατε γιαγιά;
            - Και βέβαια το συνεχίσαμε! Μόνο…που δεν ήταν όπως πριν.
            - Δηλαδή;
            - Έλειπε η χαρά, του να φτιάχνεις κάτι μόνος σου, αφού τώρα πια, βοηθούσαν όλοι.

Η εβδομάδα που έφτασε, ήταν η Μ. Εβδομάδα. Ο καθ’ ένας μας είχε αναλάβει και από κάτι για το σιγύρισμα του σπιτιού. Κάθε απόγευμα πηγαίναμε στην εκκλησία και παρακολουθούσαμε την Ακολουθία του Νυμφίου. Εκεί συναντούσαμε κι άλλα παιδιά απ’ το σχολειό και μετά το τέλος της Ακολουθίας κάναμε βόλτες στην πλατεία και συζητούσαμε για το πώς θα περάσουμε το καλοκαίρι. Μου άρεσαν οι διακοπές του Πάσχα, γιατί πλησίαζαν οι μεγάλες διακοπές, εκείνες του καλοκαιριού. Ο Πέτρος μάλιστα μας είχε υποσχεθεί, πως αυτό το καλοκαίρι θα ήταν μοναδικό. Αφού θα ερχόταν ένας φίλος του σαξοφωνίστας και θα μας βοηθούσε στο θέατρο.  
            Κάθε Μεγάλη Πέμπτη βάφαμε κόκκινα αβγά. Αυτή τη φορά όμως δε τα βάψαμε μόνο κόκκινα, αλλά και πράσινα και μπλε και κίτρινα Μετά τ’ αλείψαμε με λάδι κι έμοιαζαν λουστραρισμένα. Την Μ. Παρασκευή ακολουθήσαμε τον Επιτάφιο, που για πρώτη φορά έφτασε μέχρι το σπίτι μας. Τώρα πια έχουν κτιστεί κι άλλα σπίτια. Τότε όμως το δικό μας ήταν το μόνο που βρισκόταν τόσο κοντά στο δάσος και μετά απ’ όλες αυτές τις μέρες ήρθε το Μεγάλο Σάββατο.
Τα μεσάνυχτα κτύπησαν οι καμπάνες της εκκλησίας για το Χριστός Ανέστη και  κάλυψαν τους κτύπους του μεγάλου ρολογιού. Νομίζω πως ήταν η πρώτη φορά που δεν τους άκουσα. Γυρίσαμε σπίτι μας με τα κεριά μας και τα φαναράκια μας αναμμένα και προσπαθήσαμε να κρατήσουμε το Άγιο Φως όσο πιο πολλές μέρες μπορούμε.
Τα παράθυρα από το σπιτάκι του παππού άνοιξαν ξανά και η πόρτα του δεν είχε πια λουκέτο. Έμοιαζε σα να αναστήθηκε κάτι, που για χρόνια είχε μείνει θαμμένο και ξεχασμένο. Ο Πέτρος έβαλε κι άλλες λάμπες κι έτσι πλημμύρησε από φως. Τα κορίτσια γέμισαν ένα καλάθι με πολύχρωμα αβγά και στόλισαν μ’ αυτό το τραπέζι, εκείνο που ανέβαινα μικρή και ο παππούς μου έλεγε κάθε φορά πως ψήλωσα. Εγώ έκοψα πασχαλιές και τις έβαλα σ’ ένα μεγάλο βάζο και μοσχομύρισε το σπιτάκι. Όλα… ήταν γιορτινά και οι ιδέες του να γράφω ιστοριούλες μου έρχονταν τόσο αβίαστα!
            Αν μπορούσε να καταλάβει ο παππούς, απ’ εκεί ψηλά που βρισκόταν, είμαι σίγουρη πως θα χαιρόταν γιατί, αξιοποιήσαμε την κάθε γωνιά του και το σπιτάκι του το κάναμε πάλι να έχει ζωή και να μας δέχεται όλους, όπως παλιά. Κάθε μέρα που περνούσε, γινόταν όλο και καλύτερο.
            Η μητέρα, μας πήρε μαζί της στα μαγαζιά κι αγοράσαμε καινούριες κουρτίνες, πάλι λευκές αλλά πιο ακριβές. Πήραμε και ωραίο ύφασμα για καλύμματα, για τις καρέκλες. Η καημένη η μαμά μέρες καθόταν στη ραπτομηχανή για να τα ράψει και τι δεν έκανε να μας ευχαριστήσει! Μέχρι κι ένα πολυέλαιο για το ταβάνι μας αγόρασε κι έτσι το φως έγινε ακόμα πιο λαμπερό απ’ ότι ήταν. Πήραμε κι ένα καινούριο παραβάν για τη σκηνή. Όλα είχαν αλλάξει και γι’ αυτή την αλλαγή συνετέλεσαν όλοι, μέχρι και ο σκύλος μας ο Τζοντ.
Α…! Ο Τζοντ ήταν πολύ υπάκουο σκυλί. Φύλαγε το σπίτι μας και δεν άφηνε κανένα να πλησιάσει. Όταν είχαμε επισκέψεις τον δέναμε για να μην ορμίσει σε κανένα. Μετά όμως, αφού πρώτα τους μύριζε τον αφήναμε ελεύθερο και χαιρόταν κι αυτό μαζί μας. Τώρα με τις τόσες αλλαγές που κάναμε στο σπιτάκι, ήταν το δεξί μας χέρι. Ακόμα και τις μπογιές για το βάψιμο των τοίχων μας έφερνε και ύστερα στεκόταν όρθιο στα δυο του πόδια και περίμενε να το χαϊδέψουμε. Μας έγλυφε κι ανέβαινε επάνω μας να μας φιλήσει.
            Το θεατράκι μας είχε γίνει πραγματικό θέατρο!
            Δεν χρειαζόταν πια, να πηγαίνουμε κρυφά τα μεσάνυχτα. Όλα ήταν ελεύθερα, οποιαδήποτε ώρα της ημέρας. Σταμάτησε όμως να υπάρχει εκείνο που φτιάξαμε εμείς, με τα χέρια μας. Εκείνη η μαγεία, η ομορφιά του να κάνεις κάτι μόνος σου κι ας μην είναι τόσο καλό. Εκείνο το μυστικό που δεν υπήρχε πια, είχε χάσει την αξία του κι όλα έμοιαζαν πεζά.
Τίποτε δεν μπορούσε να συγκριθεί με την εποχή εκείνη, που περιμέναμε ν’ ακούσουμε το μεγάλο ρολόι της εκκλησίας να κτυπά μεσάνυχτα και να φύγουμε κρυφά μέσα στο σκοτάδι. Να τρέξουμε με την αγωνία να μη μας δει κανείς. Όλα αυτά μας έλλειπαν. Μου φαινόταν κάτι πολύ μακρινό ή κάτι σα να μη το είχα ζήσει ποτέ και απλώς…, να το φαντάστηκα κι όμως αυτή η τρέλα υπήρξε. Ήταν αληθινή!   
            - Γιαγιά, νόμιζα πως ήταν κάποιο όνειρο που είδες;
            - Καμιά φορά μπερδεύεται κανείς και οι αλήθειες με τα όνειρα μιας νύχτας, γίνονται ένα κουβάρι, που αν προσπαθήσει να το ξεμπλέξει ψάχνοντας να βρει την αρχή του, θα μπει μέσα σ’ αυτό και τότε θα γνωρίσει την ομορφιά της ζωής.
- Δηλαδή, όλα αυτά ήταν αλήθεια;
Η γιαγιά έμεινε σκεφτική για αρκετή ώρα και ύστερα απάντησε χαμογελαστά.
- Ναι..., νομίζω πως ήταν αλήθεια. Ήταν τα ωραιότερα χρόνια της ζωής μου, που έμοιαζαν με όνειρο και θα μείνουν για πάντα έτσι, ένα όνειρο.
- Κι αυτό το όνειρο, τι έγινε; Συνεχίστηκε;
- Και βέβαια συνεχίστηκε!                 


Συνεχίζεται
Copyright © Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου  2020
All rights  reserved