Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2012

απόσπασμα από το βιβλίο μου "Κοριός στο μαξιλάρι του Προέδρου".





..... Είχα φτάσει πια στη Μεγάλη Γέφυρα, θυμωμένος με τη ζωή μου και σίγουρος πως κανείς δε θα ψάξει να με βρει, κατέβηκα την όχθη του ποταμού, και κάθισα χάμω, στην άκρη, εκεί που το κάτω μέρος της γέφυρας ενώνεται με τη γη και το νερό. Δεν πέρασε πολύ ώρα κι άκουσα να με φωνάζουν. Δεν ήθελα να με βρουν. Ζάρωσα όσο πιο πολύ μπορούσα, ώστε να μη φαίνομαι και τότε είδα αυτό εδώ το άνοιγμα. Τρύπωσα μέσα, προχώρησα μπουσουλώντας μέχρι που η τρύπα μεγάλωσε και μπόρεσα να σταθώ όρθιος....


  Ο Γερόλυκος σηκώθηκε απ΄ την πέτρα που καθόταν έκανε δυο βήματα, γονάτισε και με το χέρι του  έδειξε ένα βαθούλωμα.



...Εδώ βρήκα ένα μεταλλικό κουτί. Το άνοιξα με δυσκολία».

            «Και τι είχε μέσα;»,  ρώτησε ο δημοσιογράφος.

            «Χειροβομβίδες, καλώδια, ολόκληρα ζωνάρια με σφαίρες. Το ’κλεισα ξανά τρομαγμένος και προχώρησα προς την έξοδο. Μπουσουλώντας πάλι και με τα πόδια βουτηγμένα στο νερό, βρέθηκα στην άκρη του ποταμού. Ξαλάφρωσα όταν είδα τον ουρανό και τα πανύψηλα δένδρα μπροστά μου κι εκεί που ανάσαινα με ανακούφιση άκουσα τη φωνή της Πηγής που με φώναξε. “Εδώ είσαι και σε ψάχνω;”

Ανέβηκα στα γρήγορα την όχθη και άρχισα να τρέχω χωρίς να της μιλήσω καν. Είχα πάρει την απόφαση μου. Να φύγω μακριά, όσο πιο μακριά γινόταν.

            Βρέθηκα μπροστά στον λόφο. Άρχισα να τον ανεβαίνω τρέχοντας, αδιαφορώντας για την Πηγή που συνέχισε να με φωνάζει. “Μη τρέχεις, περίμενε με....Λύκο περίμενε με. Γιατί είσαι τόσο κακός; Εεε... περίμενε.”

            Εγώ όμως δεν περίμενα. Ο ουρανός είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Μαύρα σύννεφα είχαν καλύψει τον ήλιο κι εγώ όσο προχωρούσα ένοιωθα τον κρύο αέρα να με παγώνει. Έτρεχα..., κάποια στιγμή λαχανιασμένος έφτασα στην κορυφή. Δεν είχα που να πάω. Σταμάτησα κι άρχισα να φωνάζω δυνατά. Και τότε... άκουσα ξανά και ξανά την ίδια φωνή. Έπεσα στα γόνατα, ακούμπησα το κεφάλι μου στη γη και το σκέπασα με τα χέρια μου τρομαγμένος. Ούτε που σάλευα. Σε λίγο άκουσα τη φωνή της Πηγής, σχεδόν τσίριζε και... ξανακούστηκε και η δική της φωνή. Έτσι γονατιστός όπως ήμουν γύρισα προς τον ουρανό και φώναξα με όση δύναμη είχα.

“Θεέ Εσύ μας μιλάς;”

Και ξαφνικά ο ουρανός γέμισε από αστραπές που σα φωτοβολίδες φώτισαν το σκοτεινό τοπίο. Κεραυνοί χώρισαν τα σύννεφα, σα να τα κομμάτιασαν μεγάλα γυαλιστερά μαχαίρια. Βροντές ακούγονταν απ’ άκρη σε άκρη. Κι εγώ... έμενα ακίνητος....



            Ο Γερόλυκος σηκώθηκε από εκεί που ήταν γονατιστός κι έπιασε τον Κίμωνα απ’ τον γιακά.

            «Αθηναίε, καταλαβαίνεις;» του είπε. «Μιλούσα με τον Θεό. Το πιστεύεις; Πες μου στ’ αλήθεια το πιστεύεις;» τον ξαναρώτησε και συνέχισε να τον κρατά απ’ τον γιακά. «Μιλούσα με τον Θεό», επανέλαβε.

Μετά κάθισε πλάι του, στη μεγάλη πέτρα και συνέχισε:



....Ο αέρας πια φύσαγε δυνατά. Ανακάτευε τα μαλλιά της Πηγής κι εκείνη στεκόταν εκεί όρθια, ακίνητη σαν κι εμένα, φοβισμένη. Σε λίγο χοντρές στάλες βροχής άρχισαν να πέφτουν και μετά χαλάζι, χοντρό σα ρεβίθι. Τρομάξαμε. Η Πηγή έκλεγε.

“Εμείς το κάναμε αυτό;” ρώταγε και ξαναρώταγε.

“Δεν ξέρω”, της απαντούσα σε κάθε της ερώτηση και τρέχαμε να σωθούμε. Κατεβαίναμε τον λόφο. Γλιστρούσαμε πάνω στο χαλάζι που έπεφτε με μανία. Βρεγμένοι ως το κόκαλο, χωρίς να μπορούμε να αναπνεύσουμε, φτάσαμε κοντά στο σπίτι. Η μάνα της Πηγής μας περίμενε έξω, η έκφραση του προσώπου της ήταν ανήσυχη. Η Πηγή μόλις την είδε φώναξε:   

            “Μαμά…!” κι έτρεξε προς το μέρος της.

Ήθελα κι εγώ να φωνάξω “μαμά”, αλλά εγώ δεν είχα. Εκείνη λες και το κατάλαβε.

“Εδώ είμαι”, φώναξε δυνατά για να την ακούσω κι άνοιξε τα χέρια της. Έτρεξα με δύναμη, χώθηκα  στην αγκαλιά της.

“Μάνα!” φώναξα και ήταν η πρώτη φορά που την είπα μάνα, την ένοιωσα τόσο δική μου, σαν να ήταν η μάνα μου και την αγάπησα, όπως αγαπούσα την μάνα μου. Τόσο πολύ.

Μείναμε και οι τρεις έτσι αγκαλιασμένοι, ενώ μας χτύπαγε το χαλάζι. Έκλαψα. Αυτή ήταν και η ωραιότερη στιγμή της ζωής μου. Από τότε άρχισα να αγαπώ όλα τα πράγματα που λίγο πιο πριν μισούσα. Και όσο περνούσε ο καιρός αυτή η αγάπη έγινε αρρώστια και άρχισε να τρωει τα σώθηκα μου, όπως το σαράκι που τρωει τα σπλάχνα του ξύλου.

*

Ο Κίμων σταμάτησε για λίγο αυτή τη τρομερή αφήγηση του Γερόλυκου και κοίταξε την Ευτυχία στα μάτια. Εκείνη δεν μίλησε. Έμειναν έτσι να κοιτάζονται.

 Το αεράκι δυνάμωσε. Η θάλασσα θύμωσε κι άρχισε να χτυπάει την προκυμαία. Ο μόνος επισκέπτης της, εκείνος ο ψαράς, παρέα με τα λιγοστά του ψάρια, την εγκατέλειψε γρήγορα κι αυτός. Η θάλασσα συνέχισε να χτυπά την προκυμαία, άλλοτε να αφρίζει κι αυτός ο αφρός της να την χαϊδεύει, να την γλύφει και πριν προλάβει να στεγνώσει να την βρέχει πάλι και να μουρμουρίζει αδιάκοπα σα να κλαιει.   


Ήταν ένα απόσπασμα από το βιβλίο μου "Κοριός στο μαξιλάρι του Προέδρου". 


 

Copyright © 2007     Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου

“All rights reserved”



Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012



                          Ήταν ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο μου "Κοριός στο μαξιλάρι του Προέδρου"


 

Copyright © 2007     Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου

“All rights reserved”



Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2012

ποίηση




Είναι το ποίημα "ΑΛΗΘΕΙΑ" από την ποιητική μου συλλογή "Το γυάλινο δωμάτιο
 

Copyright © 2012     Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου

“All rights reserved”