Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

διήγημα




ΦΥΛΛΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ









Αυτή η ώρα που ο ήλιος χαμήλωνε μέχρι που χανόταν τελείως πια πίσω απ’ τις βουνοκορφές ήταν και οι ομορφότερες στιγμές της ζωής της, οι μοναδικές στιγμές της ζωής της, που θα μπορούσε να αφήσει τις σκέψεις της να πλάσουν ιστορίες, να μεταμορφωθεί σε μια πανέμορφη πριγκιποπούλα ή σε έναν άρχοντα τιμωρό. Θα μπορούσε να γίνει το ωραιότερο πλάσμα της οικουμένης ή ο τρομερός δράκος που θα έπινε το αίμα των ανθρώπων. Θα έφτιαχνε με τα χέρια της τα ομορφότερα κοσμήματα του κόσμου ή με αυτά τα ίδια χέρια θα στραγγάλιζε κάθε πλάσμα της υφηλίου.

Στεκόταν όρθια στο μπαλκόνι και περίμενε να ακούσει το ουρλιαχτό των λύκων, να δει τις νυχτερίδες να πετούν γύρω από τα χλωμά φώτα των έρημων δρόμων, να ποδοπατήσει κάθε ερπετό, κάθε τι που θα βρισκόταν εμπόδιο στο πέρασμα της.

Το αραχνούφαντο φόρεμα που φορούσε ανέμιζε σε κάθε ελαφρύ φύσημα του ανέμου κι εκείνη εκεί με τα μαλλιά της ξέμπλεκα να πέφτουν στους ώμους της άφηνε τις σκέψεις της να κατρακυλήσουν τις κατηφόρες των ατέλειωτων δρόμων του νου ή να ανέβουν ψηλά,  να τρυπήσουν τον ουρανό μέχρι να ματώσει κι εκείνες οι κόκκινες στάλες καθώς θα πέφτουν να κάψουν τη Γη. 

Κοίταξε τριγύρω της. Την περίμεναν. Είχε έρθει η στιγμή να αποχαιρετήσει τον κόσμο της και να ταξιδέψει αλλού, κάπου άγνωστο γι’ αυτήν μέρος. «Θα σε φροντίσουν. Θα σε φροντίσουν» της είχε πει ο Παύλος. «Μην τρομάζεις. Σε αγαπάμε, και όταν… θα γυρίσεις πάλι εδώ, θα είμαστε όλοι μαζί».

‘Ηταν οι μόνες λέξεις που κράτησε. «Σε αγαπάμε… θα γυρίσεις πάλι εδώ».

Σήκωσε τα μάτια της να δει τον ουρανό αν φλέγεται ή αν δακρύζει στο άκουσμα… «Πάμε». Κοίταξε τα γυμνά δέντρα του κήπου. Πόσα λίγα φύλλα είχαν μείνει ακόμα πάνω τους, πόσο κρύωναν. Με τα χέρια της αγκάλιασε τον ίδιο της  εαυτό, με τα νύχια της χάραξε τα μάγουλα της και ύστερα, έβγαλε μια δυνατή στριγκλιά που ακούστηκε πέρα μακριά σε άλλους τόπους χωρίς ήλιους για να την ζεστάνουν, χωρίς βροχή για να ξεπλύνει τον πόνο. Έτσι φαντάστηκε την καινούρια της κατοικία, νεκρή, χωρίς την ζωή που εκείνη τόσα χρόνια έπλαθε μέσα στα όνειρα της, και πόσο εκείνη ήθελε να ζει μέσα σε αυτά τα όνειρα.

«Αφήστε με λίγο ακόμα» είπε. «Να δω το τελευταίο φύλλο του Φθινοπώρου να πέφτει στα χέρια μου» κι έστρεψε προς τον ουρανό τις ματωμένες της παλάμες.

«Έλα καλή μου, έλα. Πάμε».

Έδωσε το χέρι της κι εκείνος το κράτησε σφικτά μέσα στο δικό του. Τον κοίταξε βαθιά στα μάτια.

«Γιατί κλες; Αφού θα ξανάρθω».

Δεν μπόρεσε να της απαντήσει.

 «Όχι, όχι» φώναξε δυνατά σαν να είδε κάποιο τρομερό όραμα. Τραβήχτηκε στην άκρη του δωματίου και ακούμπησε στον τοίχο. Άνοιξε το στόμα της και άρχισε να καλεί τους λύκους ουρλιάζοντας.  Με τα δάκτυλά της άγγιξε το κενό, γρατζούνισε τον αέρα και ύστερα άπλωσε τα χέρια της. Χωρίς κανένα φόβο για το αύριο, με αργά και σταθερά βήματα προχώρησε συνοδευόμενη από δυο νοσοκόμους και τον Παύλο.

Λιτό το δωμάτιο της, απέριττο, λευκό, με συντροφιά λίγα έπιπλα, τα δένδρα του κήπου και τον ήλιο.  Πέρασε πολύς καιρός και δεν επέστρεψε. Έμεινε εκεί να κοιτάζει μέσα απ’ το τζάμι τα κιτρινισμένα φύλλα του Φθινοπώρου, μέχρι που ήρθε η ώρα της λύτρωσης, όταν το πνεύμα της απελευθερωμένο πια αγκάλιασε τα ουράνια και πέρασε σε μια άλλη ζωή.  




Copyright © 2016 Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου

All rights reserved