Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

διήγημα


Το δώρο



Είχα κολλήσει τη μύτη μου στο τζάμι και δεν έλεγα να ξεκολλήσω από το να κοιτώ το χιόνι που έπεφτε απ’ το πρωί. Στην Αθήνα δεν βλέπαμε εύκολα χιόνι και πραγματικά ζήλευα όσους έμεναν στα βόρεια και χαίρονταν αυτές τις άσπρες πέρλες που χύνονταν απ’ τον ουρανό. Δεν είναι πέρλες, μου έλεγε η ξαδέλφη μου, και γέλαγε μαζί μου. Εγώ όμως έτσι τις έβλεπα, για πέρλες. Πολύ μικρή είχα πάρει το κολιέ της μαμάς μου, ευτυχώς τα μαργαριτάρια ήταν ψεύτικα, με ένα ψαλίδι έκοψα το νήμα που ήταν περασμένα, ανέβηκα σε μια καρέκλα και άρχισα να πετώ τα μαργαριτάρια από δω και από κει. Χιόνι, χιόνι, φώναξα. Το αποτέλεσμα… να φάω τιμωρία. Τι χιόνι και αηδίες είναι αυτές, έκανε θυμωμένη η μητέρα μου, και άρχισε να μαζεύει από κάτω τα μαργαριτάρια ή… το χιόνι, αν θέλετε.  

Ήταν 31 του Δεκέμβρη και το βράδυ θα μαζευόμασταν όλοι στο σπίτι του παππού για να υποδεχτούμε τον Καινούριο Χρόνο, θα κόβαμε την βασιλόπιτα και θα ανταλλάσσαμε δώρα. Ήμουν μικρή και το δώρο που απέκτησα εκείνη την βραδιά το έχω ακόμα. Ήταν το ωραιότερο του κόσμου, που δεν συγκρίνεται με κανένα άλλο δώρο. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη χαρά όταν άνοιγα το χρυσό του κουτί και τα δάκτυλά  μου άγγιξαν μια πανέμορφη κούκλα. Το βλέμμα μου έπεσε στο κολιέ που φορούσε. Τρεις σειρές μαργαριτάρια. Την πήρα στην αγκαλιά μου και τη βάπτισα αμέσως. Καιτούλα την ονόμασα.

Το φόρεμά της ήταν κόκκινο, κρατούσε μια μπλε τσάντα και αν θυμάμαι καλά είχε κι ένα μπλε καπέλο στολισμένο με λουλούδια. Τα παπουτσάκια της ήταν από μαύρο λουστρίνι, αλλά αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο ήταν το κολιέ. Την αγάπησα πολύ αυτή την κούκλα και την αγαπώ ακόμα. Τότε την έπαιζα, τώρα στολίζει μια γωνιά του δωματίου μου.

 Καθώς περνούσαν τα χρόνια τα όμορφα της ρούχα χάλασαν και το κολιέ έσπασε και το χιόνι χύθηκε πάνω στο ξύλινο πάτωμα. Η μητέρα μου της έπλεξε ένα κοστουμάκι από θαλασσί και ροζ μαλλί. Αυτό φοράει ακόμα.

Είναι η πιο όμορφη κούκλα του κόσμου.   


 

Copyright © 2011     Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου

“All rights reserved”

                                                                              
Η κούκλα μου.
Από Καίτη Λιανου-Ιωαννίδου

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

μια μικρή ιστορία






Το όνειρο του Δημητράκη

Μια μικρή ιστορία

***

Τον θυμάμαι, που μόλις έμπαινε στο σπίτι μας ξάπλωνε κάτω στο πάτωμα και ο μικρός Δημητράκης έπεφτε πάνω του και γέλαγε από χαρά. Έπαιζαν αλογάκι, γαϊδουράκι, χελώνα και πόσα άλλα ζωάκια, αγαπητά στα παιδιά. Πόσο μικρούλης ήταν τότε ο Δημητράκης! Μηνών ακόμη, κι όμως η χαρά του ήταν τόσο μεγάλη όταν έβλεπε τον παππού του, που δεν περιγράφεται! Τον ξεχώριζε από όλους εμάς.

Μεγάλωσε ο παππούς, μεγάλωνε και ο Δημητράκης. Η αλήθεια είναι πως χαιρόμασταν με κάθε τι καινούριο που βλέπαμε στον μικρό μας. Είχε αρχίσει να σηκώνεται, να κάνει τα πρώτα του βηματάκια, να λέει τις πρώτες του λεξούλες και δεν προλάβαμε να αντιληφθούμε πως ο παππούς μεγάλωνε πολύ γρήγορα. Είχε αρχίσει να δυσκολεύεται στις κινήσεις του. Η αναπνοή του κοβόταν, και τις πιο πολλές φορές δεν μπορούσε να κάνει το αλογάκι, κι ας έβλεπε τον Δημητράκη που τον τραβούσε και φώναζε «παππού έλα», «παππού αλογάκι».

Κάποια μέρα, απ’ εκείνες τις δύσκολες μέρες του παππού δεν τα κατάφερε κι έμεινε ξαπλωμένος στο πάτωμα με ένα χαμόγελο χαραγμένο στα χείλη του. Ο Δημητράκης δεν κατάλαβε τίποτε, κι ευτυχώς. Κάθε μέρα όμως περίμενε να τον δει να μπαίνει απ’ την πόρτα, να ξαπλώσει στο πάτωμα και να παίξουνε. Δεν γελά πια σαν πριν και όποιος κι αν είναι αυτός που τον παίρνει αγκαλιά και ξαπλώνει στο πάτωμα όπως ο παππούς του, ξέρει καλά πως δεν είναι εκείνος.

Το ξέρω πως μέσα στην καρδούλα του θα υπάρχει για πάντα η μορφή του και θα περιμένει να τον ξαναδεί. Θα είναι για καιρό το μοναδικό του όνειρο.


 

Copyright © 2011     Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου

“All rights reserved”

                                                                                  


____________

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

Θάλασσα

Θάλασσα. ( Πίνακας. Λάδι σε καμβά 50Χ50 εκ.)
Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου

.....Δεν ήταν στεριανός ο μπάρμπα Σίμος. Όχι βέβαια, δεν ήταν στεριανός. Η ζωή του ήταν η θάλασσα με όλες τις στεναχώριες και τις χαρές που έχει. Η στεριά του πήρε αυτή τη ζωή που είχε μέσα του και τον έκανε ένα κουρέλι. Δεν άντεχε ούτε τους δρόμους, ούτε τα σπίτια. Εκείνος ήθελε τη θαλασσινή ζωή, να βρίσκεται ανάμεσα σ’ αυτά τα δυο ίδια χρώματα του κόσμου, όπως έλεγε.
Του ουρανού και της θάλασσας.

           

Μαύρη τη νύχτα κι άγρια, σκοτεινή να φοβίζει σα στοιχειό.
Γαλανή ήρεμη, χωρίς καμιά ρυτίδα,
γυαλιστερή σα τον ταφτά.
Αφρισμένη, θυμωμένη, άπονη σα τη κακιά μάγισσα. 
Δεν τον ένοιαζε όπως και να ‘ταν.
Αυτήν ήθελε. Τη θάλασσα.

            Και ο Σπύρος που δεν είχε γνωρίσει κανέναν ναυτικό ως τότε, τον άκουγε με τέτοιο ενθουσιασμό, που άρχισε να νοιώθει κι εκείνος αυτή τη μαγευτική έλξη της.

                                                    __________

               Το κείμενο είναι ένα μικρό απόσπασμα από το ανέκδοτο μυθιστόρημα μου " Κοριός στο μαξυλάρι του Προέδρου".


 

Copyright © 2007     Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου

“All rights reserved”


Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

άρωμα σε μελανοδοχείο (απόσπασμα)


**

            Δεν ξέρω αν πρέπει να πιστέψω στη μοίρα. Αν πραγματικά είναι όλα προδιαγραμμένα στον ουρανό ή αν το πεπρωμένο, αυτό που ο λαός λέει ριζικό, είναι δική μας επιλογή. Δεν ξέρω αν ακολουθούμε κάποια πορεία, συγκεκριμένη, αν ένα ναι ή ένα όχι μπορεί να την αλλάξει. Ποτέ δεν κατάφερα να καταλάβω. Το μόνο που ξέρω είναι πως... είτε ενσυνείδητα επιλέγουμε την μοίρα μας, είτε είναι ένας δρόμος που δεν μπορούμε να αλλάξουμε, με τρόμαζε και συνεχίζει να με τρομάζει.      
         Πολλές φορές αναρωτιέμαι. Άραγε αν έμενα στο Αγρίνιο και ακολουθούσα ό, τι πίστευε η μητέρα πως ήταν καλό για μένα, θα ήταν άραγε καλλίτερα; Όταν ήμουν μικρή το μόνο που σκεπτόμουν ήταν να φύγω μακριά, όπου υπήρχαν φώτα. Τώρα... τα χρόνια που πέρασαν βρίσκονται μπροστά μου, σαν αυτοκόλλητες εικόνες που δεν ξεκολλάν. Είναι μια διαδρομή που άλλοτε με ταράζει και άλλοτε μου προκαλεί έναν ασυνήθιστο ενθουσιασμό. Να ήμουν πάλι εκείνη η μικρή κοπέλα που έψαχνε να βρει τον σκοπό της ζωής της ή να ήμουν πάλι εκείνη η φιγούρα ανάμεσα στο πλήθος που την αγαπά.  Χμ... Φιγούρα. Πρώτη φορά χρησιμοποιώ αυτή την λέξη για μένα. Αλλά είναι ίσως η μόνη που μου ταιριάζει. Αυτό ήμουν μια διακοσμητική φιγούρα. Μια ντάμα της τράπουλας, που μπορεί και περνά από χέρι σε χέρι.
         Με τον καιρό άρχισα να ερωτεύομαι, χωρίς να το καταλαβαίνω, τον οποιονδήποτε μου έδειχνε ενδιαφέρον. Γιατί ήταν το μόνο που με ένοιαζε. Και ο έρωτας αυτός που έβγαινε από μέσα μου τόσο ελεύθερος, κυβερνούσε τις σκέψεις μου, τα λόγια μου. Ένας έρωτας που χανόταν όταν χάνονταν κι εκείνοι που μου υπόσχονταν τις επιτυχίες της ζωής... 


Ήταν ένα μικρό απόσπασμα από το ανέκδοτο μυθιστόρημά μου "Άρωμα σε μελανοδοχείο"


Copyright © 2011    Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου

“All rights reserved”

 

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2011

βράβευση


                                          
                                                  ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΟΥΣΑ







        Ο Ελληνικός Πολιτιστικός Όμιλος Κυπρίων Ελλάδος ( Ε.Π.Ο.Κ ) και η εφημερίδα " Κυπριακός Ελληνισμός", απονέμουν το Β΄ Έπαινος στην Καίτη Λιανού Ιωαννίδου για τη συμμετοχή της στον τρίτο Διεθνή Πανελλήνιο Λογοτεχνικό διαγωνισμό στην ποίηση που προκήρυξε ο ΕΠΟΚ με θέμα:
" Αμμόχωστος Βασιλεύουσα ".



_______ 

Αμμόχωστος Βασιλεύουσα


Μοναχική μορφή
Σκιά μες στο σκοτάδι των ατέλειωτων δρόμων της μοναξιάς
Άκου.
Είναι οι φωνές. Είναι τα σήμαντρα της ερημίας που ηχούν.
Κοίτα τη θάλασσα, που ουρλιάζουν τα κύματά της
Καθώς κτυπούν στην προβλήτα.
Σε καλούν.
Το ξέρω. Περνάς τα γιοφύρια με ατέλειωτες ελπίδες.
Ταξιδεύεις με σφιγμένα τα χείλη, μ’ ένα μπόγο στη πλάτη
Και προχωρείς.
Χρώματα κουβαλάς μιας ζωής, αρώματα και γιασεμιά
Και το αγίασμα στον κόρφο τυλιγμένο.
Και την εικόνα της Παναγιάς κρατείς.
Κλαις.
Τα δάκτυλά των χεριών σου το χώμα αγγίζουν.
Ιδρός σταγόνες πληγής στάζει.
Τα βήματα σου χώνονται βαθιά στη λαβωμένη γη.
Τα χείλη σου την φιλούν.
Τα δάκρυά σου, χρυσές ανταύγειες μπλέκονται με τα μοβ του ουρανού.
Κεχριμπάρια και πέρλες, αναρίθμητες εικόνες γίνονται αλυσίδα
Για να σε κρατήσουν ζωντανό σε μια καινούρια ζωή.
Τα χνάρια σου όμως δε θα χαθούν.
Θα μείνουν εκεί για πάντα. Εκεί που έμεινε η καρδιά σου.
Στα όμορφα ανοιξιάτικα πρωινά,
Στους λαμπερούς ήλιους, στα ολόδροσα καλοκαίρια.
Κι αν δεν προλάβεις, ίσως κάποιος άλλος βρει την πνοή
Και συναντήσει αυτό που σε ανάγκασαν ν’ αφήσεις εσύ.
Εκείνο το κομμάτι γης που λάτρεψες, τον αγέρα που ανάπνευσες.
Την αγάπη που μέσα απ’ τα χέρια σου έχασες, τον δικό σου ουρανό.
Ακούς; Τον δικό σου ουρανό.



Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου 



 































   

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011


Ρώτησαν τον Αριστοτέλη.
" Τι είναι η ελπίδα; "
Κι εκείνος απάντησε.
" Το όνειρο ενός ξυπνητού ανθρώπου ".

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

λουλούδια από μένα



 Πίνακες: Λουλούδια
λάδι σε καμβά (90Χ40 εκ. ο καθ' ένας) 
Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου







                    
                                                  
                                                  
                                                                  

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2011

για την αγάπη


Ποτέ δεν υπήρξε ούτε θα υπάρξει τίποτα που να μπορεί να συγκρατήσει την αγάπη,
όσο στον κόσμο θα υπάρχει ομορφιά κι όσο τα μάτια θα 'ναι ελεύθερα να βλέπουν.
                                                                                   
                                                                                             ΛΟΝΓΚΥΣ

Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2011

για σένα


"Εαν η νοσταλγία είναι χαρά
 και τα μάτια δεν δακρύζουν
 Εαν η αγκαλιά είναι γεμάτη τριαντάφυλλα
 και τ' αγκάθια δεν πονούν
 Εαν το όνειρο είναι αληθινό
 βρίσκεσαι στην κορυφή"

                                   Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου

       Από το ανέκδοτο μυθιστόρημά μου "Κοριός στο μαξιλάρι του Προέδρου"



  

Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2011

οι εικόνες μου

Οι εικόνες είναι αντιγραφές φιλοτεχνιμένες από Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου.


Αντιγραφή. Χριστός Μέγας Αρχιερεύς. Αυγοτέμπερα σε προετοιμασμένο ξύλο. (27Χ35εκ.) 
    Αντιγραφή. Η Αγία Αικατερίνη. Αυγοτέμπερα σε παλιό ξύλο. (49Χ35εκ.)
        Αντιγραφή. Παναγία η Γλυκοφιλούσα. Αυγοτέμπερα σε παλιό ξύλο. (24Χ19εκ.)
          Αντιγραφή. Παναγία. Αυγοτέμπερα σε προετοιμασμένο ξύλο. (35Χ25εκ.)
               Αντιγραφή. Παναγία του Πάθους. Αυγοτέμπερα σε προετοιμασμένο ξύλο. (27Χ35εκ.)
               Αντιγραφή. Η Σταύρωση. "λεπτομέρεια". Αυγοτέμπερα σε καμβά κολλημένος σε ξύλο. ( 28Χ19εκ.)
                Αντιγραφή. Θεοτόκος. Madre della Consolazione. Αυγοτέμπερα σε καμβά κολλημένος σε ξύλο. (32Χ23εκ.)
              Αντιγραφή. Ο Παντοκράτωρ. Αυγοτέμπερα σε προετοιμασμένο ξύλο. (27Χ35εκ.)
            Αντιγραφή. Ο Άγιος Νικόλαος. Αυγοτέμπερα σε καμβά κολλημένος σε ξύλο. (35Χ25εκ.)
              Αντιγραφή. Ο Άγιος Γεώργιος. " λεπτομέρεια". Λάδι σε μάρμαρο. (29Χ20εκ.)
         Αντιγραφή. Η Αγία Τριάδα. Αυγοτέμπερα σε προετοιμασμένο ξύλο. (27Χ35εκ.)
      Αντιγραφή. Παναγία η Ελεούσα. "λεπτομέρεια". Αυγοτέμπερα σε προετοιμασμένο ξύλο. (27Χ35 εκ.)
Αντιγραφή. Η Αποκαθήλωση. Αυγοτέμπερα σε προετοιμασμένο ξύλο ( 40Χ30 εκ.)
  
Αντιγραφή. Ο Ευαγγελισμός. "βημόθυρα". Λάδι σε καμβά κολλημένο σε ξύλο ( 40Χ24 εκ.)
Αντιγραφή. Παναγία Δεομένη. Αυγοτέμπερα σε ξύλο ( 25Χ35 εκ.) 


Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

οδοιπορικό


  ΟΜΟΡΦΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ

ΣΤΟΝ

ΤΑΫΓΕΤΟ



Όταν ήμουν μικρή κι έβρεχε νόμιζα πως έκλεγε ο ουρανός επειδή τα σύννεφα κρατούσαν τον ήλιο μακριά μας. Κι όταν η βροχή επέμενε να πέφτει για μέρες στεναχωριόμουν. Μέσα στην παιδική μου καρδιά φώλιαζε ένας φόβος, πως ίσως είναι πάντα έτσι, βροχερά και σκοτεινά κι εγώ αγαπούσα τον ήλιο και το δυνατό φως.

Την πρώτη φορά που επισκέφθηκα το Σελεγούδι ήταν Μεγάλη Εβδομάδα. Ο ουρανός έκλεγε για τρεις συνεχόμενες μέρες κι εγώ πραγματικά ήθελα τόσο πολύ να περπατήσω κάτω απ’ τον ζεστό ήλιο, να κόψω λουλούδια της άνοιξης, να μυρίσω το άρωμα τους και τρόμαξα πως δεν θα το κατάφερνα και οι μέρες θα κυλούσαν άδειες και μουντές κι απογοητεύτηκα.

Πολλοί είναι εκείνοι που υποστηρίζουν, πως η ίδια φύση κάποια στιγμή προσφέρει κάτι άλλο, πιο σημαντικό απ’ αυτό που επιθυμούμε γι αυτό δεν πρέπει να απογοητευόμαστε. Και πράγματι, εκείνες τις μέρες που τα σύννεφα κρατούσαν τον ήλιο μακριά μας, η φύση πλασμένη απ’ το παντοδύναμο χέρι του Θεού, μου πρόσφερε κάτι το μοναδικό που στην Αθήνα ανάμεσα στις πολυκατοικίες, τις βαριές σκιές τους, το τσιμέντο και το άχαρο σκουρωπό γκρι χρώμα της ασφάλτου, δεν μπορώ να απολαύσω.

Θέλω να με πιστέψετε. Εκείνες τις μέρες του Πάσχα, κάτω απ’ το μουντό χρώμα του ουρανού και τα δάκρυα που συνόδευαν τα Πάθη του Χριστού, μακριά απ’ τον ορυμαγδό της πόλης και τα λαμπερά φώτα, σ’ ένα χωριουδάκι της Λακωνίας, ό,τι εισέπραξα το κράτησα βαθιά μέσα στην ψυχή μου και θα μείνει για πάντα να μου θυμίζει την ομορφιά και την αγάπη, και σήμερα έξι μήνες αργότερα, ημέρα Κυριακή, απόγευμα 26 του Οκτώβρη, όταν ο ήλιος κοκκίνιζε τον ουρανό και τα λιγοστά σύννεφα που σαν φλεγόμενα πλοία έφευγαν αφήνοντας τις σκιές τους να γλύφουν τις πλαγιές του Ταΰγετου, οι ακτίνες του καθώς γλιστρούσαν ανάμεσα τους, φάνταζαν πως σταματούσαν πάνω στο Μοναστήρι της Παναγιάς της Γιάτρισσας δίνοντας του ένα λαμπερό φως.



Κλείσε τα μάτια και άφησε τις σκέψεις σου να ταξιδέψουν πέρα απ’ τους δρόμους και τα σπίτι, πέρα απ’ τις πεδιάδες και τις βουνοκορφές, πέρα απ’ τις λίμνες, τα ποτάμια, τις θάλασσες. Αφήσου λεύτερος, ταξίδεψε πέρα απ’ τον ορίζοντα στο άπειρο και ζήτησε απ’ την Παναγιά να γιατρέψει τις πληγές σου.          



ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΙΑΤΡΙΣΣΑ



Ήταν απόγευμα 28 Οκτωβρίου και αποφασίσαμε να επισκεφθούμε το Μοναστήρι της Γιάτρισσας κτισμένο σε υψόμετρο 1.175 μ.

Το να μπορέσω να περιγράψω την ομορφιά του τοπίου καθώς ανεβαίναμε προς την κορυφή, πραγματικά μου είναι αδύνατον και ο αναγνώστης ας με συγχωρέσει. Η διαδρομή μας φάνταζε σαν όνειρο. Περνούσαμε ανάμεσα από πεύκα, έλατα και κέδρους. Το άρωμα ήταν μεθυστικό και η θέα που παρουσιαζόταν κάτω απ’ τα πόδια μας μαγική. Τα χωριά του Ταΰγετου με τα άσπρα σπίτια τους, όπως οι πέρλες και με τα κόκκινα κεραμίδια τους, όπως τα ρουμπίνια, έμοιαζαν άλλα πως κρέμονταν από τις πλαγιές του, άλλα να είναι κολλημένα πάνω του και άλλα να κάθονται σε μέρη που θύμιζαν βράχους, όλα χωμένα μέσα στις πολυάριθμες πινελιές του πράσινου στοιβαγμένες η μια πάνω στην άλλη κι άλλοτε τοποθετημένες με ακρίβεια να γεμίζουν τις χαράδρες, τις ράχες και τις πλαγιές.

Όσο ανεβαίναμε το φως γινόταν όλο και πιο αμυδρό. Η θέα σιγά σιγά χανόταν κι ένα πελώριο νέφος σκέπασε ακόμα και τους πιο κοντινούς κορμούς των πανύψηλων δέντρων. Το όμορφο Μοναστήρι της Παναγιάς τυλίχτηκε από ένα παχύ πέπλο ομίχλης. Βρισκόμασταν σε υψόμετρο 1175 μ. Δεν μπορούσαμε να δούμε ούτε τον Λακωνικό κόλπο Ανατολικά, ούτε τον Μεσσηνιακό Δυτικά, όπως και τις διάφορες πόλεις και χωριά, τον ποταμό Ευρώτα, τις βουνοκορφές, άλλες ψηλές κι άλλες πιο χαμηλές, τις πλαγιές και τις χαράδρες, τον Φάρο του Γυθείου και τόσα άλλα που άλλες φορές όταν η ατμόσφαιρα είναι διαυγής φαίνονται σα να βρίσκονται τόσο πολύ κοντά, που εσύ δεν έχεις παρά να απλώσεις το χέρι σου και θα τα αγγίξεις. Όλα ήσαν μουντά

«Τι κρίμα που δεν μπορούμε να δούμε τη θέα», είπα.

«Δεν πειράζει. Όλα μπορεί και τα βλέπει η ψυχή μας», άκουσα τη φωνή του Ανδρέα, ενός φίλου από την παρέα μας, ενώ προχωρούσαμε προς το Μοναστήρι.

Και είχε δίκιο. Η ανάταση της ψυχής ήταν τόσο μεγάλη που δεν χρειαζόταν να μπορείς να δεις. Όλα τα βλέπει η ψυχή σου. Νιώθεις πως βρίσκεσαι σε ένα χώρο που μοιάζει να είναι πάνω απ’ τη Γη. Είναι κάτι που ζεις. Είναι κάτι που αισθάνεσαι και δεν θέλεις να τελειώσει ποτέ.

*

Στο ανέκδοτο μυθιστόρημά μου με τίτλο «Κοριός στο μαξιλάρι του Προέδρου», γράφω:

- .....Τη μέρα που με πήγες στον λόφο ξέρεις τι ένιωσα; Πως με αγκάλιαζε ο Θεός, κι αυτό το χρωστάω σε σένα, γιατί το ένιωσα για πρώτη φορά στην ζωή μου, και ίσως να μη το ξανανιώσω ποτέ πια. Κάποτε μικρός ακόμα ρώτησα τη μητέρα μου για τον Θεό. Ήθελα να μου πει τι είναι κι αν θα Τον δω ποτέ. Ξέρεις τι μου απάντησε;

“Είναι πάντα μαζί μας. Κάποτε θα αισθανθείς την αγκαλιά Του. Είναι παντού”.

- Κι εγώ μικρός είχα ρωτήσει τη μάνα μου για τον Θεό. Η Λουλουδένια ήταν πολύ άρρωστη και πέθανε στην κατοχή. Χτικιό είχε. Θυμάμαι ήταν η πρώτη φορά που έκλαψα τόσο πολύ. Μου είπαν να μην κλαιω γιατί τώρα η Λουλουδένια είναι κοντά στον Θεό και ήθελα να πάω κι εγώ να τον γνωρίσω. Ξέρεις τι μου είπε η μάνα;

            “Σπύρο ό,τι βλέπεις γύρω σου το έφτιαξε ο Θεός. Τον γνωρίζεις λοιπόν. Βρίσκεσαι κι εσύ και όλοι μας μέσα στην αγκαλιά Του”.

*

Αυτό ακριβώς αισθάνθηκα, και είμαι σίγουρη και όλοι μας, όταν βρεθήκαμε στην κορυφή, στο Μοναστήρι της Παναγιάς της Γιάτρισσας.

Μας αγκάλιαζε ο Θεός.

            Επιστρέψαμε στο Σελεγούδι αργά το απόγευμα. Οι λίγες ώρες που μείναμε σ’ εκείνο το ύψωμα και η όμορφη συζήτηση που είχαμε με τον πατέρα Σιλουανό και τον πατέρα Χρυσόστομο, τους μόνιμους κατοίκους του Μοναστηριού, γέμισαν το είναι μας με τα ωραιότερα συναισθήματα του κόσμου.

___

Το πότε ακριβώς ιδρύθηκε το Μοναστήρι δεν είναι γνωστό. Στην αρχαιότητα υπήρχε ναός της Αθηνάς, όπου υπηρετούσαν πολλοί ιερείς της εποχής εκείνης. Το 382 μ. Χ. Ένας από εκείνους τους ιερείς πήγε στην Πάτρα όπου ήκμαζε ο Χριστιανισμός, γίνηκε Χριστιανός και όταν επέστρεψε κατήχησε και τους άλλους ιερείς οι οποίοι έγιναν κι εκείνοι Χριστιανοί και κήρυξαν τον Χριστιανισμό σε όλη τη Λακωνία. Ο ναός της Αθηνάς έγινε «Το Γενέσιον της Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας» και μάλιστα έκτισαν και ολόκληρο συγκρότημα μοναστηριού, γι αυτό και η τοποθεσία ονομάζεται «Καλογερικά».

Πολλοί είναι εκείνοι που το Μοναστήρι της Παναγιάς το ονομάζουν απλά «Γιάτρισσα». Σκεφθήκατε γιατί;

Γονατίσατε ποτέ μπροστά στην εικόνα; Ανοίξατε τα χέρια σας και ζητήσατε τη βοήθεια της; Ακολουθήσατε τη λιτανεία; Συναντήσατε εκείνους που γονατιστοί, ξυπόλυτοι πάνω στα αγκάθια και τις πέτρες περπατούν χωρίς πόνο στο σώμα, με απέραντη ευχαρίστηση, γιατί η Παναγιά τους βοήθησε να εκπληρώσουν το τάμα τους; Είδατε τα δακρυσμένα μάτια; Την αγωνία; Την έκσταση; Και μετά την μεγάλη ικανοποίηση, την αγαλλίαση της ψυχής του ότι μπόρεσαν κι έφτασαν. Του ότι τα κατάφεραν και βρέθηκαν εκεί, στην Παναγιά; Του ότι ασπάσθηκαν την εικόνα της;



Κοντά στο Μοναστήρι υπάρχει μια τοποθεσία που ονομάζεται «Βασιλική». Είναι ένα πανέμορφο μέρος γεμάτο έλατα. Θυμίζει Ελβετία. Την εποχή που η φυματίωση ενδημούσε αναγκάζονταν πολλοί άρρωστοι να παραθερίσουν στα βουνά, αλλά και πολλοί υγιείς. Όσοι έμεναν στην Βασιλική περνούσαν από την Γιάτρισσα. Προσεύχονταν και ζητούσαν την βοήθεια της. Εκεί ήταν η ελπίδα και ήσαν πολλοί εκείνοι που επέστρεφαν στα σπίτια τους θεραπευμένοι. Αυτό το δέσιμο που είχαν με το Μοναστήρι και οι διάφορες ιάσεις από την Παναγιά έκαναν τους πιστούς να το ονομάσουν «Παναγιά η Γιάτρισσα».       

Το 1977 ανακηρύχθηκε με Προεδρικό Διάταγμα, Ανδρώα  Κοινοβιακή Μονή «Παναγιά η Γιάτρισσα». Εορτάζει στις 8 Σεπτεμβρίου, όπου γίνονται πολλές δεήσεις, αγρυπνία και η λιτάνευση της Θεοτόκου. Την επομένη της εορτής είναι η μέρα αφιερωμένη στους θεοπατέρες γονείς της Μαριάμ, Ιωακείμ και Άννης.

Το ιερότερο τμήμα του Μοναστηριού είναι η Εικόνα του. Είναι αγιογραφημένη πάνω σε σκληρό ξύλο καστανιάς και είναι καλυμμένη με φύλλο από ασήμι από τον Ηλία Παναγουλάκο το 1863.

Το οποίο και μαρτυρεί η επιγραφή που σώζεται στο κάτω μέρος της εικόνας.

«ΔΙΑ ΣΙΝΔΡΟΜΗΣ ΙΛΙΑΣ ΠΑΝΑΓΟΥΛΑΚΟΣ ΚΕ ΔΙΑ ΧΙΡΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΠΙΘΑΚΗ 1863 ΚΥΘΗΕ»

Ο Ηλίας Παναγουλάκος αρρώστησε από φυματίωση. Οι γιατροί του συνέστησαν να παει στην Ελβετία για να γίνει καλά. Εκείνος όμως προτίμησε να μείνει κοντά στην Παναγιά, στο Μοναστήρι. Η μεγάλη πίστη του τον γέμιζε με ελπίδα κι έπαιρνε δύναμη, όπου κατάφερε και νίκησε την αρρώστια του. Πήρε την θαυματουργή εικόνα της Παναγιάς και την πήγε στα Κύθηρα όπου την επένδυσε με καθαρό ασήμι, «είς μνημόσυνον αίώνιον» και ευγνωμοσύνη.

Δεν είναι όμως μόνο η μοναδική περίπτωση που φαίνεται αυτός ο δεσμός αρρώστου με τη Μονή της Γιάτρισσας. Τον μαρτυρούν πολλά γράμματα που στέλνονται στο Μοναστήρι και περιγράφουν την βοήθεια της Παναγιάς.



_____



«ΕΚ ΠΑΣΩΝ, ΠΑΡΘΕΝΕ, ΤΩΝ ΓΕΝΕΩΝ, Η ΠΡΟΕΚΛΕΧΘΕΙΣΑ ΕΙΣ ΚΑΤΟΙΚΗΣΙΝ ΤΩ ΘΕΩ, ΣΗΜΕΡΟΝ ΤΕΧΘΕΙΣΑ ΧΑΡΑΝ ΤΩ ΚΟΣΜΩ ΦΕΡΕΙΣ, ΑΙ ΓΕΝΕΑΙ ΔΕ ΠΑΣΑΙ ΣΕ ΜΑΚΑΡΙΖΟΥΣΙ».





Σημείωση:

Για το ιστορικό της Μονής, το ιστορικό της θαυματουργής Εικόνας όπως και διάφορες προτάσεις που έχω γράψει σχετικά με τα προαναφερθέντα, χρησιμοποίησα το βιβλίο:



ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ

ΓΥΘΕΙΟΥ & ΟΙΤΥΛΟΥ

ΣΩΤΗΡΙΟΥ(+)



ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ

ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ

«ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΙΑΤΡΙΣΣΑ»



ΚΑΛΑΜΆΤΑ 2005



Καίτη λιανού-Ιωαννίδου



          Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Λακωνικά ( τεύχος 230 ) το έτος 2008


Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2011

η αναζήτηση





Ψυχή (πίνακας λάδι σε καμβά 50Χ50 εκ.)
Καιτη λιανού-Ιωαννίδου)


“ Ψάχνοντας την ομορφιά

στις ψυχές των άλλων

συνάντησα τις μεγάλες αλήθειες

Δεν χρειάστηκε να τις αναζητήσω ”

Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2011

ζωγραφική


Πίνακας ( λάδι σε καμβά 50 Χ 70 εκ. )
      Αυτόν τον πίνακα τον δημιούργησα το  διάστημα που έγραφα το μυθιστόρημά μου
           " Η ΑΛΛΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ"
         είναι η στιγμή εκείνη κατά την οποίαν η ηρωίδα μου συναντά τους αγαπημένους της, ανάμεσα στα σύννεφα.
       Τον ονόμασα έκσταση κι έγινε εξώφυλλο του βιβλίου μου.
    
                            

Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2011

Χρυσές σελίδες



 ..............................................................
            Ο Μίμης και η Αμαλία ήρθαν αμέσως με το πρώτο αεροπλάνο. Η αγωνία για την τύχη της Μαρίκας ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους. Συναντήθηκαν με τον Πρόδρομο, στο σαλόνι του νοσοκομείου. Ο πατέρας του, εκείνος ο σκληρός άνθρωπος, φαινόταν αδύναμος, κυρτός, ένα ράκος. Στάθηκαν για λίγο ακίνητοι και ύστερα αγκαλιάστηκαν.
            Τελικά ως φαίνεται ο θάνατος ενώνει τους ανθρώπους. Ενώνει τον κόσμο του ουρανού με τον κόσμο της Γης. Ενώνει τις ψυχές εκείνων που έφυγαν με τις ψυχές εκείνων που ζουν.
           Η διαδρομή που κάνει ο καθ' ένας μας, όχι μόνος του, εκείνοι που ακολουθούν την πομπή, εκείνοι που συμμετέχουν στην νεκρώσιμη ακολουθία δεν μοιάζει σαν μια ολόκληρη πορεία ζωής, που κρατά μόνο λίγα λεπτά και ύστερα χάνεται; Μένει ένας και μετά από καιρό άγνωστο πόσο...Ποιος μένει;

            Αν μπορούσε η γιαγιά της Αμαλίας εκείνη τη στιγμή να μιλήσει θα της έλεγε η ομορφιά της ψυχής Αμαλία μου. Αυτό μένει να το θυμάσαι.
Η ομορφιά της ψυχής.


       
Copyright © 2010     Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου

“All rights reserved”

 
                                                                         


'Ηταν ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο μου " βιβλίο ημερολόγιο" χρυσές σελίδες. 




      
                                                     

Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2011

Τριαντάφυλλα




Τριαντάφυλλα (Λάδι σε καμβά, 35Χ25 εκ.)

Τα τριαντάφυλλα μου άρεσαν πάντοτε. Όταν ήμουν μικρή πήγαινα στις τριανταφυλλιές μας και χάιδευα τα πέταλα τους. Καθόμουν πλάι τους κι ένοιωθα να λούζομαι με αυτό το υπέροχο άρωμα τους καθώς το αεράκι το 'φερνε πάνω μου. Από τότε που ήμουν μικρή τα τριαντάφυλλα μου δημιουργούσαν την εντύπωση πως αντιπροσωπεύουν την πορεία της ζωής.
Το γιατί; Άγνωστο. 

                                                                                                                                                        
                                                              

Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2011

για τα βιβλία



Στα βιβλία βρίσκουμε την ψυχή του Χρόνου που πέρασε. Την διατυπωμένη ηχώ του παρελθόντος, όταν το σώμα και τα υλικά στοιχεία, που το αποτελούν, έχουν τελείως χαθεί, σαν ένα όνειρο.

ΚΑΡΛΑΫΛ 

Κάθε τι που έκανε, σκέφθηκε, κέρδισε ή δημιούργησε η ανθρωπότητα, όλα αυτά βρίσκονται, σα μια μαγική παρακαταθήκη, στις σελίδες των βιβλίων. Αποτελούνε εκλεκτό κτήμα των ανθρώπων. 

ΚΑΡΛΑΫΛ


Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2011



 Αντίγραφο της εγκαυστικής Εικόνας Χριστός Παντοκράτωρ 6ος αι. μ. Χ. ( Μονή Αγίας Αικατερίνης Σινά ), φιλοτεχνιμένη από Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου. Ελαιογραφία σε ξύλο ( 22Χ42 εκ. ) 2008.

Για την ιστορία η εγκαυστική τεχνική θεωρείται η αρχαιότερη τεχνική εικονογράφησης. Ο αγιογράφος χρησιμοποιούσε χρώματα σε σκόνη λιωμένα σε κερί.

Τρίτη, 21 Ιουνίου 2011

η γυάλινη μπάλα




Γεια σας
Προ ολίγων ημερών έφτιαξα το ιστολόγιο μου. Είχαν δίκιο όσοι μου έλεγαν πως έχει ενδιαφέρον και θα μου αρέσει αυτή η ιδέα. 
            Σήμερα θα σας μιλήσω λίγο για μένα και δεν εννοώ για το βιογραφικό μου, αυτό ήδη το έχω γράψει, αλλά για κάποιες σκέψεις μου και συναισθήματα.
            Γεννήθηκα αρκετά χρόνια μετά τον πόλεμο του ’40 κι όμως οι πληγές που άφησε και ο θρήνος για τα χαμένα παιδιά φαίνονταν ακόμα και στην παιδική μου ηλικία. Η ζωή ήταν πραγματικά δύσκολη κι εγώ ήμουν πολύ μικρή για να μπορέσω να καταλάβω και να συμμεριστώ τους μεγάλους. Παρ’ όλες όμως τις δυσκολίες εισέπραξα αγάπη κι έμαθα να δίνω αγάπη. Ο τότε κόσμος για μένα βρισκόταν μέσα σε μια γυάλινη μπάλα, που γυάλιζε και ιρίδιζε συνεχώς. Ήταν ένας κόσμος όμορφος, γεμάτος οράματα και ιδανικά. Κι εγώ μπορούσα να πιάσω στα χέρια μου αυτή τη μπάλα και να την κοιτώ με δέος. Με τον καιρό όμως άρχισε να χάνει τη λάμψη της. Όλα όσα φάνταζαν όμορφα έχασαν την ωραιότητά τους.
            Πέρασαν χρόνια και η γυάλινη μου μπάλα έπαψε πια να υπάρχει, ο όμορφος της κόσμος χάθηκε μαζί της.
           Ίσως κάποτε μπορέσω και κρατήσω πάλι στα χέρια μου μια άλλη γυάλινη μπάλα με έναν όμορφο κόσμο.



                                                                                         Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

αποφθέγματα που αγάπησα



Ήταν όνειρο; Ω! αν αυτό ήταν όνειρο, αφήστε με να κοιμηθώ,
και μη με ξυπνήσετε ποτέ.
                                     ΛΟΓΓΦΕΛΛΩ

Ο καθένας δίνει όση μπορεί πραγματικότητα στα όνειρα του,
ο άνθρωπος είναι ψυχρός σαν πάγος απέναντι στην αλήθεια
και θερμός σαν φωτιά απέναντι στο ψέμα.

                                   ΛΑΦΟΝΤΑΙΝ

Σε κάθε ηλικία υπάρχει  κι ένα όνειρο που πεθαίνει ή ένα
που πάει να γεννηθεί.

                                    ΕΝΓΚΑΡ

Κυριακή, 19 Ιουνίου 2011

διήγημα




Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

***

Εδώ και καιρό καθηλωμένη στην ίδια αναπηρική καρέκλα, η κυρία Ευρυδίκη κοίταζε ώρες ολόκληρες τον δρόμο, που έφτανε ως το παλιό νεκροταφείο. Έλεγε μάλιστα πως της άρεσε να βλέπει τα πανύψηλα δέντρα που σχημάτιζαν αλέες και στο τέλος του δρόμου ενώνονταν ή να παρατηρεί τον ήλιο που περνούσε ανάμεσα απ’ τα κλαριά και τις φυλλωσιές, τα φύλλα που χρύσιζαν κάτω απ’ τις ακτίνες του ή στη δύση του που χάριζε εκείνο το μαβί χρώμα στους κορμούς, μέχρι που σκοτείνιαζε και χάνονταν τελείως απ’ τα μάτια της, σα να τα κάλυπτε κάποιο τεράστιο μαύρο πέπλο. Και το πρωί, όλα αυτά που εκείνη ονόμαζε απομεινάρια του παρελθόντος, έπαιρναν χρώμα, ζωή. Τίναζαν από πάνω τους τη νυχτερινή δροσιά που τους τύλιξε και άρχιζαν σιγά-σιγά να ρουφάνε φως.          
Μετά την αναπηρία της, η κυρία Ευρυδίκη άλλαξε πολύ. Απ’ εκεί που ήταν τόσο ήρεμη και υπομονετική, έγινε ιδιότροπη και απαιτητική. Παλιά, έβαζε στα ανθοδοχεία κάποια σπάνια λουλούδια, που το άρωμα τους έμοιαζε σαν να ήταν ένα κράμα όλων των αρωμάτων της γης. Ποτέ κανείς δεν έμαθε που τα εύρισκε. Και τώρα που της ήταν αδύνατον να περπατήσει για να μπορέσει να τα βρει και να τα φέρει, να γεμίσει τα ανθοδοχεία της και το άρωμα τους να τρυπώσει παντού, δεν δεχόταν κανένα άλλο λουλούδι να στολίσει το σπίτι της.
Μαζί της έμενε μια γυναίκα, αλλοδαπή, η Ντίνα, έλεγε μάλιστα πως ήταν νοσοκόμα κι έτσι η βοήθεια της ήταν πολύτιμη μια και η ίδια ήταν ανήμπορη πια κι έτσι την δέχτηκε αναγκαστικά. Της την είχε συστήσει κάποια φίλη της. Η μοναδική φίλη που είχε. Εκείνη έπαιρνε το μπαστουνάκι της, κατηφόριζε αργά-αργά τα σοκάκια και την επισκεπτόταν κάθε μέρα, μέχρι που κάποτε πέθανε και η κυρία Ευρυδίκη έμεινε μόνη, μαζί με την Ντίνα, χωρίς κανέναν άλλον στον κόσμο.
Στην αρχή οι δυο γυναίκες δυσκολεύτηκαν πολύ να προσαρμοστούν. Ήταν ένας καινούριος τρόπος ζωής που υποχρεωτικά έπρεπε να δεχτούν. Τα λίγα ελληνικά της Ντίνας δυσκόλευαν ακόμα πιο πολύ την κατάσταση και η ιδιοτροπία της κυρίας Ευρυδίκης δεν άφηνε περιθώρια για ηρεμία. Πέρασε καιρός ώστε να μπορέσει η μια να καταλάβει την άλλη, να την αποδεχτεί και να την εμπιστευθεί. Σιγά-σιγά άρχισαν να γίνονται φίλες και να συζητάνε μεταξύ τους κάποια μυστικά, μικρά και μεγάλα ή  ακόμα και ασήμαντα. Γεγονότα που δεν τα είχαν πει ποτέ σε κανέναν. Και τώρα, η μια κοντά στην άλλη, που ένιωθαν τόσο έντονα αυτή την ανάγκη της εκμυστήρευσης,  ενώθηκαν ακόμα πιο πολύ. Οι μέρες κυλούσαν όμορφα καθώς δανείζονταν τις ιστορίες τους, τους πρώτους τους έρωτες, τις πρώτες απογοητεύσεις. Γέλαγαν μαζί για κάτι που κάποτε τους φάνηκε αστείο ή πραγματικά ήταν αστείο. Έκλαιγαν μαζί για κάτι θλιβερό που πόνεσε την ψυχή τους και τώρα πέρασε πια και ίσως θα έπρεπε να έχει ξεχαστεί. Όλη η ζωή έμοιαζε σαν διαβάτης που περνούσε από μπροστά τους, με όλες της τις χαρές και όλες της τις λύπες.
Κάθε μέρα στις οκτώ η ώρα το πρωί, η Ντίνα κτυπούσε ελαφρά την πόρτα της κρεβατοκάμαρας της κυρίας Ευρυδίκης κι έμπαινε μέσα. Με αργά βήματα έφτανε ως το παράθυρο και άνοιγε τις βαριές κουρτίνες που κρέμονταν απ’ το ταβάνι. Το φως που έμπαινε καθώς οι ακτίνες του ήλιου γλιστρούσαν μέσα απ’ τα κλαδιά της λεμονιάς, που βρισκόταν μπροστά στο παράθυρο της, γέμιζε το δωμάτιο. Τότε πλησίαζε το κρεβάτι της. «Κυρία Ευρυδίκη» της έλεγε και της χάιδευε το μέτωπο, που παρ’ όλη την ηλικία της δεν είχε ούτε μια ρυτίδα. «Είναι ώρα να ξυπνήσετε». Και η κυρία Ευρυδίκη άνοιγε τα καταγάλανα μάτια της και την κοίταζε με αγαλλίαση.  Αφηνόταν στην αγκαλιά της κι εκείνη την σήκωνε όλο στοργή, σα να ήταν η μάνα της, την έπλενε και ύστερα την πήγαινε στο μπαλκόνι να δει τον δρόμο με τα δέντρα και να μιλήσουν για τα παλιά. Κι όταν χειμώνιαζε και ο δυνατός αέρας σφύριζε, καθώς περνούσε ανάμεσα απ’ τα γυμνά κλαριά τότε καθόταν μέσα απ’ το τζάμι της τραπεζαρίας και περίμενε να δει το κλάμα του ουρανού να ξεπλένει όσα φύλλα είχαν απομείνει.    
Το ‘ξερε. Ω!... Ναι..., η Ντίνα το ‘ξερε, το ‘νιωθε πως εκεί συναντούσε κάτι μακρινό. Το ‘βλεπε στα μάτια της, σ’ εκείνα τα γαλανά μάτια της, που γυάλιζαν, αλλά η κυρία Ευρυδίκη δεν μίλαγε ποτέ γι αυτά τα μέρη. Πάντα τα προσπερνούσε κοιτάζοντας μόνο προς τα ‘κει, τον δρόμο που δεν είχε τίποτε το ιδιαίτερο. Ένας φαρδύς χωματένιος δρόμος ήταν με πανύψηλα γηραιά δέντρα, γεμάτα σκόνη. Από μακριά φάνταζαν ωραία καθώς τα κλαδιά τους  ενώνονταν στο τέλος του. Αλλά από κοντά έμοιαζαν απολιθώματα κάποιας πόλης που δεν υπήρχε πια. Και το παλιό νεκροταφείο; Κι εκείνο δεν είχε τίποτε, παρά μόνο κάτι κατεστραμμένες ταφόπλακες και κοτρόνες πεσμένες απ’ εδώ και απ’ εκεί.

Ένα όμορφο ανοιξιάτικο πρωινό του Απρίλη που όλα τα λουλούδια ήσαν ανοιχτά και σκορπούσαν ένα μυστηριώδες άρωμα. Η κυρία Ευρυδίκη κράτησε τα χέρια της Ντίνας μέσα στις φούχτες της, την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια και άρχισε να της διηγείται μια παλιά ιστορία για τον δρόμο με τα πανύψηλα δέντρα και το παλιό νεκροταφείο.
Ήταν κοπελίτσα, όταν για πρώτη φορά έφυγε κρυφά απ’ το σπίτι της για να συναντήσει κάποιον, που δεν ήρθε ποτέ στο ραντεβού. Ένα ανοιξιάτικο πρωινό ήταν, σαν κι εκείνο το πρωινό του Απρίλη, ξέχειλο από ένα κράμα αρωμάτων που την οδήγησαν πέρα από τα πελώρια δέντρα του δρόμου, σ’ ένα μέρος που όλοι το ονόμαζαν παλιό νεκροταφείο. Η Ευρυδίκη κλαμένη βρέθηκε μπροστά σε μια θεόρατη σιδερένια αυλόπορτα με χρυσά πόμολα, ενώ δεξιά και αριστερά της οι πανύψηλοι μαντρότοιχοι, σκεπασμένοι με πυκνά φυλλώματα, δεν την άφηναν να δει πιο μέσα. Πλησίασε, έπιασε  τα κάγκελα κι ακούμπησε το κεφάλι της πάνω στα χέρια της. Η αυλόπορτα άνοιξε χωρίς απολύτως καμιά προσπάθεια κι εκείνη προχώρησε αργά μέσα σε έναν μεγάλο κήπο, γεμάτο από παπαρούνες και κίτρινες μαργαρίτες. Ήταν τόσο όμορφα! Έτσι πρέπει να είναι ο Παράδεισος, σκέφθηκε. Κάθισε κάτω κι άρχισε να κόβει λουλούδια και να δημιουργεί στεφανάκια, ενώ απ’ τα μάτια της κυλούσαν δάκρυα που ιρίδιζαν καθώς οι ακτίνες του ήλιου έπεφταν πάνω τους. Σηκώθηκε, πέρασε τα στεφανάκια στα χέρια της σα να ήταν βραχιόλια και προχώρησε στο βάθος του κήπου.
Διάδρομοι από λευκά βότσαλα χάνονταν μέσα σε φυλλωσιές που ευωδίαζαν κι εκείνη μεθυσμένη από αυτή την ευωδιά προχώρησε μέσα στα φυλλώματα. Έκανε λίγα βήματα και πέρασε κάτω από έναν πανύψηλο θόλο. Σκούπισε τα μάτια της και κοίταξε εκστατική τριγύρω της. Βρισκόταν σε μια μεγάλη σπηλιά γεμάτη από σταλακτίτες. Στάλες που έπεφταν σαν δάκρυα πάνω σε μια γαλάζια λίμνη ακούγονταν από μακριά, όπως οι κτύποι ρολογιού. Η Ευρυδίκη προχώρησε κι άλλο. Μια μικρή γέφυρα ένωνε δυο στεριές από λευκά λουλούδια που κοίταζαν προς την μεριά εκείνη, όπου οι ρωγμές των βράχων σχημάτιζαν τα μοναδικά ανοίγματα, ώστε οι ακτίνες του ήλιου εύρισκαν δίοδο κι έμπαιναν μέσα χαρίζοντας στην σπηλιά ένα χρυσαφί χρώμα και στα δάκρυα μια λάμψη διαμαντιού.
Η Ευρυδίκη πλημμυρισμένη από χαρά, γι αυτό το μοναδικό μέρος που γνώρισε, σήκωσε τα χέρια της ψιλά και άρχισε να γυρίζει γύρω-γύρω όπως οι μπαλαρίνες. Τα μάτια της δεν ήταν πια υγρά και το γέλιο της έμοιαζε σα να ήταν μουσικοί φθόγγοι που χαϊδεύουν τους ανάγλυφους τοίχους και μετά σκορπίζονται παρασέρνοντάς σε πολύ μακριά, πέρα απ’ τα σύννεφα. Μετά έσκυψε κι έκοψε του κόσμου τα λευκά λουλούδια, και μόλις βγήκε στον ήλιο αυτά άρχισαν να βγάζουν ένα άρωμα που δεν το είχε ποτέ κανείς γνωρίσει. Γύρισε σπίτι της και γέμισε τα ανθοδοχεία με αυτά τα πανέμορφα λουλούδια που ούτε κι αυτά είχε δει ποτέ κανείς.
Από τότε η Ευρυδίκη, μέχρι που μεγάλωσε, συνέχισε να πηγαίνει κρυφά σ’ εκείνο το μέρος, στο τέλος του μεγάλου δρόμου. Έκοβε λουλούδια και γέμιζε τα ανθοδοχεία του σπιτιού και μόνο όταν πια καθηλώθηκε στην πολυθρόνα και ήξερε πως δεν πρόκειται να περπατήσει ξανά και να δει εκείνον τον δικό της Παράδεισο δεν δέχθηκε κανένα άλλο λουλούδι στο σπίτι της.

 Η κυρία Ευρυδίκη καθώς μίλαγε για εκείνον τον Παράδεισο που γνώρισε, σε κάποια σπηλιά κάτω απ’ την γη, έκλαψε. Και ήταν η πρώτη φορά που η Ντίνα την είδε έτσι, να κλαιει, και σκούπισε με τα χέρια της τα δάκρυα της. Και ήταν η πρώτη φορά που εκείνη της ζήτησε να μη την λεει κυρία, παρά απλά Ευρυδίκη. Και ήταν η πρώτη φορά που έμειναν πολύ ώρα αγκαλιασμένες.
Πέρασαν χρόνια η μια ακουμπισμένη στον ώμο της άλλης. Δεμένες σα να μεγάλωσαν μαζί, αγαπημένες περισσότερο κι από αδελφές, ενωμένες όπως η κόρη με την μάνα. Κι έφυγαν κάποτε μαζί, η μια ακουμπισμένη στον ώμο της άλλης κοιτάζοντας τον δρόμο και το παλιό νεκροταφείο με τα υπέροχα λουλούδια, που δεν έμαθε ποτέ άλλος κανείς.

                                                                                            
__________
        
                                                                                                                          


     
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Λακωνικά ( Τεύχος 233 ) το έτος 2009 και
στην Φιλολογική Πρωτοχρονιά 2010 (Εκδόσεις Μαυρίδη).