Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014

"πάμε μια βόλτα" Α' βραβείο ( Ε.Π.Ο.Κ )

 

 

Η ΚΑΙΤΗ ΛΙΑΝΟΥ-ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ ΕΛΑΒΕ Α’ ΒΡΑΒΕΙΟ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΟΥ 5ου ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΥ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΟΜΙΛΟΥ ΚΥΠΡΙΩΝ (Ε.Π.Ο.Κ) ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΗΣ

«ΠΑΜΕ ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ»

 

Η ΑΠΟΝΟΜΗ ΠΡΑΓΑΜΑΤΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΣΤΟ ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΣΤΙΣ  22 ΝΟΕΜΡΙΟΥ 2014

 
 
 
 
 

 
 

«Πάμε μια βόλτα…»

 

Η Άννα μπήκε στο στούντιο ταραγμένη. Πρώτη φορά θα μιλούσε δημόσια για το βιβλίο της. Φοβόταν τις ερωτήσεις κι ας ήταν προετοιμασμένη. Το τρακ που είχε ήταν εμφανές. Τα πόδια της έτρεμαν, και τα χείλη της. Κι όμως πάντα ήθελε να είναι κάποια. Πάντα έλεγε πως ήθελε να την γνωρίσει όλος ο κόσμος και να μιλούν γι’ αυτήν. Και τώρα; Τώρα φοβόταν αυτή την αλήθεια.

Κάθισε απέναντι απ’ τον δημοσιογράφο. Τον κοίταξε μες στα μάτια και πήρε μια βαθιά ανάσα. Εκείνος χαμογέλασε και την καλωσόρισε, μετά πήρε το βιβλίο της και τη ρώτησε αν του επιτρέπει να διαβάσει ένα απόσπασμα. Του απάντησε καταφατικά χωρίς καμιά σύσπαση του προσώπου της. Κι εκείνος, αφού την ευχαρίστησε, άρχισε να διαβάζει.

   

«…Πέρασε πολύς καιρός, για ν’ αποφασίσω να γράψω αυτό το ημερολόγιο. Θα μπορούσα να πω, πως πέρασαν χρόνια. Βέβαια κάθε άλλο παρά ημερολόγιο είναι. Γιατί… εδώ που τα λέμε, πως μπορείς να θυμάσαι τις ημερομηνίες κι ας χάραξαν την ζωή σου. Σίγουρα το παρελθόν υπάρχει, δε σβύνει, όσο και να το θέλουμε εκείνο παραμένει ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας και το κουβαλάμε πάντα ως το τέλος, αν τελειώνει ποτέ η ζωή και υπάρξει τέλος.

Είμαι απ’ την Κύπρο. Γεννήθηκα σ’ ένα χωριό σκαρφαλωμένο στις πλαγιές του Πενταδάκτυλου. Ο παππούς μου έπαιζε πολύ όμορφη φλογέρα. Όταν ήμουν μικρή μ’ έπαιρνε μαζί του βόλτα στα πεύκα, καθόμασταν κάτω απ’ την παχιά σκιά τους και άρχιζε να παίζει. Μου άρεσε να τον ακούω. Οι νότες που χάνονταν μέσα στα φυλλώματα και ξαναέρχονταν, για να φύγουν πάλι μακριά και να γυρίσουν πίσω, μου δημιουργούσαν μια άλλη αίσθηση ενός άλλου κόσμου, μακρινού. Κι όταν επιστρέφαμε απ’ τον περίπατό μας μου διηγούταν για τη Ρήγαινα και τα κατορθώματα του Διγενή Ακρίτα των συνόρων, και την μάχη του με το θάνατο.

Τα πρώτα μου όνειρα ξεκίνησαν τότε. Να μπορούσα κι εγώ κάποτε να γίνω κάτι, σα βασίλισσα, σαν τη Ρήγαινα και να γνωρίσω έναν ήρωα.  Στην αυλή του σπιτιού μας έπαιζα μόνη μου θέατρο και υποδυόμουν ρόλους μέσα απ’ τις ιστορίες που άκουγα. Ο μόνος βέβαια που παρακολουθούσε τα θεατρικά δρόμενα ήταν ο παππούς μου. Πέθανε μια μέρα, καθώς έπαιζα την αγαπημένη μου βασίλισσα. Από τότε σταμάτησα να πιστεύω στην μαγεία ενός κόσμου τόσο ξεχωριστού, σαν αυτόν που μάθαινα απ’ τις διηγήσεις του. Στάθηκα στα πιο απτά θέματα της ζωής και ξεκίνησα να τα μοιράζομαι με τις φίλες μου, μέχρι που κάποτε μου ήρθε η ιδέα να γίνω ηθοποιός.

Τα πρόσωπα των παραμυθιών και των θρύλων που υπήρξαν για παρέα μου, όταν ήμουν μικρή, κάποια στιγμή ξαναζωντάνεψαν  παρασέρνοντας με σ’ ένα ονειροπόλο ταξίδι, που θα το ζούσα πάνω στην σκηνή του θεάτρου. Εκεί θα μπορούσα να είμαι κάποια άλλη, που ο ρόλος το απαιτούσε. Δε θα ήμουν εγώ, δε θα ζούσα τη δική μου ζωή, κι αυτό μου προκαλούσε θαυμασμό, καμιά φορά και φόβο, γιατί θα ανακάλυπτα, κατά πάσα πιθανότητα, άγνωστα μέρη των συναισθημάτων μου, αφού θα έπρεπε να ξεχνώ πια είμαι. Αλλά στο χωριό δε θα μπορούσα ποτέ να γίνω αυτό που επιθυμούσα.

Η πρωτεύουσα… Ο μόνος τρόπος, για να ξεκινήσω την ζωή μου ώστε να ολοκληρώσω τα όνειρα μου ήταν να ζήσω στην πρωτεύουσα. Από εκεί αρχίζουν όλα και ύστερα… η Ευρώπη. Τα πιο μεγάλα θέατρα του κόσμου θα με περίμεναν.

Γιατί οι άλλοι και όχι εγώ; αναρωτήθηκα πολλές φορές, αλλά απάντηση δεν μπόρεσα να δώσω. Ίσως την ζωή σου δεν την ορίζεις εσύ. Ίσως υπάρχει κάτι άλλο, απροσδιόριστο. Ίσως ένα θέλω δεν αρκεί.   

Το ξεσήκωμα αυτό της ψυχής μου δεν τολμούσα ούτε με τον εαυτόν μου να το συζητήσω, πόσο λοιπόν με τους άλλους, ώσπου κάποια μέρα πήρα την μεγάλη απόφαση και το είπα στην μητέρα μου. Ήταν δύσκολο. Το ξέρω, οι αποφάσεις αυτές που αφορούν το μέλλον σου δεν είναι εύκολο να παρθούν σε μια μέρα. Για μένα όμως δεν υπήρχε αύριο. Έπρεπε τότε. Έπρεπε να ξέρω αν ναι. Αν το όνειρό μου θα έφτανε ποτέ να γίνει αλήθεια ή θα παρέμενε για πάντα ένα όνειρο.

Κάθε μέρα που περνούσε χωρίς απάντηση της μητέρας μου ήταν κι ένα δάκρυ, που κυλούσε αβίαστα στα μάγουλα μου. Πολλές φορές γύριζα πίσω στα χρόνια εκείνα που έπαιζα θέατρο στον παππού μου. Η μητέρα μου ποτέ δεν με είδε. Ίσως αν βρισκόταν μόνο μια φορά να είχε άλλη γνώμη.  

Στην Λευκωσία έμενε μια θεία, η θεία Αλέκα, αδελφή του πατέρα μου. Είχε έναν αποτυχημένο γάμο και ζούσε μόνη της. Ήμουν σίγουρη πως θα χαιρόταν πολύ αν πήγαινα κοντά της. Αλλά όσο κι αν προσπαθούσα να βρω λύσεις, ώστε οι γονείς μου να δουν θετικά τις αποφάσεις που είχα πάρει για την ζωή, δεν ευδοκιμούσαν. Δεν ήταν μόνο που δεν ήθελαν να με αφήσουν μόνη, μακριά από κείνους, αλλά δεν ήθελαν να ασχοληθώ και με το θέατρο. Κατέρριπταν κάθε τι που είχε σχέση με τα δικά μου θέλω, και αυτή τους η άρνηση με πλήγωνε βαθιά. Παρ’ όλα αυτά μέσα μου δεν έπαυε να φωλιάζει η ελπίδα, πως κάποτε θα τα καταφέρω.

Ο καιρός περνούσε κι εγώ δεν μπορούσα να μη σκέπτομαι. Εκείνο το Πάσχα του 1972 ήρθε η θεία από τη Λευκωσία, για να περάσει μαζί μας λίγες μέρες. Η θεία Αλέκα ήταν νέα με πολύ διαφορετικές αντιλήψεις απ’ αυτές των γονιών μου, με άλλα πιστεύω για την ζωή. Ήταν η μοναδική ευκαιρία για μένα να το συζητήσω μαζί της. Ενθουσιάστηκε. Με αγκάλιασε και με φίλησε πολλές  φορές. Μου υποσχέθηκε πως θα μιλήσει και στην μητέρα μου και στον πατέρα μου.

Τώρα, τίποτε δε θα μπορούσε να με σταματήσει. Και είχα δίκιο. Τον επόμενο Σεπτέμβρη, πριν αρχίσουν τα σχολεία, έφυγα για Λευκωσία με την καρδιά μου να πονά, γιατί άφηνα το σπιτικό μου, τους δικούς μου ανθρώπους αλλά… και να κλαίει από χαρά, γιατί επιτέλους άρχιζε το όνειρο να πραγματοποιείται, και παρ’ όλο που τον πρώτο καιρό δυσκολεύτηκα να προσαρμοστώ στο νέο τρόπο ζωής μιας μεγαλούπολης, όμως δεν επέτρεψα τίποτε να ταράξει τις αποφάσεις μου, ώστε να γυρίσω πίσω στα καθημερινά μιας αγροτικής ζωής.

Τα Χριστούγεννα ήρθαν και οι γονείς μου, και τα περάσαμε όλοι μαζί. Ήταν τα ωραιότερα Χριστούγεννα. Μιλούσαμε ώρες, για το νέο μου σχολείο… για τις καινούριες μου φίλες… για τα ενδιαφέροντά μου… για τις προσδοκίες μου. Κι εκείνοι μου έλεγαν για το χωριό μας, για τη συνέχεια της ζωής εκεί. Η αλήθεια είναι πως καθώς τους άκουγα ένας κόμπος ανέβαινε στο λαιμό μου. Αναπολούσα τα χρόνια που έζησα μαζί τους, ήταν όμορφα χρόνια και μια γλυκιά νοσταλγία για την εποχή που άφησα πίσω γέμισε το μυαλό μου. Ένοιωσα ένα άρωμα σαν ν’ απλώθηκε παντού, εκείνο το άρωμα που αφήνουν τα λουλούδια από τη λεμονιά που είχαμε στον κήπο μας. Άνοιγα το παράθυρό μου και τα κλαδιά της άγγιζαν το περβάζι του.  

 Οι μεγάλες πόλεις δεν έχουν αυτή την ομορφιά που έζησα στο χωριό μας, η αγάπη μου όμως για το θέατρο και η έντονη επιθυμία μου να φτάσω όσο πιο ψηλά μπορούσα κάλυπταν τις ομορφιές που έζησα κοντά στους πιο αγαπημένους μου ανθρώπους.

Το καλοκαίρι επέστρεψα στο χωριό με έναν αέρα πρωτευουσιάνικο. Περπάτησα στα στενά δρομάκια του. Πήγα ως το δάσος, εκεί που πήγαινα με τον παππού μου. Βρήκα το δέντρο που καθόμασταν, κάθισα κάτω απ’ τη σκιά του και σιγοψιθύρισα την μελωδία που έπαιζε εκείνος με τη φλογέρα του. Έμοιαζε σαν ένας πόλεμος να ξεκίνησε μέσα μου. Οι πιο όμορφες εικόνες της ζωής μου παρουσιάστηκαν μπροστά μου κι έφυγαν γρήγορα πριν προλάβω να τις αγγίξω. Αν έμεναν κι άλλο ίσως κέρδιζαν την μάχη και με κρατούσαν εκεί. Τελικά θα ήταν καλύτερα, γιατί θα βρισκόμουν κοντά τους τότε… εκείνο το καλοκαίρι του 1974.

Υπάρχουν στιγμές που όσο και να θέλω να τις ξεχάσω δεν τα καταφέρνω. Ένοιωσα το χέρι του θανάτου να μου σφίγγει το λαιμό. Είδα την ζωή να χάνεται. Άκουσα τις κραυγές και τα ουρλιαχτά του τρόμου. Το χωριό μας;… Το ‘κάψαν το χωριό μας έμαθα, λαμπάδες ψηλές τα δέντρα. Τα σπίτια μας; αποκαΐδια. Οι γονείς μου; τίποτε… αγνοούμενοι. Και ύστερα ήρθε το χάος, η προσφυγιά. Η θεία Αλέκα κι εγώ η μια ακουμπισμένη πάνω στην άλλη αφήσαμε το σπιτικό μας, όπως ήταν, πεθαμένο πια.

          Δεν ήθελα να ξέρω πως εκεί, πίσω απ’ την πράσινη γραμμή είναι εκείνο. Δεν ήθελα να μείνω άλλο σ’ εκείνα τα μέρη που τα όνειρα μου, η ζωή μου λες και ήταν γραμμένα με κιμωλία πάνω στον μαυροπίνακα του σχολειού και κάποιος πήρε ένα σφουγγάρι βρεγμένο και τα έσβησε όλα, ώστε να μη μείνουν χνάρια. Φύγαμε με μια ελπίδα κι ένα πιστεύω πως… ίσως… κάποτε.

Ναι! Ίσως κάποτε μπορέσουμε και ξαναδούμε τον ήλιο που μας πήραν.

Ναι! Ίσως κάποτε πατήσουμε ξανά το δικό μας χώμα

Το σπίτι μας τώρα βρίσκεται στον Πειραιά. Σταθήκαμε εδώ και αποθέσαμε τις ελπίδες μας και τα καινούρια όνειρα μας. Μένουμε κοντά στη θάλασσα. Ακούω τον ψίθυρό της σα φωνές να έρχονται από μακριά. Βγαίνω στο μπαλκόνι μας και βλέπω τα σύννεφα άλλοτε ν’ απλώνονται, άλλοτε πάλι να σπαν σαν κομμάτια του ουρανού και πίσω απ’ αυτά διακρίνω τα βήματά μου, της νιότης μου τα βήματα, τις χαρές που περίμενα στο κατώφλι της ζωής. Διακρίνω τα βλέμματα των πονεμένων ψυχών μας, ακούω τους θρήνους, συναντώ τα φοβισμένα μάτια και κάποια στιγμή σαν αγέρας που φυσά διαλύονται και τότε φαίνονται, μακριά, τα τσαλακωμένα χαρτιά της δικής μου ζωής, αλλά δεν μπορώ να τα αναζητήσω.

Είναι αργά πια.

Περπατώ μόνη στα σοκάκια και στους μεγάλους δρόμους. Κινούμαι ανάμεσα στο πλήθος και περιμένω… κοιτάζοντας την οροσειρά του Πενταδάκτυλου.

Και πάντα η φωνή της θείας Αλέκας θα διακόψει αυτό το μακρύ ταξίδι στο χτες.
 
          “Άννα, έλα έσω, εν να ρυάσεις. Κανεί να θωρείς τον ουρανό” »

 

 

Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου

Μουσικός-υψίφωνος-συγγραφέας



                                           ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΒΡΑΒΕΙΩΝ



 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

          ***
 
 

 
 
 
 

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 


 

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

βραβείο (Ε.Π.Ο.Κ)

 
 
 
 
 
                                            Α' ΒΡΑΒΕΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ "ΟΙ ΡΙΖΕΣ"


 
5ος ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ (Ε.Π.Ο.Κ)

Α’ Βραβείο στην Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου για το ποίημα της «οι ρίζες» και Α’ βραβείο για το διήγημα της « Πάμε μια βόλτα».

Η απονομή πραγματοποιήθηκε στο Πολεμικό Μουσείο Αθηνών. 22 Νοεμβρίου 2014

 

ΟΙ ΡΙΖΕΣ

Βυθίζομαι στους ήχους της σιωπής

                                   Ακούω τις ανταύγειες

Στην όαση του Φωτός

Τ’ αστέρια πληθαίνουν

Στο αχανές μαύρο του ουρανού

Λάμπουν σαν κρύσταλλοι

Χυμένοι στον ορίζοντα του πουθενά

 

Πίσω απ’ τα Πελάγη

Απ’ το θολό χρώμα του χθες

Συναντώ φιγούρες

Μορφές λεπτές, σα σκιές

Που ήρθαν από τον κόσμο

Του πέρα απ’ τη Γη

 

Απλώνω τα χέρια μου

Να τις αγγίξω

Κι όλο χάνονται

Στην παραζάλη του ονείρου

 

Αρώματα λεβάντας, γιασεμιού

Αρώματα ξεχασμένων εποχών

Μεθυστικές στιγμές!

 

Γυρνώ τις σελίδες της ζωής μου

Για να βρεθώ στην αγκάλη των αιώνων

Που σφυρηλάτησαν

Τα κορμιά της ύπαρξης σας

 

Αγάλματα στις άκρες των δρόμων

Ζωντανεύουν δικές σας μορφές

Εικόνες θολές ζωής και θανάτου

Χέρια που σμίξανε

Στο πέρασμα του χρόνου

Παραδομένα στους ουρανούς

 

Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου

Μουσικός-υψίφωνος-συγγραφέας

 

 
 
 
 


Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014

βράβευση








 
 
 
 

Γ’ ΒΡΑΒΕΙΟ ΣΤΗΝ ΚΑΊΤΗ ΛΙΑΝΟΥ-ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ «ΕΊΝΑΙ Η ΖΩΗ ΜΙΑ ΘΑΛΑΣΣΑ» ΑΠΟ ΤΟΝ 14Ο ΔΙΕΘΝΗ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ «ΚΕΛΑΙΝΩ»

9 ΝΟΜΒΡΙΟΥ 2014

 

«Είναι η ζωή μια θάλασσα…»

 

Σκιά γινήκαν τα ονείρατά μου,

ακούμπησαν στον τσιμεντένιο τοίχο

και χύθηκαν στη γη.

 

Περπάτησα ως το παράθυρο μου.

Κοίταξα έξω.

Οι δρόμοι ήσαν υγροί

και η σκοτεινιά απλώθηκε παντού.

 

Στα χέρια μου έκλεισα την ψυχή μου,

για μια αθάνατη πνοή

και τότε… ένα φως

λευκό

ήρθε ν’ ακουμπήσει

στα βλέφαρα μου.

Να δω τον ήλιο.

 

Το πλοίο σάλπαρε ταξίδι μακρινό.

Ταξίδι της ζωής.

Ταξίδι σε χώρες που δεν είχα ξαναδεί.

 

Αναρίθμητες πέρλες γίνηκαν τα όνειρά μου.

Λουλούδια καμωμένα δακτυλίδια.

Κοχύλια λαμπερά στη χρυσαφένια γη.

 

Τη δική μου Ιθάκη

είδα από μακριά.

Η ψυχή μου

ζέσταινε τα δάκτυλα μου

 

Να φτάσω!

Φώναξα…

Είμαι γεμάτος!

και άνοιξα την αγκαλιά μου.

 

Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου
Μουσικός-υψίφωνος-συγγραφέας