Σάββατο, 2 Αυγούστου 2014

διήγημα


ΠΕΤΑΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ

 

«Έφυγες» μου είπε. «Κι αυτό δεν μπόρεσα να το συγχωρήσω ποτέ στον εαυτόν μου. Εγώ φταίω γιατί δεν προσπάθησα. Και πέρασαν χρόνια, χωρίς απάντηση. Τώρα τι νόημα μπορεί να έχει μια ζωή που έφτασε στο τέλος της;»

Άφησε τα χέρια μου που κρατούσε μέσα στις φούχτες του και χάθηκε ανάμεσα στο πλήθος. Γύρισα στο σπίτι και στάθηκα στην μπαλκονόπορτα να κοιτάζω το δρόμο.

Σκοτείνιασε. Τα σύννεφα μαύρα έμοιαζαν πως θα αγγίξουν τη γη. Βγήκα στο μπαλκόνι, ένας κρύος αέρας ανάδευσε τα μαλλιά μου και πήρε μαζί του σκουπίδια, σκόνη, πεθαμένα φύλλα. Τα ‘συρε  πάνω στους χωματένιους δρόμους, στα πεζοδρόμια, κι εκείνα έμοιαζαν πως κατρακυλούσαν σε ατέλειωτα σκαλοπάτια που χάνονταν στο σκοτάδι της αβύσσου. Έμεινα πολύ ώρα να ακούω το σούρσουμο τους και να βλέπω το κυνηγητό μεταξύ τους μέχρι που άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες στάλες βροχής. Έμοιαζαν πως χόρευαν καθώς τριγύριζαν γύρω γύρω μέχρι να πέσουν στη γη.   

Το ξέρω. Δεν υπάρχει γιατί. Έτσι είναι, απλά έτσι είναι. Μακάρι να είχα τη δύναμη να άλλαζα τη ροή της ζωής, τότε όλα τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Ποτέ δεν κατάλαβα αν η πορεία που ακολουθούμε είναι γραμμένη στον ουρανό, όπως λέει ο λαός, ή αν εμείς την καθορίζουμε δίνοντας μια απάντηση, μια πολύ απλή απάντηση. Είναι ένα ναι ή ένα όχι στην ζωή.

Συναντηθήκαμε εκείνο το μουντό απόγευμα του φθινοπώρου. Νόμιζα πως με είχε ξεχάσει. Κάποια στιγμή πίστεψα πως η μορφή μου πέρασε πολύ απότομα και γρήγορα το μονοπάτι της λήθης. Έκανα λάθος. Τίποτε δεν είχε ξεχαστεί. Άνοιξε τα χέρια του και με κράτησε στην αγκαλιά του, όπως τότε που είμασταν παιδιά και φοβόμουν τη βροχή. Τώρα έχω μεγαλώσει, και δε φοβάμαι τίποτε πιά. Δεν υπάρχει εξ’ άλλου τίποτε, για να φοβηθώ. Ξέρω πως και οι δυο υπήρξαμε αιχμάλωτοι μιας αγάπης που δεν βγήκε πιο έξω ποτέ παρά κούρνιασε μέσα στην ψυχή μας. Ίσως επειδή είμασταν τότε παιδιά να μην μπορούσαμε να εκφράσουμε αυτή την αγάπη. ‘Ίσως να μην ξέραμε αν είναι αγάπη και το ανακαλύψαμε τώρα, μετά από μια ζωή που χάραξε τους δρόμους μας.  Και τώρα στο τέλος αυτής της διαδρομής βλέπω τον εαυτόν μου να προχωρά σ’ ένα λιβάδι. Ανασαίνω τον καθαρό αέρα. Ο ήλιος λάμπει κι εγώ προχωρώ ώσπου βραδιάζει και περιμένω…

…Από τότε που χάθηκε μέσα στο πλήθος, εγώ περιμένω και θα περιμένω ως το τέλος, το τέλος ζωής, όταν η αφρισμένη θάλασσα πάρει μαζί της και το τελευταίο κομμάτι ανάμνησης και παρασύρει στα βάθη της τις ελπίδες.   


Copyright © 2014     Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου

“All rights reserved”