Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2011



 Αντίγραφο της εγκαυστικής Εικόνας Χριστός Παντοκράτωρ 6ος αι. μ. Χ. ( Μονή Αγίας Αικατερίνης Σινά ), φιλοτεχνιμένη από Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου. Ελαιογραφία σε ξύλο ( 22Χ42 εκ. ) 2008.

Για την ιστορία η εγκαυστική τεχνική θεωρείται η αρχαιότερη τεχνική εικονογράφησης. Ο αγιογράφος χρησιμοποιούσε χρώματα σε σκόνη λιωμένα σε κερί.

Τρίτη, 21 Ιουνίου 2011

η γυάλινη μπάλα




Γεια σας
Προ ολίγων ημερών έφτιαξα το ιστολόγιο μου. Είχαν δίκιο όσοι μου έλεγαν πως έχει ενδιαφέρον και θα μου αρέσει αυτή η ιδέα. 
            Σήμερα θα σας μιλήσω λίγο για μένα και δεν εννοώ για το βιογραφικό μου, αυτό ήδη το έχω γράψει, αλλά για κάποιες σκέψεις μου και συναισθήματα.
            Γεννήθηκα αρκετά χρόνια μετά τον πόλεμο του ’40 κι όμως οι πληγές που άφησε και ο θρήνος για τα χαμένα παιδιά φαίνονταν ακόμα και στην παιδική μου ηλικία. Η ζωή ήταν πραγματικά δύσκολη κι εγώ ήμουν πολύ μικρή για να μπορέσω να καταλάβω και να συμμεριστώ τους μεγάλους. Παρ’ όλες όμως τις δυσκολίες εισέπραξα αγάπη κι έμαθα να δίνω αγάπη. Ο τότε κόσμος για μένα βρισκόταν μέσα σε μια γυάλινη μπάλα, που γυάλιζε και ιρίδιζε συνεχώς. Ήταν ένας κόσμος όμορφος, γεμάτος οράματα και ιδανικά. Κι εγώ μπορούσα να πιάσω στα χέρια μου αυτή τη μπάλα και να την κοιτώ με δέος. Με τον καιρό όμως άρχισε να χάνει τη λάμψη της. Όλα όσα φάνταζαν όμορφα έχασαν την ωραιότητά τους.
            Πέρασαν χρόνια και η γυάλινη μου μπάλα έπαψε πια να υπάρχει, ο όμορφος της κόσμος χάθηκε μαζί της.
           Ίσως κάποτε μπορέσω και κρατήσω πάλι στα χέρια μου μια άλλη γυάλινη μπάλα με έναν όμορφο κόσμο.



                                                                                         Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

αποφθέγματα που αγάπησα



Ήταν όνειρο; Ω! αν αυτό ήταν όνειρο, αφήστε με να κοιμηθώ,
και μη με ξυπνήσετε ποτέ.
                                     ΛΟΓΓΦΕΛΛΩ

Ο καθένας δίνει όση μπορεί πραγματικότητα στα όνειρα του,
ο άνθρωπος είναι ψυχρός σαν πάγος απέναντι στην αλήθεια
και θερμός σαν φωτιά απέναντι στο ψέμα.

                                   ΛΑΦΟΝΤΑΙΝ

Σε κάθε ηλικία υπάρχει  κι ένα όνειρο που πεθαίνει ή ένα
που πάει να γεννηθεί.

                                    ΕΝΓΚΑΡ

Κυριακή, 19 Ιουνίου 2011

διήγημα




Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

***

Εδώ και καιρό καθηλωμένη στην ίδια αναπηρική καρέκλα, η κυρία Ευρυδίκη κοίταζε ώρες ολόκληρες τον δρόμο, που έφτανε ως το παλιό νεκροταφείο. Έλεγε μάλιστα πως της άρεσε να βλέπει τα πανύψηλα δέντρα που σχημάτιζαν αλέες και στο τέλος του δρόμου ενώνονταν ή να παρατηρεί τον ήλιο που περνούσε ανάμεσα απ’ τα κλαριά και τις φυλλωσιές, τα φύλλα που χρύσιζαν κάτω απ’ τις ακτίνες του ή στη δύση του που χάριζε εκείνο το μαβί χρώμα στους κορμούς, μέχρι που σκοτείνιαζε και χάνονταν τελείως απ’ τα μάτια της, σα να τα κάλυπτε κάποιο τεράστιο μαύρο πέπλο. Και το πρωί, όλα αυτά που εκείνη ονόμαζε απομεινάρια του παρελθόντος, έπαιρναν χρώμα, ζωή. Τίναζαν από πάνω τους τη νυχτερινή δροσιά που τους τύλιξε και άρχιζαν σιγά-σιγά να ρουφάνε φως.          
Μετά την αναπηρία της, η κυρία Ευρυδίκη άλλαξε πολύ. Απ’ εκεί που ήταν τόσο ήρεμη και υπομονετική, έγινε ιδιότροπη και απαιτητική. Παλιά, έβαζε στα ανθοδοχεία κάποια σπάνια λουλούδια, που το άρωμα τους έμοιαζε σαν να ήταν ένα κράμα όλων των αρωμάτων της γης. Ποτέ κανείς δεν έμαθε που τα εύρισκε. Και τώρα που της ήταν αδύνατον να περπατήσει για να μπορέσει να τα βρει και να τα φέρει, να γεμίσει τα ανθοδοχεία της και το άρωμα τους να τρυπώσει παντού, δεν δεχόταν κανένα άλλο λουλούδι να στολίσει το σπίτι της.
Μαζί της έμενε μια γυναίκα, αλλοδαπή, η Ντίνα, έλεγε μάλιστα πως ήταν νοσοκόμα κι έτσι η βοήθεια της ήταν πολύτιμη μια και η ίδια ήταν ανήμπορη πια κι έτσι την δέχτηκε αναγκαστικά. Της την είχε συστήσει κάποια φίλη της. Η μοναδική φίλη που είχε. Εκείνη έπαιρνε το μπαστουνάκι της, κατηφόριζε αργά-αργά τα σοκάκια και την επισκεπτόταν κάθε μέρα, μέχρι που κάποτε πέθανε και η κυρία Ευρυδίκη έμεινε μόνη, μαζί με την Ντίνα, χωρίς κανέναν άλλον στον κόσμο.
Στην αρχή οι δυο γυναίκες δυσκολεύτηκαν πολύ να προσαρμοστούν. Ήταν ένας καινούριος τρόπος ζωής που υποχρεωτικά έπρεπε να δεχτούν. Τα λίγα ελληνικά της Ντίνας δυσκόλευαν ακόμα πιο πολύ την κατάσταση και η ιδιοτροπία της κυρίας Ευρυδίκης δεν άφηνε περιθώρια για ηρεμία. Πέρασε καιρός ώστε να μπορέσει η μια να καταλάβει την άλλη, να την αποδεχτεί και να την εμπιστευθεί. Σιγά-σιγά άρχισαν να γίνονται φίλες και να συζητάνε μεταξύ τους κάποια μυστικά, μικρά και μεγάλα ή  ακόμα και ασήμαντα. Γεγονότα που δεν τα είχαν πει ποτέ σε κανέναν. Και τώρα, η μια κοντά στην άλλη, που ένιωθαν τόσο έντονα αυτή την ανάγκη της εκμυστήρευσης,  ενώθηκαν ακόμα πιο πολύ. Οι μέρες κυλούσαν όμορφα καθώς δανείζονταν τις ιστορίες τους, τους πρώτους τους έρωτες, τις πρώτες απογοητεύσεις. Γέλαγαν μαζί για κάτι που κάποτε τους φάνηκε αστείο ή πραγματικά ήταν αστείο. Έκλαιγαν μαζί για κάτι θλιβερό που πόνεσε την ψυχή τους και τώρα πέρασε πια και ίσως θα έπρεπε να έχει ξεχαστεί. Όλη η ζωή έμοιαζε σαν διαβάτης που περνούσε από μπροστά τους, με όλες της τις χαρές και όλες της τις λύπες.
Κάθε μέρα στις οκτώ η ώρα το πρωί, η Ντίνα κτυπούσε ελαφρά την πόρτα της κρεβατοκάμαρας της κυρίας Ευρυδίκης κι έμπαινε μέσα. Με αργά βήματα έφτανε ως το παράθυρο και άνοιγε τις βαριές κουρτίνες που κρέμονταν απ’ το ταβάνι. Το φως που έμπαινε καθώς οι ακτίνες του ήλιου γλιστρούσαν μέσα απ’ τα κλαδιά της λεμονιάς, που βρισκόταν μπροστά στο παράθυρο της, γέμιζε το δωμάτιο. Τότε πλησίαζε το κρεβάτι της. «Κυρία Ευρυδίκη» της έλεγε και της χάιδευε το μέτωπο, που παρ’ όλη την ηλικία της δεν είχε ούτε μια ρυτίδα. «Είναι ώρα να ξυπνήσετε». Και η κυρία Ευρυδίκη άνοιγε τα καταγάλανα μάτια της και την κοίταζε με αγαλλίαση.  Αφηνόταν στην αγκαλιά της κι εκείνη την σήκωνε όλο στοργή, σα να ήταν η μάνα της, την έπλενε και ύστερα την πήγαινε στο μπαλκόνι να δει τον δρόμο με τα δέντρα και να μιλήσουν για τα παλιά. Κι όταν χειμώνιαζε και ο δυνατός αέρας σφύριζε, καθώς περνούσε ανάμεσα απ’ τα γυμνά κλαριά τότε καθόταν μέσα απ’ το τζάμι της τραπεζαρίας και περίμενε να δει το κλάμα του ουρανού να ξεπλένει όσα φύλλα είχαν απομείνει.    
Το ‘ξερε. Ω!... Ναι..., η Ντίνα το ‘ξερε, το ‘νιωθε πως εκεί συναντούσε κάτι μακρινό. Το ‘βλεπε στα μάτια της, σ’ εκείνα τα γαλανά μάτια της, που γυάλιζαν, αλλά η κυρία Ευρυδίκη δεν μίλαγε ποτέ γι αυτά τα μέρη. Πάντα τα προσπερνούσε κοιτάζοντας μόνο προς τα ‘κει, τον δρόμο που δεν είχε τίποτε το ιδιαίτερο. Ένας φαρδύς χωματένιος δρόμος ήταν με πανύψηλα γηραιά δέντρα, γεμάτα σκόνη. Από μακριά φάνταζαν ωραία καθώς τα κλαδιά τους  ενώνονταν στο τέλος του. Αλλά από κοντά έμοιαζαν απολιθώματα κάποιας πόλης που δεν υπήρχε πια. Και το παλιό νεκροταφείο; Κι εκείνο δεν είχε τίποτε, παρά μόνο κάτι κατεστραμμένες ταφόπλακες και κοτρόνες πεσμένες απ’ εδώ και απ’ εκεί.

Ένα όμορφο ανοιξιάτικο πρωινό του Απρίλη που όλα τα λουλούδια ήσαν ανοιχτά και σκορπούσαν ένα μυστηριώδες άρωμα. Η κυρία Ευρυδίκη κράτησε τα χέρια της Ντίνας μέσα στις φούχτες της, την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια και άρχισε να της διηγείται μια παλιά ιστορία για τον δρόμο με τα πανύψηλα δέντρα και το παλιό νεκροταφείο.
Ήταν κοπελίτσα, όταν για πρώτη φορά έφυγε κρυφά απ’ το σπίτι της για να συναντήσει κάποιον, που δεν ήρθε ποτέ στο ραντεβού. Ένα ανοιξιάτικο πρωινό ήταν, σαν κι εκείνο το πρωινό του Απρίλη, ξέχειλο από ένα κράμα αρωμάτων που την οδήγησαν πέρα από τα πελώρια δέντρα του δρόμου, σ’ ένα μέρος που όλοι το ονόμαζαν παλιό νεκροταφείο. Η Ευρυδίκη κλαμένη βρέθηκε μπροστά σε μια θεόρατη σιδερένια αυλόπορτα με χρυσά πόμολα, ενώ δεξιά και αριστερά της οι πανύψηλοι μαντρότοιχοι, σκεπασμένοι με πυκνά φυλλώματα, δεν την άφηναν να δει πιο μέσα. Πλησίασε, έπιασε  τα κάγκελα κι ακούμπησε το κεφάλι της πάνω στα χέρια της. Η αυλόπορτα άνοιξε χωρίς απολύτως καμιά προσπάθεια κι εκείνη προχώρησε αργά μέσα σε έναν μεγάλο κήπο, γεμάτο από παπαρούνες και κίτρινες μαργαρίτες. Ήταν τόσο όμορφα! Έτσι πρέπει να είναι ο Παράδεισος, σκέφθηκε. Κάθισε κάτω κι άρχισε να κόβει λουλούδια και να δημιουργεί στεφανάκια, ενώ απ’ τα μάτια της κυλούσαν δάκρυα που ιρίδιζαν καθώς οι ακτίνες του ήλιου έπεφταν πάνω τους. Σηκώθηκε, πέρασε τα στεφανάκια στα χέρια της σα να ήταν βραχιόλια και προχώρησε στο βάθος του κήπου.
Διάδρομοι από λευκά βότσαλα χάνονταν μέσα σε φυλλωσιές που ευωδίαζαν κι εκείνη μεθυσμένη από αυτή την ευωδιά προχώρησε μέσα στα φυλλώματα. Έκανε λίγα βήματα και πέρασε κάτω από έναν πανύψηλο θόλο. Σκούπισε τα μάτια της και κοίταξε εκστατική τριγύρω της. Βρισκόταν σε μια μεγάλη σπηλιά γεμάτη από σταλακτίτες. Στάλες που έπεφταν σαν δάκρυα πάνω σε μια γαλάζια λίμνη ακούγονταν από μακριά, όπως οι κτύποι ρολογιού. Η Ευρυδίκη προχώρησε κι άλλο. Μια μικρή γέφυρα ένωνε δυο στεριές από λευκά λουλούδια που κοίταζαν προς την μεριά εκείνη, όπου οι ρωγμές των βράχων σχημάτιζαν τα μοναδικά ανοίγματα, ώστε οι ακτίνες του ήλιου εύρισκαν δίοδο κι έμπαιναν μέσα χαρίζοντας στην σπηλιά ένα χρυσαφί χρώμα και στα δάκρυα μια λάμψη διαμαντιού.
Η Ευρυδίκη πλημμυρισμένη από χαρά, γι αυτό το μοναδικό μέρος που γνώρισε, σήκωσε τα χέρια της ψιλά και άρχισε να γυρίζει γύρω-γύρω όπως οι μπαλαρίνες. Τα μάτια της δεν ήταν πια υγρά και το γέλιο της έμοιαζε σα να ήταν μουσικοί φθόγγοι που χαϊδεύουν τους ανάγλυφους τοίχους και μετά σκορπίζονται παρασέρνοντάς σε πολύ μακριά, πέρα απ’ τα σύννεφα. Μετά έσκυψε κι έκοψε του κόσμου τα λευκά λουλούδια, και μόλις βγήκε στον ήλιο αυτά άρχισαν να βγάζουν ένα άρωμα που δεν το είχε ποτέ κανείς γνωρίσει. Γύρισε σπίτι της και γέμισε τα ανθοδοχεία με αυτά τα πανέμορφα λουλούδια που ούτε κι αυτά είχε δει ποτέ κανείς.
Από τότε η Ευρυδίκη, μέχρι που μεγάλωσε, συνέχισε να πηγαίνει κρυφά σ’ εκείνο το μέρος, στο τέλος του μεγάλου δρόμου. Έκοβε λουλούδια και γέμιζε τα ανθοδοχεία του σπιτιού και μόνο όταν πια καθηλώθηκε στην πολυθρόνα και ήξερε πως δεν πρόκειται να περπατήσει ξανά και να δει εκείνον τον δικό της Παράδεισο δεν δέχθηκε κανένα άλλο λουλούδι στο σπίτι της.

 Η κυρία Ευρυδίκη καθώς μίλαγε για εκείνον τον Παράδεισο που γνώρισε, σε κάποια σπηλιά κάτω απ’ την γη, έκλαψε. Και ήταν η πρώτη φορά που η Ντίνα την είδε έτσι, να κλαιει, και σκούπισε με τα χέρια της τα δάκρυα της. Και ήταν η πρώτη φορά που εκείνη της ζήτησε να μη την λεει κυρία, παρά απλά Ευρυδίκη. Και ήταν η πρώτη φορά που έμειναν πολύ ώρα αγκαλιασμένες.
Πέρασαν χρόνια η μια ακουμπισμένη στον ώμο της άλλης. Δεμένες σα να μεγάλωσαν μαζί, αγαπημένες περισσότερο κι από αδελφές, ενωμένες όπως η κόρη με την μάνα. Κι έφυγαν κάποτε μαζί, η μια ακουμπισμένη στον ώμο της άλλης κοιτάζοντας τον δρόμο και το παλιό νεκροταφείο με τα υπέροχα λουλούδια, που δεν έμαθε ποτέ άλλος κανείς.

                                                                                            
__________
        
                                                                                                                          


     
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Λακωνικά ( Τεύχος 233 ) το έτος 2009 και
στην Φιλολογική Πρωτοχρονιά 2010 (Εκδόσεις Μαυρίδη).




 

































Σάββατο, 18 Ιουνίου 2011

ποίηση

ΤΑΥΓΕΤΟΣ
ΜΕΓΑΛΟ ΑΓΕΡΩΧΟ ΒΟΥΝΟ

*  
Θυμάμαι μικρούλα ακόμα
πόσων χρονών άραγε;
Έξει; Επτά; Ποιός ξέρει;
Σε κοίταζα μεγάλο βουνό.
Η σκιά σου απλωνόταν μακριά.
Άγγιζε τα δάκτυλα των ποδιών μου.
Κι εγώ φοβόμουν και πήγαινα όλο πιο πίσω
Ένα ρίγος διαπερνούσε το κορμί μου.
Κι έτρεχα...έτρεχα να κρυφτώ τρομαγμένη
να γλυτώσω απ' την σκιά σου
μεγάλο αγέρωχο βουνό.
Τώρα όμως δεν φοβάμαι πια, όχι γιατί μεγάλωσα
και ξέρω πως η σκιά δεν είναι τίποτε άλλο
παρά μια σκοτεινή περιοχή που ο όγκος σου
το φως δεν αφήνει να περάσει.
Αλλά γιατί σ' αγαπώ
μεγάλο, αγέρωχο βουνό.
Κάτω απ' αυτή τη σκιά σου
έζησα τα πιο όμορφα χρόνια της ζωής μου
Κάτω απ' αυτή τη σκιά σου πόνεσα κι έκλαψα
αλλά και χάρηκα και γέλασα.
Κάτω απ' αυτή τη σκιά
μεγάλο αγαπημένο μου βουνό,
ερωτεύτηκα, αγάπησα παντρεύτηκα κι έγινα μάνα.
Έμαθα στα παιδιά μου τα χρώματα να βλέπουν
καθώς οι ακτίνες του ήλιου
 παίζουν μες στις χαράδρες σου κρυφτό.
Τους έμαθα να μπορούν να ακούν τη μουσική
που τα φυλλώματα των δένδρων σου αφήνουν
όταν ο αγέρας περνά ανάμεσά τους
Να ακούνε τη φωνή των ποταμών
τα τραγούδια των πουλιών
τους ύμνους της αγάπης που η φύση μας χαρίζει.
Και ξέρεις κάτι μεγάλο αγέρωχο βουνό;
Κάτω απ' τη σκιά σου,
 που απλώνεται πέρα ως πέρα
που αγκαλιάζει τα αμέτρητα χωριά σου,
θέλω να μείνω και μετά...
....για πάντα.

___

                                                                        Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου


Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Λακωνικά (Τεύχος 235) το έτος 2010



Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

Το βιβλίο μου "Η άλλη πλευρά του παραδείσου"




Πάντα μου άρεσε να μοιράζομαι με τους φίλους όνειρα, ιδέες, χαρές. Πιστεύω πως όταν υπάρχει η δυνατότητα όλα αυτά να τα μοιράζεσαι με αγνώστους…είναι συναρπαστικό. Με αυτό το σκεπτικό έφτιαξα το ιστολόγιο μου. Και θα ξεκινήσω με ένα μικρό ποίημα.



ΨΥΧΗ

*

Πήρα στα χέρια μου τον κόσμο
                                                     
Κι αφέθηκα λεύτερη να μπερδευτώ

 Με τ’ αστέρια του ουρανού

  Κράτησα τα ρόδα στην αγκαλιά μου

  Και κοίταξα μακριά
                                             
  Πέρα απ’ εκεί που μπορώ να δω

  Κοίταξα με τα μάτια της ψυχής μου τους άλλους

  Και τότε κατάλαβα πως απ’ τα χείλη μου

Λέξεις δεν μπορούσαν να βγουν και λόγια να ειπωθούν

Ήταν η καρδιά που μίλαγε

 Και τα μάτια μου δάκρυσαν.


 __________


           Είμαι η Καίτη Λιανού - Ιωαννίδου. Γεννήθηκα στην Αθήνα. Είμαι παντρεμένη κι έχω μια κόρη. Ζω μόνιμα στο Γαλάτσι. Σπούδασα μουσική. Είμαι υψίφωνος και κατέχω δίπλωμα Μονωδίας και Μελοδράματος με τον βαθμό Άριστα Πρώτο βραβείο Αργυρό μετάλλιο, επίσης κατέχω πτυχίο Ωδικής. Από το 2005 άρχισα να ασχολούμαι με την λογοτεχνία. Έχω γράψει μυθιστορήματα, μια ποιητική συλλογή και διηγήματα. Τον ελεύθερο χρόνο μου ασχολούμαι με την ζωγραφική. Πιστεύω πως μέσα μας κρύβουμε έναν κόσμο που δεν τον γνωρίζουμε, η κάθε μορφή τέχνης μας βοηθά να τον ανακαλύψουμε, και μέσα απ' αυτήν να εκφράσουμε τα πιστεύω μας. Είμαι μέλος λογοτεχνικών συλλόγων και πολιτιστικών φορέων. 

Λίγα λόγια για το βιβλίο μου:
“ Η άλλη πλευρά του Παραδείσου ”.
Ένα ταξίδι στους φωτεινούς διαδρόμους του σκοτεινού Σύμπαντος Κόσμου, το παρελθόν που δεν σβήνει και η ζωή μέσα στο όνειρο μιας νύχτας συνθέτουν αυτό το αλληγορικό μυθιστόρημα.  Η ηρωίδα μου θα συναντήσει τους αγαπημένους της και θα ζήσει μαζί τους την μαγεία ενός άλλου κόσμου, πέρα από την Γη.

Διασκευάστηκε από εμένα σε θεατρικό.
Το εξώφυλλο είναι έργο δικό μου. ( Πίνακας λάδι σε καμβά 70Χ60 εκ.).



Οι φωτογραφίες είναι από την παρουσίαση του βιβλίου μου. Δημαρχείο Γαλατσίου. Αίθουσα Θάνος Κωτσόπουλος.


































                                                                       
                                                                 










 

                                                               

Κριτική του Αρχιμανδρίτη Ιγνάτιου Χατζηνικολάου



ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΕΣ

ΕΚΛΕΚΤΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΙΤΗΣ ΛΙΑΝΟΥ - ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ


Η άλλη πλευρά του παραδείσου (μυθιστόρημα)


Αρχιμανδρίτης Ιγνατ. Χατζηνικολάου | 12.05.2010

Γράφει ο αρχιμανδρίτης ΙΓΝΑΤΙΟΣ Θ. ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ

Πεπροικισμένη με συναισθήματα και ευαισθησία. Με βάθος και πλούσιο ψυχισμό, η ευγενική μας ψυχογράφος και ταλαντούχος του πεζού και έμμετρου λόγου κ. Καίτη Λιανού – Ιωαννίδου, εξέδωσε ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα «Η άλλη πλευρά του παραδείσου», που έχω την χαρά να κοσμεί την βιβλιοθήκη μου αφού πρώτα το εμελέτησα. Αφού πρώτα με συνεπήρε.

Πρόκειται για ένα μετάρσιο λόγο. Για μια βυθομέτρηση της ανθρώπινης ψυχής, όχι εξωπραγματικό, ούτε με μια στείρα μεταρσίωση. Ζω δεν σημαίνει υπάρχω. Ζω σημαίνει συνυπάρχω. Και συνυπάρχω δεν σημαίνει απλώς συν-ζώ με τους συν-ανθρώπους μου, πορευόμενος στην στράτα της ζωής. Αυτό και μόνο θα σήμαινε αγέλη νοητών όντων. Το ζω ολοκληρώνεται όταν ζω και μ’ εκείνους που έφυγαν από αυτόν τον κόσμον. Τους βλέπω, τους λογίζομαι φωτογραφημένους στην καρδιά μου, στην αιώνια μνήμη μου και στα κάδρα. Όνειρα και αλήθειες. Πραγματικότητες. Ελπίδες. Ζώσες φαντασιώσεις ζυμωμένες με ουσία. Πτώσεις, μεταπτώσεις, μα πάντα άνθρωπος, ο αληθινά χαριτωμένος άνθρωπος: «Ως χαρίεν έστ’ άνθρωπος, όταν άνθρωπος η» (Μένανδρος). Και ο Σοφοκλής να συλλογιέται: «πολλά τα δεινά κ’ ουδέν ανθρώπου δεινότερον πέλλει». Δηλαδή πολλά είναι τα θαυμαστά, τίποτε όμως δεν είναι θαμαστότερον από τον άνθρωπον.
Και ο Δαβίδ να θαυμάζει και να διερωτάται «τι εστί άνθρωπος, ότι μιμνήσκη (ο Θεός) αυτού; ή υιός ανθρώπου ότι επισκέπτη αυτόν; Ηλάττωσας αυτόν βραχύτι παρ’ αγγέλους, δόξη και τιμή εστεφάνωσας αυτόν…» (Ψαλμ. 8, 5-7). Κάτι που θα επαναλάβει ο απόστολος Παύλος (Εβρ. 2, 6-8).
Ναι, αυτός ο άνθρωπος που αγάπησε και συμπορεύτηκε η αγαπητή μας συγγραφέας κ. Καίτη Λιανού – Ιωαννίδου. Άνθρωπος συνετός, μετρημένος με λαμπρές σπουδές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Με μουσικό ταλέντο αριστούχος, υψίφωνος και γλυκύλαλος, αλλά και με εξαιρετικό ζωγραφικό και αγιογραφικό ταλέντο. Με το καλαίσθητο, καλογραμμένο και γλαφυρό βιβλίο της, απαύγασμα της ψυχής της, με πλούσιο το αλληγορικό στοιχείο, μας καλεί και μας βοηθά με τον καλύτερο τρόπο να κάνομε την κατάδυση στον εαυτόν μας, όπως θα έλεγε ο Γκαίτε, με μια βυθομέτρηση όχι εξωπραγματική, όχι πεσιμιστική ούτε φυσικά και αιθεροβάμονα.
Μέσα από το παραμύθι, αυτό που τόσους και τόσους δίδαξε, παραμύθησε, εμόρφωσε και στήριξε, μας κάνει πραγματικούς, προσγειωμένους. Μπορεί μέσα από την φαντασία να ξετυλίγεται ένας άλλος κόσμος, ο οποίος ωστόσο δεν είναι παρά ο εαυτός μας, ο νοητός παράδεισος που φιλοξενεί εμάς και ό,τι αγαπήσαμε, όσο μακρινό κι αν είναι.
Μέσα απ’ αυτά τα παραμύθια, ξεχωριστά της γιαγιάς, σπουδάσαμε στην ζωή. Μια φανταστική διήγησις θαυμασίων γεγονότων, όπως διαβάζομε στο Επίτομον Λεξικόν Πάπυρος - Λαρούς. Ζεις το παραμύθι, τα πρόσωπα και τα συμβάντα τόσο ζωντανά, τόσο παραστατικά, τόσο φυσικά που σε συναρπάζουν και νομίζεις ότι είσαι ο ίδιος μ’ αυτά. Τέρπεσαι, διδάσκεσαι, ποτέ όμως δεν πανικοβάλλεσαι, αλλά και ούτε πλανάσαι και εξαπατάσαι όπως κάνουν πολλοί, προπαντός κοσμικοί κι άρχοντες που μας παραμυθιάζουν με τα «παραμύθια της Χαλιμάς» που νομίζουν ότι έτσι μας υπνωτίζουν.
Τα αληθινά, διδακτικά, ενδοσκοπικά και αφυπνιστικά, όπως αυτό της κ. Καίτης Λιανού – Ιωαννίδου, είναι τίμια, ζωντανά, ανθρώπινα και διανθρώπινα, τα οποία δεν μας κοιμίζουν ούτε μας αφιονίζουν, αλλά μας εγείρουν, μας κάνουν σωστούς και ακέραιους ανθρώπους, πάνοπλους να αντικρύσουμε ρεαλιστικά και αγαπητικά την ζωή, να την δούμε με όλη την μαγεία της χωρίς θολούρες και παρωπίδες.
Η κ. Καίτη Λιανού – Ιωαννίδου πρέπει να υπερηφανεύεται για το καθάριο και γόνιμο μυαλό της να συνεχίζει αρματωμένη με την αξιοσύνη της και την μεγάλη της προσφορά στο περιβόλι το αλάνθαστο του λόγου και της τέχνης. Από καρδιάς την συγχαίρουμε και ανεπιφύλακτα συνιστούμε το εξαίρετο και πάμπλουτο βιβλίο της.

*Θεολόγος - τ. Λυκειάρχης
- Ακαδημαϊκός