Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2013

αναμνήσεις


 
ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

 

Ο κόσμος τη φώναζε κυρία, η θεία Αννιώ Αρχόντω, κάποιες μακρινές μου ξαδέλφες θεία Αρχοντούλα, οι γονείς μου μητέρα, ο θείος Μηνάς Αρχοντιά, ο παππούς Αρχόντισσα κι εγώ… Αμ εγώ είχα το προνόμιο να τη λέω γιαγιά, γιατί ήταν γιαγιά μου.

Τη φωτογραφία της την έχουμε στο σαλόνι, μαζί με τον παππού. Είναι μια απ’ εκείνες τις παλιές φωτογραφίες, με ένα χρώμα καφετί. Εκείνη κάθεται σε μια καρέκλα. Φορεί ένα καπέλο μεγάλο με φτερά και το φόρεμα της είναι… μάλλον βελούδινο, μακρύ με πολλά μικρά κουμπιά μπροστά ως τη μέση της και με έναν γιακά όλο νταντέλα. Ο παππούς στέκεται από πίσω της, όρθιος. Τα μαλλιά του είναι όλα χτενισμένα προς τα πίσω και πολύ σκούρα. Έχει και μουστάκι. Δεν θα μπορούσα ποτέ να τον φανταστώ με σκούρα μαλλιά. Εγώ τον γνώρισα με άσπρα, κάτασπρα. Πέθανε πριν την Αρχόντισσα του, εκείνη μάλλον δεν το κατάλαβε. Δεν καταλάβαινε τίποτε πια. Ίσως όμως να κάνω λάθος, γιατί εκείνη τη μέρα δάκρυσε.  

Μετά τον θάνατο και της γιαγιάς ανοίξαμε το μπαούλο και βγάλαμε χίλια δυο μικροπράγματα, δικά της, όπως ένα καθρεφτάκι με σκαλιστό χέρι, ένα μικρό μπωλ από πορσελάνη, κάποια μπιμπελό, άλλα λίγο σπασμένα κι άλλα όχι, ένα μικρό δεματάκι γράμματα, φωτογραφίες, δυο καπέλα, ένα κολιέ από μαργαριτάρια κ. ά. Όσο ζούσε δεν μας άφηνε να τα πειράξουμε. Άμα πεθάνω, έλεγε. Κάντε τα ότι θέλετε. Κι έτσι εμείς για να τιμήσουμε τη μνήμη της τα βάλλαμε σε μια βιτρίνα στο δωμάτιο που κοιμόταν.

Το ξέρω πως αυτά τα μικροαντικείμενα φυλάνε χιλιάδες  αναμνήσεις. Ιστορίες παλιές, άλλες που δεν μαθεύτηκαν ποτέ, άλλες που πέρασαν στη λήθη κι άλλες που ακόμα τις συζητάμε. Μας ταξιδεύουν μακριά, σε εποχές που δεν ζήσαμε, μόνο ακούσαμε κι όμως όσο τις επαναφέρουμε στη μνήμη μας τόσο αισθανόμαστε πως είναι κομμάτια δικά μας, της δικής μας ζωής κι ας ανήκουν σε άλλους, όχι μόνο ανθρώπους αλλά και καιρούς.

Η γιαγιά μου έλεγε πως όλοι μας, άνθρωποι και χρόνοι είμαστε ενωμένοι με μια αόρατη κλωστή, που δεν έχει αρχή και τέλος. Σε αυτή την κλωστή, που είναι ένας πελώριος κύκλος, ο κύκλος της ζωής, συμβαίνουν όλα τα γεγονότα της ανθρωπότητας και κάποια στιγμή θα επαναληφθούν. Επάνω σε αυτή την ιδέα της στήριζε τα μεγάλα της όνειρα, πως κάποτε θα γύριζε πίσω στην πατρίδα της, την Κωνσταντινούπολη, αλλά και πως κάποτε θα ξαναγινόταν Ελληνική.  

Ήρθε διωγμένη με όλη της την οικογένεια κι άφησε πίσω της τη ζωή της, μια ολόκληρη ζωή. Κάποτε, έλεγε θα την ξαναβρώ. Είναι δική μου. Είναι η δική μου ζωή και δεν έχει δικαίωμα να μου την πάρει κανείς. Ταξίδεψε όμως για τα ουράνια χωρίς να δει αυτό το όνειρο να γίνεται πραγματικότητα. Πριν έρθουν στην Αθήνα ένα βράδυ έμειναν στον σταθμό του τρένου της Θεσσαλονίκης, το άλλο βράδυ, ευτυχώς, κοιμήθηκαν στο σπίτι της Αννιώς, μιας ξαδέλφης της. Ήσαν όλοι πολύ ταλαιπωρημένοι. Την Αννιώ τη γνώρισα όταν πήγαινα ακόμα Δημοτικό. Είχε έρθει να μας δει. Θυμάμαι το πόση ώρα έμειναν αγκαλιασμένες. Η μια χάιδευε το πρόσωπο της άλλης κι έκλαιγαν. Έκλεγε και η μαμά μου μαζί τους, δάκρυσα κι εγώ, ακόμα και ο παππούς. Εκείνος το μόνο που έκανε πια ήταν να θυμάται. Μνήμες μιας ζωής.

«Τι λες Αννιώ. Θα προλάβουμε;»

«Θα προλάβουμε. Αρχόντω».

«Κι αν όχι εμείς; Τότε σίγουρα τα παιδιά μας. Το πιστεύεις;»

«Το πιστεύω». 

 

Η ελπίδα δε χάθηκε, παρέμεινε ζωντανή στην ψυχή του κάθε Έλληνα. Οι θρύλοι που κράτησαν το όνειρο, με αυτούς που μεγάλωσε η θεια Αννιώ, που μεγάλωσε η γιαγιά Αρχόντω, που μεγάλωσε ο παππούς μεταφέρθηκαν σε μένα. Ρίζωσαν στην καρδιά μου και άρχισα να πιστεύω σε αυτό που έλεγε η γιαγιά, σε ένα πελώριο κύκλο, που… κάποτε…, κάποτε θα επαναληφθούν τα γεγονότα.

          Η Πόλη έπεσε στις 29 Μαΐου ημέρα Τρίτη 1453. Τότε ένα πουλί πέταξε κι έφερε το μαντάτο σε ένα χωριό της Ηπείρου ακριβώς την ώρα που ένα κοπάδι έπινε νερό από ένα ποτάμι. Το ποτάμι σταμάτησε να κυλά και θα ξαναρχίσει πάλι την πορεία του όταν η Πόλη ξαναγίνει Ελληνική. 

          Η γιαγιά μαζί με την θεία Αννιώ πήγαιναν πολύ συχνά στο Μπαλουκλή για την εκκλησιά της Ζωοδόχου Πηγής και το Αγίασμα της. Αυτό είναι μια πηγή που τρέχει σε μια δεξαμενή με ψαράκια. Κατά την παράδοση την ώρα που έπεσε η Πόλη ένας καλόγηρος τηγάνιζε ψάρια, κι αυτά πήδησαν απ’ το τηγάνι κι έπεσαν στη δεξαμενή, μισοτηγανισμένα. Όταν η Πόλη γίνει πάλι Ελληνική ο καλόγηρος θα συνεχίσει το τηγάνισμα.

          Τη στιγμή που οι Τούρκοι μπήκαν στην ‘Αγια Σοφιά ο παππάς που λειτουργούσε πήρε το Άγιο Δισκοπότηρο, για να μην πέσει στα χέρια τους, και μπήκε σε μια πόρτα κι εκείνη έκλεισε πίσω του. Θα ξανανοίξει και ο παππάς θα συνεχίσει την Λειτουργία όταν η Πόλη γίνει πάλι Ελληνική.

          Όταν έπεσε η Πόλη και μετά, τρία αδέλφια από την Κρήτη, πολύ θαρραλέα, συνέχισαν να πολεμούν σε έναν από τους Πύργους της. Οι Τούρκοι δεν κατάφερναν να τον καταλάβουν. Ο Σουλτάνος εντυπωσιάστηκε και τους άφησε να φύγουν δίδοντας τους κι ένα καράβι για να επιστρέψουν στην Κρήτη μαζί με τους άνδρες τους. Εκείνοι το δέχτηκαν. Το πλοίο όμως δεν έφτασε ποτέ στην Κρήτη. Η παράδοση λέει πως από τότε περιπλανώνται στο πέλαγος και θα περιπλανώνται μέχρι την ημέρα που θα αρχίσει πάλι η μάχη. Τότε θα επιστρέψουν στην Πόλη για να πολεμήσουν.

          Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Ο τελευταίος αυτοκράτορας.

          Ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς.

Πόσο πολύ μου άρεσε να ακούω αυτή την ιστορία. Η γιαγιά μου έλεγε πως το πτώμα του δε βρέθηκε ποτέ. Λένε πως όταν οι Τούρκοι μπήκαν μέσα ο Κωνσταντίνος προσπάθησε καβάλα στο άλογο του να τους εμποδίσει, καθώς όμως πολεμούσε έπεσε μαζί με το άλογο του. Τότε ένας με το σπαθί του πήγε να τον σκοτώσει. Εκείνη τη στιγμή όμως Άγγελος Κυρίου τον άρπαξε και τον έκρυψε σε μια σπηλιά αφού πρώτα τον μαρμάρωσε. Όταν έρθει εκείνη η στιγμή όπου ο Κύριος επιτρέψει η Πόλη μας να ξαναγίνει Ελληνική, ο Άγγελος θα του δώσει ζωή και με το σπαθί του θα πολεμήσει τους Τούρκους.  

 

«Σώπασε κυρά Δέσποινα και μη πολυδακρύζεις.

Πάλι με χρόνους με καιρούς, πάλι δικά μας θα ‘ναι». 

                      Από δημοτικό τραγούδι

 

 Είναι στιγμές της ζωής μου, που καθώς κοιτώ εκείνα τα μικροπράματα της γιαγιάς μου, της Αρχόντισσας, όπως την έλεγε ο παππούς, μέσα στη βιτρίνα νομίζω πως μου μιλούν, μου διηγούνται ιστορίες μακρινές κι εγώ γυρίζω πίσω και ζω μαζί με εκείνην και το όνειρο.

 
Copyright © 2013     Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου
"All rights reserved"


Το ανωτέρω κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Παλμός Γαλατσίου 7 Ιουνίου 2013 Αρ. φύλλου 327


 

Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013



Από το βιβλίο μου "Διώξε τη σκόνη από πάνω σου".

 

Copyright © 2008     Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου
“All rights reserved