Δευτέρα 22 Απριλίου 2019







                                           ΟΜΙΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛΙΔΗ



Η ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου μου (άρωμα σε μελανοδοχείο) του Κυριάκου Χατζημιχαηλίδη (σκηνοθέτη, παραγωγού, ιδρυτή της Εταιρίας Πολιτισμού t-short)

_____

Κάτω από την ιδιότητα μου, την κινηματογραφική, του σκηνοθέτη και του παραγωγού βγάζω πιο έξω δυο τρία πράγματα για το έργο της Καίτης και την κινηματογραφική του διάσταση.

            Η αναπαράσταση στο βιβλίο γίνεται με ένα πολύ διαφορετικό τρόπο και η αναπαράσταση στο σινεμά με ένα εντελώς διαφορετικό δικό του. Πολλοί έχουν την εντύπωση πως το σενάριο είναι μια απλή και εύκολη υπόθεση γιατί μοιάζει λιγάκι με το συγγραφικό κείμενο. Ενώ δεν είναι καθόλου έτσι. Το σενάριο είναι ένα εργαλείο. Δεν έχει γραφτεί για να διαβάζεται. Το σενάριο έχει γραφτεί μόνο για να υπηρετήσει την ταινία. Πρέπει να μεταφερθεί σε εικόνα και ήχο και γι’ αυτό απαιτεί συγκεκριμένους νόμους συγγραφής. Γράφουμε πάντα στον ενεστώτα, στο τρίτο πρόσωπο. Γράφουμε ό,τι βλέπουμε και ότι ακούμε και δεν χρησιμοποιούμε καλολογικά στοιχεία.

Πώς λοιπόν ένα συγγραφικό έργο μπορεί να μετατραπεί σε σενάριο;

            Κατά τη γνώμη μου οι αρετές για ένα τέτοιο πέρασμα κρύβονται στις διαστάσεις που έχει το κάθε έργο, και το έργο της Καίτης πληροί αυτές τις προϋποθέσεις. Έχει τις κινηματογραφικές εκείνες δυνατότητες που ξεκινούν από την εικόνα και φτάνουν στον ήχο. Τα λόγια είναι μέσα από μία σειρά εργασιών που αφορούν την κινηματογραφική τέχνη. Για παράδειγμα σε όλα τα βιβλία της Καίτης οι τόποι, τα σημεία δράσης, που εκφράζονται έτσι στον κινηματογράφο είναι όλα ένα προς ένα κι έχουν την δική τους μαγική διάσταση, είτε είναι τόποι, είτε είναι γειτονιές, είτε είναι τα σπίτια, είτε είναι τα δωμάτια μέσα. Διαβάζοντας τα καταλαβαίνει κανείς ότι με την φαντασία του μπορεί να μπει και να τα μεταφέρει κοντά του. Η άλλη διάσταση είναι οι χρόνοι. Στα βιβλία της Καίτης έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ακολουθούν μια πορεία από τα πίσω προς τα εμπρός αλλά ταυτόχρονα σε πάνε σ’ ένα παρελθόν ή σε ένα παρόν που τηρούν μια διάσταση ονειρικού χρόνου. Οι σχέσεις όχι μόνο των πρωταγωνιστών αλλά όλων των ρόλων είναι σχέσεις μιας βαθιάς εσωτερικής σύγκρουσης κι αυτό είναι κάτι που το έχει ανάγκη το σινεμά γιατί… το σινεμά κατά τη γνώμη μου όταν στερείται εσωτερικών συγκρούσεων είναι απλώς μία διανόηση. Τα βιβλία της Καίτης χαρακτηρίζονται κυρίως από τις σχέσεις πολύ περισσότερο από τα άλλα χαρακτηριστικά. Ένα άλλο βασικό στοιχείο είναι η αίσθηση. Η αίσθηση που αποπνέουν τα έργα. Η αίσθηση η οποία είναι αναγκαία για να κινητοποιήσεις έναν σκηνοθέτη ή έναν παραγωγό να μπει στην διαδικασία, μια τεράστια διαδικασία που χρειάζεται και χρόνο και χρήμα. Όταν μια σελίδα είναι δύσκολο να γραφτεί σκεφθείτε πόσο δύσκολο είναι να γίνει ταινία. Πρέπει να κινητοποιηθούν εκατοντάδες διαδικασίες, εκατοντάδες άνθρωποι και χρήματα.

            Το έργο της Καίτης νομίζω ότι είναι κινηματογραφικό γιατί αυτό ξεκινά από την ίδια την Καίτη. Όσες φορές έχω μιλήσει μαζί της  κι όσες φορές επιχειρεί να μου πει κάτι είναι σαν να το βλέπω μπροστά μου. Έχει μια τέτοια επικοινωνιακή διάσταση που αυτό πιστεύω πως είναι το στοιχείο που περνάει μέσα στο έργο της, για να μας κάνει διαβάζοντας το να φτιάξουμε τις δικές μας εικόνες.

            Θέλω να σταθώ σε δύο σημεία. Διαβάζω.

«… Την ημέρα που έφυγε για την Αθήνα έκλαψα. Τον αποχαιρέτησα από την προηγουμένη. Περπάτησα στους δρόμους του Αγρινίου. Κάθισα σ’ ένα πεζούλι, στην πλατεία. Κοίταζα τους περαστικούς αλλά δεν τους έβλεπα . Η πλατεία έμοιαζε άδεια και τα σπίτια μαύρες σκιές…» Για μένα ως σκηνοθέτης αυτές οι τέσσερις γραμμές είναι πολύ σημαντικές για να μην μπορούν να αφαιρεθούν ή να διαμορφωθούν στην σεναριακή εκδοχή. Για φανταστείτε το Αγρίνιο με τους δρόμους του η ηρωίδα να περπατά, να πλησιάζει την πλατεία και να κάθεται σε ένα πεζούλι. Να κοιτάζει τους περαστικούς αλλά να μην τους βλέπει και αυτό είναι η μεγαλύτερη πρόκληση για ένα σκηνοθέτη. Είναι εύκολο να περάσεις ωραίες εικόνες αλλά πολύ δύσκολο να περάσεις εικόνες που ενώ ο ήρωας τα κοιτάζει… δεν τα βλέπει. Αυτό είναι πάρα πάρα πολύ σπουδαία διάσταση  και τέτοιες υπάρχουν πολλές στο βιβλίο της Καίτης.

«… Στην κηδεία μέχρι και η θεία Ευανθία ήρθε. Έγειρα στον ώμο της κι έκλαψα. Θέλεις να μείνω μαζί σου ; με ρώτησε. Όχι θεία, θα τα καταφέρω. Χωρίσαμε έξω από την Πύλη του Κοιμητηρίου…». Αυτή η φράση «χωρίσαμε έξω από την Πύλη του κοιμητηρίου» είναι μια διάσταση κινηματογραφική, για έναν σκηνοθέτη, που μπορεί να επισφραγίσει τα προηγούμενα.

«… Μετά την κηδεία επέστρεψα στο σπίτι μόνη. Πρώτη φορά έβλεπα το σπίτι τόσο μικρό…» Είναι πρόκληση για έναν σκηνοθέτη να βάλλει στο πλάνο του έναν άνθρωπο μέσα στο σπίτι και να δώσει στον θεατή την αίσθηση ότι το σπίτι έχει μικρύνει.

Και φυσικά το φινάλε είναι ένα σημαντικό σημείο και στο βιβλίο και στο σινεμά διότι επισφραγίζει όλη την απόλαυση που μπορεί να αντλήσει κανείς αυτές τις ώρες βλέποντας ή διαβάζοντας.

____________

 










ΟΜΙΛΙΑ ΕΛΕΝΗΣ ΒΟΓΙΑΤΖΗ

Η ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου μου «άρωμα σε μελανοδοχείο της δημοσιογράφου και Μέλους του Δ.Σ της Ελληνικής Λέσχης Βιβλίου Ελένης Βογιατζή.
________
Πολλές φορές θέλουμε να κοιτάξουμε ψηλά για τα σπουδαία. Πολλές φορές κοιτάμε μέσα μας για να βρούμε τα ωραία. Όλα αυτά αξίζουν μόνοι αν κάποτε τα βρούμε δίπλα μας. Ένα καλογραμμένο βιβλίο με πολλή έντονα συναισθήματα, δοσμένο με παραστατικό τρόπο. Βιβλίο που εύκολα μπορεί να βρει μια γυναίκα κομμάτια του εαυτού της.
Σύνθετη και πονεμένη ιστορία, με κοινωνικά μηνύματα που διαβάζεται με μεγάλο ενδιαφέρον (κι εδώ είναι το κλειδί ενός επιτυχημένου βιβλίου διαβάζοντας ο αναγνώστης να αγωνιά για το παρακάτω)δίνοντας έμφαση στις αξίες που θα καταπατήσει η ηρωίδα του βιβλίου προκειμένου να φτάσει στην κορυφή. Ο λόγος για την Ελεονόρα Τράβης ή Τραβοπούλου. Μια γυναίκα που έζησε όλη της την ζωή δραπετεύοντας από τον εαυτόν της. Φτωχά τα παιδικά της χρόνια, γεννημένη σε ένα μικρό χωριό της Ευρυτανίας κι αργότερα λίγο πιο έξω απ’ το Αγρίνιο. Χωρίς συγγενείς εκτός από την θεία της που θα παίξει σημαντικό ρόλο την ζωή της και στην εξέλιξη της. Αγνώστου πατρός με μια μητέρα μισότρελη όπως την αποκαλούσε, αλλά… διαβάζοντας το βιβλίο θα καταλάβετε πως μόνο τρελή δεν ήταν. – Παιδί εκτός γάμου , αλλά καρπός ενός έρωτα που δεν άνθισε ποτέ στα χρόνια της Γερμανικής κατοχής Αφ΄ενός μεν οι έρωτες που γεννήθηκαν στην θύελλα του πολέμου ήταν καταδικασμένοι από την κοινωνία στην «ΠΥΡΑ» αφ’ ετέρου δε είχε τραγική κατάληξη.
Κι εδώ γυρνάμε στην Ελεονόρα, στην παιδική της αγάπη για τον Νίκο. Αγάπη που έγινε σκιά να περιφέρεται σε όλη της την ζωή ανάμεσα στους ανθρώπους που την περιβάλουν.
Ης άρεσε η δημοσιότητα, αλλά την φοβόταν κιόλας. Άγγιξε την επιτυχία και την δόξα αλλά δεν τα απόλαυσε ποτέ. Η Ελεονόρα γνώρισε πολλούς άντρες που στάθηκαν στο πλευρό της κι ο καθ΄ ένας απ’ αυτούς είχε και κάτι να της δώσει. Μα γιαυτό και οι σχέσεις της μαζί τους. Δεν αγάπησε και δεν ερωτεύτηκε κανέναν. Ήταν υπεράνω κάθε ρομαντικής έλξης και σεξουαλικής επιθυμίας. Καταπάτησε , αγνόησε αξίες- την εντιμότητα και κυρίως την αγάπη. Το να μπορείς να αγαπάς είναι αξία, σεβασμός για την ζωή. Έζησε μέσα την θλιβερή πραγματικότητα, η οποία αντανακλάται στο μεταβαλλόμενο ηθικό τοπίο του κόσμου. «Εχθρικά διακείμενη στο καλό» αγάπησε περισσότερο την ηδονή από τον Θεό. Μια γυναίκα που υιοθέτησε υλιστικές αξίες ι επένδυσε στην δυστυχία. Φιλόδοξη πέραν του δέοντος. Μεγαλομανία. Επιδιώκει με κάθε τρόπο να κατακτήσει την δόξα. Στερεί τη χαρά της πατρότητας από τον σύντροφό της και μετέπειτα φίλο της γιατί παντρεύτηκε άλλον και για άλλον λόγο.
Μα στο τέλος αφού άφησε τους ανέμους να θερίσουν ην ψυχή της γυρίζει πίσω το «ρολόι» ή… νόμιζε πως το γύρισε, στην εφηβική της αγάπη, τον Νίκο.
Μπορεί να γυρίσει τον χρόνο πίσω και πάλι απ’ την αρχή; Μπορεί να ξεφύγει από την ένταση που έζησε όλα αυτά τα χρόνια;
Μπορεί να βάλει χαλαρά τελεία σε ένα κεφάλαιο που διήρκησε χρόνια χωρίς να λερώσει την ψυχή της το μελάνι;

_______