Παρασκευή 31 Ιουλίου 2020






Η ΑΛΛΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ
15η συνέχεια
Η ΓΙΟΡΤΗ
Η Λένα από τότε που είχε συναντήσει τυχαία την Μαίρη στο δρόμο, άρχισε να ανανεώνει τις παρέες της και να ξαναζεσταίνει τις παλιές της φιλίες. Τώρα πια ο Βάσος Πρίγκιπας είχε τελειώσει το αγροτικό του, είχε παντρευτεί και βρισκόταν πάλι ανάμεσα τους.
 Με μεγάλη ευχαρίστηση κι αυτός αλλά και η Μαίρη δέχτηκαν την πρόσκληση της για να βρεθούν όλοι μαζί στο καινούριο της σπίτι. Να γνωριστούν καλλίτερα με τον Χάρη και να ξαναζωντανέψει η παλιά τους φιλία.
            Ο Βάσως ήταν πολύ συμπαθητικός και πολύ ψηλός, με σώμα αθλητικό, με μάτια καστανά σκούρα και μαλλιά μαύρα. Είχε αλλάξει πολύ τον τελευταίο καιρό. Πιο παλιά φερόταν σα να ήταν ο μοναδικός, ενώ τώρα φαινόταν ξεκάθαρα πως δε θεωρούσε τίποτε σπουδαίο τον εαυτόν του. Η φωνή του είχε γίνει πιο βαριά και το βλέμμα του έδειχνε άνθρωπο ήρεμο και αγνό, κάτι που δεν μπορούσε να συμβαδίσει με τον παλιό Βάσω Πρίγκιπα.
Με την Λένα γνωρίζονταν απ’ το Δημοτικό, όπως και με την Μαίρη. Τότε που όλα τους φάνταζαν παραμυθένια, εκείνη μίλαγε συνέχεια για τη γιαγιά της κι έκανε πολλούς να την ζηλεύουν, αυτό της άρεσε. Έτσι λοιπόν ο Βάσως αναγκάστηκε να πει πως είναι αληθινός Πρίγκιπας, γι’ αυτό και λέγεται έτσι. Από τότε τ’ όνομα Βάσως άρχισε να μην ακούγεται και ο… “Πρίγκιπας” έμεινε σαν το μοναδικό του όνομα κι εκείνος απαντούσε μόνο σε αυτό.
Έφτασε λίγο αργά, συνοδευόμενος από μια μικρόσωμη κοπέλα, με πολύ κοντά μαλλιά, στο χρώμα του κάστανου και όχι ιδιαίτερα περιποιημένη. Το πρόσωπό της έδειχνε θλιμμένο και η έκφραση της σ’ έκανε να την αγαπήσεις αμέσως και να της εμπιστευτείς τα μυστικά σου. Εκείνος την κρατούσε απ’ το χέρι και οι δυο προχώρησαν μες στον κήπο. Ο Χάρης τους υποδέχτηκε. Η Μαίρη και ο άντρας της ήταν ήδη εκεί.
- Απ’ εδώ η γυναίκα μου, η Κρυστάλλω, είπε ο Πρίγκιπας και σύστησε την κοπέλα που στεκόταν πλάι του.

Ήταν μια ήσυχη καλοκαιρινή βραδιά κι ο κήπος μοσχομύριζε από νυχτολούλουδα και γιασεμιά που σκαρφάλωναν τους τοίχους και μπερδεύονταν με το μοβ χρώμα της βουκαμβίλιας κι έφταναν ως τη στέγη. Ανάμεσα σ’ αυτά τα αρώματα που σε μεθούν και σε πηγαίνουν σε μέρη του Παραδείσου, που δεν έχεις συναντήσει η Λένα θυμήθηκε τα ταξίδια μέσα απ’ τα όνειρα και τις ιστορίες της γιαγιάς της, ένα κόσμο φανταστικό αλλά και όμορφο.            
Αυτή λοιπόν την καλοκαιρινή βραδιά που όλοι επέτρεψαν στις σκέψεις τους να περιπλανηθούν, ήρθαν στο μυαλό τους οι δικές τους ιστορίες. Το πως γνωρίστηκαν μεταξύ τους, σε πια μέρη ταξίδεψαν, τι καινούριο γνώρισαν. Σα να ξεδίπλωναν τη ζωή που πέρασε. Παιδικές αναμνήσεις, όπως οι παλιές φωτογραφίες που έμειναν σ’ ένα άλμπουμ και ξεχάστηκαν και τώρα κάποιος τις βρήκε και τις ξέθαψε, για να θυμίσει το χθες.            
            Πρώτη άρχισε η Λένα με το Παρίσι, το γαμήλιο ταξίδι τους, κάτι τόσο κοντινό και τόσο νωπό στο μυαλό της κι όμως, της φαινόταν πως πέρασε πολύς καιρός και πως δεν ήταν εκείνη που έζησε αυτούς τους περιπάτους  στο Καρτιέ Λατέν ή στη Λεωφόρο των Ιλισίων. Δεν ήταν εκείνη που ανέβηκε στον Πύργο του Άιφελ και είδε από τόσο ψηλά όλη την πόλη, με τους δρόμους, τις πλατείες, τα σιντριβάνια, τα φώτα.
*
            Το αεροπλάνο πέταξε ψηλά και χάθηκε στο θαλασσί χρώμα τ’ ουρανού κι εκείνοι μέσα απ’ την κοιλιά αυτού του μεταλλικού θεριού έβλεπαν τα σύννεφα να τρέχουν ή να μένουν ακίνητα κάτω απ’ τα πόδια τους. Έβλεπαν τα μπλε νερά της θάλασσας, άλλοτε πάλι τα ποτάμια, τις λίμνες, τις πεδιάδες, τις χιονισμένες Άλπεις και τέλος το Παρίσι.
            Το όμορφο ταξίδι τους ξεκίνησε και η καινούρια ζωή με τις πιο ωραίες εμπειρίες είχε αρχίσει.   

- Μόλις φτάσαμε στο αεροδρόμιο του Παρισιού είπε η Λένα, μια περίεργη χαρά με πλημμύρησε, κάτι που δεν το έχω ξανανιώσει ποτέ. Ίσως σ’ αυτά τα μέρη  ταξιδέψω πολλές φορές ακόμα, δεν ξέρω. Μπορεί όμως και όχι. Αυτή η φορά πάντως ήταν μοναδική. Πήραμε ένα ταξί και κατευθυνθήκαμε σ’ ένα απ’ τα πιο ωραία ξενοδοχεία.         
            Η Λένα κι ο Χάρης πριν ακόμα ανοίξουν τις βαλίτσες τους βγήκαν στο μπαλκόνι, ήταν ακριβώς η ώρα που ο ήλιος αρχίζει ν’ αλλάζει το χρώμα του, ο ουρανός να γίνεται μοβ και τα πρώτα φώτα της πόλης μέσα στο λυκόφως ν’ ανάβουν, ώσπου στο τέλος να λάμψουν και να σε κάνουν να γεμίσει το εγώ σου από ενθουσιασμό κι επιθυμίες.
            Εκείνο το βράδυ περπάτησαν στους δρόμους του Παρισιού και την άλλη μέρα σηκώθηκαν πολύ νωρίς. Τα παντζούρια είχαν μείνει ανοιχτά όλη τη νύχτα και με τη πρώτη επαφή που είχαν οι ακτίνες με τα σεντόνια τους, ξύπνησαν.
Η Λένα σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι κι έτσι ξυπόλυτη όπως ήταν, έτρεξε στο μπαλκόνι. Ένα ελαφρύ δροσερό αεράκι έκανε το διάφανο ροζ νυχτικό της ν’ ανεμίζει και το μπέρδευε με τα μακριά της μαλλιά. Ενώ τα λιγοστά σύννεφα έφευγαν τρέχοντας, αφήνοντας ελεύθερο τον ουρανό.
Ακούμπησε τα χέρια της επάνω στην μαρμάρινη κουπαστή του μπαλκονιού κι άφησε το σώμα της να γείρει  προς τα εμπρός. Με τα μεγάλα της αμυγδαλωτά μάτια κοίταξε τον Σηκουάνα, τα νερά του έμοιαζαν ακίνητα καθώς γυάλιζαν και σε ξεγελούσαν κι όπως τον έβλεπες απ’ εκεί ψηλά νόμιζες πως κάποια πελώρια χέρια τον είχαν ανοίξει στη μέση και ξεπρόβαλαν από μέσα του δυο νησάκια, το Σαν Λούης και το Λα Σιτέ.
Θα μπορούσαν να γράψουν ολόκληρη ιστορία για τις όμορφες μέρες και νύχτες που περάσαν οι δυο τους. Διασκέδαζαν και απολάμβαναν όλες τις στιγμές. Χαμογελαστή γύρισε και κοίταξε τον Χάρη κι εκείνος την αγκάλιασε και την φίλησε. Η Λένα συνέχισε την διήγηση της.
            -Θαρρείς πως όλο το Παρίσι μας περίμενε. Κάθε δρόμος που περνούσαμε λες και ήταν φτιαγμένος για μας. Κάθε γωνιά του ήταν δική μας. Και κάθε πρωί που ξυπνούσαμε χαιρόμασταν διπλά, πρώτα για τη νύχτα που πέρασε και δε θα ξεχαστεί και δεύτερον για τη μέρα που ήρθε και που θα ζήσουμε τόσο έντονα.
Πρώτα πήγαμε στο Λούβρο. Δεν σου φτάνει μια ολόκληρη μέρα για να θαυμάσεις όλα αυτά τα έργα που υπάρχουν εκεί. Μια άλλη μέρα πήγαμε στις Βερσαλλίες, που είναι λίγο πιο έξω απ’ το Παρίσι.
-Εκεί ήταν που τρελάθηκε η Λένα, την διάκοψε ο Χάρης χαμογελώντας.
-Τι; Τρελάθηκες; έκαναν οι υπόλοιποι της παρέας κοροϊδευτικά. Εκείνη όμως συνέχισε χωρίς να δώσει καμιά σημασία στα αστεία τους. Μίλαγε... μίλαγε συνέχεια με τόσο μεγάλο ενθουσιασμό και χαιρόταν να απαντάει στις διάφορες ερωτήσεις τους. 
-Κοιτάζαμε δεξιά κι αριστερά, όλα μας φαίνονταν τόσο όμορφα κι όταν είσαι μ’ εκείνον που αγαπάς, είναι ακόμα πιο όμορφα. Είδαμε την Όπερα, το μνημείο του Άγνωστου στρατιώτη, την Παναγία των Παρισίων και τόσα άλλα. Ένοιωθα πως όλοι μας κοίταζαν κι εγώ χαιρόμουν γι’ αυτό. Περπατήσαμε στην άκρη του Σηκουάνα. Καθίσαμε σε ωραία κέντρα.
-Σε καμπαρέ δεν πήγατε; ρώτησε ο Στέφανος.
-Όχι δεν πήγαμε απάντησε η Λένα πειραγμένη και μετά συνέχισε με το ίδιο χαμόγελο που είχε αρχικά. Ένα βράδυ πριν επιστρέψουμε, χτύπησε η πόρτα του δωματίου μας. Ο Χάρης μου είχε ετοιμάσει μια έκπληξη. Μας έφεραν σαμπάνια. «Για να μη φανεί ο γυρισμός σαν τιμωρία» μου είπε. Αλλά πάντα έτσι είναι. Τα ωραία τελειώνουν γρήγορα.
-Αφήνουν όμως μια γλυκιά ανάμνηση συμπλήρωσε ο Χάρης.    
-Τώρα θα μας πείτε πως γνωριστήκατε, είπε η Μαίρη, μετά θα σας πω εγώ πως γνώρισα τον Στέφανο και ύστερα ο Πρίγκιπας.
Συμφώνησαν όλοι. Η Λένα γύρισε και κοίταξε τον Χάρη, ήθελε τόσο πολύ να τα πει όλα εκείνη μόνη της, χωρίς να τη διακόπτει κανείς. Εκείνος το κατάλαβε,  της χαμογέλασε και της έκανε νόημα ν’ αρχίσει.
    -Οι πατεράδες μας γνωρίζονταν χρόνια. Η γιαγιά μου είχε γνωρίσει κάποτε τον πατέρα μου στην οικογένεια Βλασιάδη. Ο ένας εκτίμησε τον άλλον πολύ γρήγορα. Όμως πέρασαν χρόνια για να συνδεθούμε οικογενειακά.
Σε κάποια γιορτή που έγινε σπίτι τους με πλησίασε ο Χάρης και μου πρόσφερε ποτό. Μετά όμως από μένα πρόσφερε και σε άλλες κοπέλες που ήταν εκεί. Ένοιωσα κάπως αμήχανα. Σε λίγο όμως ξανάρθε και άρχισε να μου μιλά. Με κοίταζε κατάματα, ήταν πολύ γοητευτικός, μίλαγε απαλά και χαμογελούσε συνέχεια κι αυτό μου άρεσε. Μου πρότεινε να βγούμε έξω κι έτσι έγινε. Την άλλη μέρα βγήκαμε. Μετά ξαναβγήκαμε και... αυτό ήταν!
Ένα μπράβο ακούστηκε από όλους μαζί κι άρχισαν να χειροκροτούν. Η ξένοιαστη παρέα συνέχισε τις διηγήσεις της και τ’ αστεία μεταξύ τους.
-Τώρα η σειρά σου Μαίρη. Έτσι δεν είναι;
-Εγώ τον Στέφανο τον γνώρισα στο ασανσέρ. Έφευγα από το γραφείο του συμβολαιογράφου μου κι έγινε διακοπή ρεύματος. Το ασανσέρ σταμάτησε ανάμεσα στον δεύτερο και τρίτο όροφο του κτηρίου. Τρόμαξα. Βλέπετε έχω και κλειστοφοβία. Κόντευα να κλάψω...
-Σε θυμάμαι από μικρή που έκλαιγες συνέχεια, διέκοψε την αφήγηση της ο Βάσως και γέλασε.
-Α...! δεν τα ξέρουμε αυτά, είπε ο Στέφανος, αστειευόμενος.
-Πάντως δεν έκλαψα.
-Προφανώς ντράπηκες.
-Σημασία έχει πως μου έλεγες διάφορα ανέκδοτα για να ξεχαστώ.
-Και τελικά τι έγινε; ρώτησε η Λένα.
-Τελικά ήρθε η πυροσβεστική και μας έβγαλαν. Καθώς φεύγαμε και ως φαίνεται, φαινόμουν πολύ αναστατωμένη, με πλησίασε και μου είπε αν θέλω να με κεράσει κανένα καφέ, για να συνέλθω και φυσικά δέχτηκα. Από τότε αρχίσαμε να κάνουμε πολύ παρέα και σε δυο χρόνια παντρευτήκαμε.
Η Λένα γύρισε και κοίταξε τον Βάσω κάνοντας του έναν αστείο μορφασμό, σα να ήθελε να του πει. “Μη νομίζεις πως θα τη γλιτώσεις. Ήρθε η σειρά σου”.
-Εσύ πως γνώρισες την γυναίκα σου; 
Ο Πρίγκιπας κοίταξε την Κρυστάλλω και το βλέμμα του φαινόταν ξεκάθαρα που άγγιζε την πονεμένη της ψυχή. Εκείνη χαμήλωσε τα μάτια και κοκκίνισε. Τα χείλη της μειδίασαν με το ζόρι, σα να ήταν κάτι υποχρεωτικό, αφού όλοι χαμογελούσαν. Μετά έπιασε το χέρι του Πρίγκιπα και τον κοίταξε κι αυτή. Έμοιαζε πως με τα μάτια της και μόνο του έλεγε: “Πες πως γνωριστήκαμε, δε με πειράζει.”

Η ώρα είχε προχωρήσει και η νύχτα είχε αρχίσει να δείχνει το πυκνό της σκοτάδι. Η ησυχία λιγάκι σε τρόμαζε και η διήγηση του Βάσου Πρίγκιπα είχε τόσο ενδιαφέρον που μόνο το χάραμα τον ανάγκασε να σταματήσει.
            -Θυμάστε κάπου, ένα χρόνο πριν μια μεγάλη καταιγίδα που κράτησε μέρες; Ναι είπαν όλοι μαζί.
            - Νομίζω μάλιστα πως ήταν άνοιξη. Πρόσθεσε ο Στέφανος.
            -Ακριβώς. Ήταν άνοιξη. Έκανα το αγροτικό μου σε κάποιο χωριό μες στα έλατα. Εκείνη την άνοιξη λοιπόν, μετά την καταιγίδα έρχεται ένας παπάς στο σπίτι μου. Ήταν πολύ πρωί ακόμα, παρ’ όλα αυτά, ο ήλιος είχε αρχίσει να δείχνει δυνατός. Άκουσα να χτυπάν επίμονα την πόρτα του κήπου. Η αλήθεια είναι πως κοιμόμουν. Σηκώθηκα. Τρομαγμένος έτρεξα να δω ποιος είναι. Μισάνοιξα το παράθυρο μου και φώναξα:
«Τι συμβαίνει;»
            «Εσύ δεν είσαι ο γιατρός;» άκουσα μια αρκετά γέρικη φωνή και λαχανιασμένη.   
            «Ναι εγώ είμαι» απάντησα.
            «Σε παρακαλώ άνοιξε. Σε χρειάζομαι».
Έτρεξα αμέσως. Ένας παπάς στεκόταν όρθιος κι ακουμπισμένη επάνω του σχεδόν λιπόθυμη ήταν μια κοπέλα.
 Ο Βάσως σταμάτησε για μια στιγμή, έμοιαζε σα να κόμπιαζε λιγάκι, τα μάτια έμειναν ακίνητα να κοιτάζουν το κενό.
-Και πια ήταν αυτή η κοπέλα, η Κρυστάλλω; ρώτησε η Μαίρη και διέκοψε τις σκέψεις του. Ο Πρίγκιπας γύρισε απότομα το κεφάλι του προς το μέρος της, κάπως ξαφνιασμένος και συνέχισε.
-Ναι ήταν η Κρυστάλλω γεμάτη λάσπες, με τα μαλλιά της κολλημένα, με τα πόδια της ματωμένα. Τα χείλη της έτρεμαν. Έμεινα για λίγο ακίνητος, μετά τους είπα να περάσουν μέσα, αλλά εκείνη δεν δέχτηκε. Κούνησε το κεφάλι της πέρα δώθε δείχνοντας με αυτό τον τρόπο την άρνηση της και κοιτάζοντας τον παπά Ανέστη του είπε. «Όχι παππούλη, όχι μη μπούμε μέσα». Μετά έτσι όπως ήταν μου έπιασε τα χέρια και με παρακάλεσε να τους ακολουθήσω λέγοντας μου «Πάμε σε παρακαλώ. Πάμε γρήγορα». Δεν ήξερα τι συνέβαινε, πάντως ντύθηκα, πήραμε το αμάξι μου και κατευθυνθήκαμε προς το ύψωμα. Ο δρόμος σε κάποιο σημείο είχε καταστραφεί κι έτσι σταματήσαμε και προχωρήσαμε με τα πόδια. Φτάσαμε σ’ ένα εκκλησάκι, εκεί μπροστά στην ξύλινη πόρτα του, κάτω στα πέτρινα σκαλοπάτια, λεκιασμένα από αίμα, ήταν πεσμένη μια γυναίκα. Δυστυχώς δε χρειάστηκε να κάνω τίποτε για κείνη, παρά μόνο τη σήκωσα, την έβαλα μέσα στο ερημοκλήσι  και την σκέπασα με την  κάπα της.
Η παρέα δε μίλησε. Τα χαμογελαστά τους πρόσωπα τώρα πήραν μια θλιμμένη έκφραση, κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και μετά βυθίστηκαν σε σκέψεις. Η νύχτα ήταν ζεστή. Τα άστρα φεγγοβολούσαν στον κατάμαυρο ουρανό και το φεγγάρι σαν ασημένιος πελώριος δίσκος είχε φτάσει πολύ ψηλά. Κανένα σύννεφο δεν εμπόδιζε την πορεία του και κανένας θόρυβος δεν ενοχλούσε  τους στοχασμούς κανενός.
Ο Βάσως συνέχισε. Η Κρυστάλλω απ’ εκείνη τη μέρα αρρώστησε. Ο παπά Ανέστης την πήρε να μείνει μαζί του και μαζί με την αδελφή του, που ήταν ανύπαντρη. Έμεναν σ’ ένα μικρό σπιτάκι στην άκρη της δημοσιάς. Παπαδιά την φώναζαν όλοι κι ας ήξεραν πως είναι αδελφή του. Ήταν μεγάλη σε ηλικία. Τα χέρια της είχαν ρόζους και το μέτωπο της δυο βαθιές ρυτίδες ενώ τ’ άσπρα της μαλλιά μόλις που τα διέκρινε κανείς, έξω απ’ το μαύρο μαντήλι που φορούσε συνέχεια. Παρ’ όλα αυτά δεν φαίνονταν τα χρόνια που κουβαλούσε πάνω της.
 Τη μέρα εκείνη την συναντήσαμε να σκαλίζει το χώμα σ’ ένα μικρό χωραφάκι που είχαν δίπλα στο σπίτι τους. Μόλις μας είδε τα παράτησε αμέσως κι έτρεξε να μας βοηθήσει. Τα μάτια της δάκρυσαν, δεν είπε τίποτε, αγκάλιασε την Κρυστάλλω και μπήκαν μέσα. Τις ακολούθησα μαζί με τον παπά.
Το σπίτι τους ήταν πολύ μικρό, δυο δωματιάκια όλο κι όλο. Την κοπέλα την έβαλε να ξαπλώσει στο κρεβάτι του παπά κι εκείνος θα βολευόταν στο άλλο δωμάτιο που κοιμόταν εκείνη. Το τι θα ‘κανε η παπαδιά; Ποιος ξέρει; Μάλλον θα ‘στρωνε κάτω. Έλεγε πως ο παπάς επειδή είναι δούλος του Θεού πρέπει να ξεκουράζεται. Αλλά κι εκείνος επέμενε για το αντίθετο, λέγοντας. Πως επειδή είναι δούλος του Θεού πρέπει να βοηθά να ξεκουράζονται οι άλλοι, να μην υποφέρουν και να τους καταπραΰνει τον πόνο, να τον παίρνει επάνω του και να υποφέρει αυτός για τους άλλους.      
            Στάθηκα όρθιος μπροστά στην πόρτα και περίμενα. Ο παπά Ανέστης μου έκανε νόημα να περάσω και να καθίσω μαζί του. Η αδελφή του μας κέρασε καφέ, κονιάκ, παξιμάδια, έχω και  γλυκό του κουταλιού, μου είπε. Αλλά δεν θέλω να σας κεράσω, να μη γλυκάνω τον χάρο που πήρε τη μάνα της Κρυστάλλου μας.
Δεν μπορούσα να τους αφήσω έτσι αβοήθητους. Δεν ήταν ο όρκος που είχα δώσει, αλλά κάτι άλλο, πολύ δυνατό, που δεν μπορώ να το εξηγήσω. Όταν είδα εκείνη την γυναίκα αναίσθητη, πεσμένη κάτω. Όταν είδα την κοπέλα στη αγκαλιά του παπά  να κλαίει, τότε κατάλαβα το πόσο ανήμποροι ήμαστε.
Ξανανέβηκα στο ύψωμα μαζί με τον παπά και δυο ακόμα για να πάρουμε τη σωρό της άτυχης γυναίκας. Το ίδιο απόγευμα την κηδέψαμε σ’ ένα μικρό νεκροταφείο, κοντά στο δρόμο.   
 Στο σπίτι τους πήγαινα κάθε μέρα. Η Κρυστάλλω είχε ανεβάσει πολύ πυρετό και χρειαζόταν παρακολούθηση. Υπήρχαν μάλιστα μέρες που πήγαινα και δυο φορές.
Με τον παπά Ανέστη αρχίσαμε να κάνουμε πολύ παρέα. Έμαθα πολλά για το χωριό τους. Μου έκανε μάλιστα μεγάλη εντύπωση όταν μου διηγήθηκε για κάποιον που έπαιζε βιολί. Μια ιστορία που ξεκίνησε πριν από τον πόλεμο του 1940 και κατέληγε στην Κρυστάλλω.
            -Τι βιολί; ακούστηκε μια ερώτηση σα μουρμουρητό, απ’ την υπόλοιπη παρέα.
            -Είναι μεγάλη ιστορία. Την άκουσα από πολλούς, με κάποιες μικρές διαφορές. Όλοι πάντως κατέληγαν στο ίδιο συμπέρασμα.
            -Δηλαδή; ρώτησε η Λένα.
            -Ήταν κάποιος που τ’ όνομα του έγινε θρύλος, εξήγησε ο Βάσως.
 Βιολιστή τον φώναζαν και απ’ ότι λένε έσωσε το χωριό τους απ’ τους Γερμανούς.
            -Καλά δεν είχε όνομα; Τι βιολιστής; Ζήτησε να μάθει ο Στέφανος μ’ εκείνο το  ύφος που παίρνουν μερικοί, όταν προσπαθούν να βρούνε λύσεις για κάποιο ανύπαρκτο μυστήριο. Αλλά έτσι ήταν πάντα ο Στέφανος. Έκανε τον ντετέκτιβ, εύρισκε απαντήσεις σε όλα τα προβλήματα, υποψιαζόταν τους πάντες και δεν εμπιστευόταν εύκολα κανένα. Αυτός όμως ο χαρακτήρας που είχε τον έκανε να μη φοβάται και τίποτε. Αντίθετα από την Μαίρη, που δεχόταν τα πάντα έτσι όπως ήταν και δεν προσπαθούσε ν’ αλλάξει τίποτε, αλλά και ούτε καν να διορθώσει κάτι που μπορεί να πήγαινε στραβά. Ευτυχώς όμως ο Στέφανος δεν ήταν αυτός ο άνθρωπος που θα μπορούσε ποτέ να εκμεταλλευτεί τις αδυναμίες του άλλου. Απλά, γύρευε απαντήσεις και τις εύρισκε, γιατί επέμενε σ’ αυτή την ιδέα. 
-Και βέβαια είχε όνομα, απάντησε ο Βάσως.
-Πως τον έλεγαν; Δε θυμάσαι;
-Πέτρο τον έλεγαν, είπε ο Πρίγκιπας χωρίς κανένα σχόλιο, τη στιγμή μάλιστα που οι άλλοι ψιθύριζαν. “Μα τι είναι αυτά που ρωτάς;” 
-Και η Κρυστάλλω τι σχέση μπορεί να έχει, συνέχισε ο Στέφανος τις ερωτήσεις, αδιαφορώντας για τις σκέψεις των άλλων.
Ο Βάσως σηκώθηκε όρθιος και στάθηκε πίσω απ’ την καρέκλα της Κρυστάλλω, ακούμπησε τα χέρια του στους ώμους της και αποκρίθηκε. 
- Ο παπά Ανέστης λέει πως είναι η εγγονή του.             

Συνεχίζεται
Copyright © Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου 2020
All rights reserved




Παρασκευή 24 Ιουλίου 2020







Η ΑΛΛΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ
14η συνέχεια
~~~~~~~~~~~
ΤΕΛΟΣ ή ΑΡΧΗ;

Η Λένα έμεινε ξάγρυπνη μια ολόκληρη νύχτα για να τελειώσει την ιστορία της γιαγιάς της. Ούτε κατάλαβε πότε ξημέρωσε. Το πρωινό φως μπήκε απ’ τα γυμνά παράθυρα συνοδευόμενο από μια απ’ αυτές τις δειλές ακτίνες του ήλιου, που φοβούνται να αντικρίσουν τη γη καθώς εκείνη υπέφερε ακόμα απ’ τη μανία της θύελλας. Πολλά ήταν τα χωριά σε απομακρυσμένες περιοχές που έζησαν έναν εφιάλτη. Ζωντανά χωμένα κάτω από λασπόνερα ή παρασυρμένα από χείμαρρους που κατέβαιναν τις πλαγιές βουνών, κατέληγαν στους κάμπους και δημιουργούσαν λίμνες από λάσπες και πέτρες.
 Άφησε το τετράδιο στο τραπέζι και βγήκε στον κήπο. Το ελαφρύ αεράκι είχε διώξει τα σύννεφα και μια λαμπερή μέρα γεμάτη χρώματα ήρθε για να δώσει ζωή. Σε λίγες ώρες θα μετακόμιζαν και πίσω της θα έμενε ένα παλιό σπίτι να περικλείει του κόσμου τις ιστορίες, ώσπου κάποια στιγμή εκείνος που θα το αγόραζε θα το γκρέμιζε, για να κτίσει μια μοντέρνα βίλα και δεν θα θύμιζε τίποτε απ’ το παρελθόν.
Αυτό το σπίτι ήταν το πατρικό της γιαγιάς της και της ανήκε, το χάρισε όμως στη μητέρα της λέγοντας της. «Εδώ έζησα τα ωραία χρόνια, έγραψα τις μικρές μου ιστορίες. Εδώ υπήρξε η πιο συναρπαστική ζωή, όταν κάποτε μίλησα μ’ εκείνους που έλειπαν και χάρη σ’ αυτούς γνώρισα την ομορφιά μιας άλλης ζωής, πέρα απ’ τη Γη».
 Τώρα η Λένα ήξερε, πως μόνο ένας την είχε πιστέψει και η επιτυχία δεν ήταν το πιστεύω του κόσμου σ’ αυτήν, όπως εκείνη νόμιζε ή πιθανόν όπως ήθελε να πιστεύει, αλλά η πρωτοτυπία του έργου.
Η γιαγιά της είχε πάντα μια έκφραση σκληρή και πικρή, όπως εκείνο το Φθινόπωρο που ήρθε να μείνει μαζί τους, για πάντα. Εκείνη όμως τους είπε «Για όσο θα ήταν επιτρεπτό». Η Λένα τότε πήγαινε Δημοτικό. Την είδε που κατέβηκε απ’ το ταξί μαζί με την μητέρα της, ψηλή κι αδύνατη. Φορούσε ένα ανδρικό καπέλο, ρεπούμπλικα σε χρώμα καφέ που μόλις φαίνονταν τα κοντά της ξανθά μαλλιά. Το παλτό της ήταν μαύρο μακρύ ως τη γη μ’ ένα γιακά γούνινο παχύ, που χανόταν μέσα το κεφάλι της. Στάθηκε μπροστά στην καγκελόπορτα και κοίταξε επίμονα το σπίτι, σα να το έβλεπε για πρώτη φορά. Η εγγονή της κατέβηκε γρήγορα τις σκάλες να την προϋπαντήσει κι εκείνη μόλις την είδε, άνοιξε τα χέρια της και την έσφιξε στην αγκαλιά της πολύ δυνατά. Μετά απ’ την νοσηλεία της, γι’ αυτήν άρχιζε μια καινούρια ζωή κοντά στους μόνους ανθρώπους που της είχαν απομείνει.   
Το σπίτι που έμεναν το πούλησε ο άντρας της όσο ήταν ακόμα εκείνη στην κλινική. Ήξερε πως δε θα μπορούσε να μείνει πια κανείς, αφού τα γεγονότα που συνέβησαν εκεί μέσα σημάδεψαν με τον πιο πικρό τρόπο τη ζωή τους.
Ήταν μια διώροφη βίλα κτισμένη στην άκρη του μικρού δάσους, διακοσμημένη με το δικό της γούστο. Λευκές κουρτίνες που κρέμονταν απ’ τα ταβάνια σαν καταρράκτες κάλυπταν ολόκληρες τζαμαρίες κι έμοιαζαν πως αγκάλιαζαν το βελούδινο σαλόνι, ενώ τα κόκκινα μάρμαρα θύμιζαν φλόγες που έφταναν ως τους ουρανούς. Η τραπεζαρία γεμάτη από βιτρίνες και μες στη μέση ένα οβάλ κρυστάλλινο τραπέζι με καρέκλες σαν μικρές πολυθρόνες έμοιαζε με λίμνη, που τα νερά της δεν μπορεί να ταράξει κανείς και στον επάνω όροφο οι κρεβατοκάμαρες, λευκές σαν το χιόνι.
 Η Μίνα ποτέ δε ρώτησε για κείνο το σπίτι. Έμοιαζε σα να μη το θυμόταν. Ούτε και για τον Άλεξ ρώτησε ποτέ, αλλά και κανείς δεν της είπε το πότε πέθανε, αφού οι γιατροί απαγόρευσαν οποιαδήποτε συγκίνηση. Καθόταν με την εγγονή της στην σοφίτα κι άλλοτε στο κιόσκι και τις έλεγε διάφορες ιστορίες, μέχρι που κάποιο πρωινό δεν ξύπνησε, συνέχισε να κοιμάται με τα χέρια ανοιχτά.
 Είχε αγκαλιάσει τον ουρανό.

Το μεσημέρι έφτασε και όλα ήταν έτοιμα για την μετακόμιση. Σε λίγο ήρθε το φορτηγό που περίμεναν και τέσσερις γεροδεμένοι νέοι πήραν στα γρήγορα σα να ήταν πούπουλα κούτες κι έπιπλα και ξεκίνησαν για το καινούριο σπίτι της οικογένειας Μακρίδη, στην άλλη μεριά της πόλης. Εκεί που είναι τα μεγάλα ξενοδοχεία με τις πισίνες. 

Ο Σπύρος Μακρίδης υπήρξε πολύ καλός σύζυγος και  είχε δίκιο η Λευκή που επέμενε τόσο να τον παντρευτεί η Έλση. Η Μίνα είχε θυμώσει τότε πολύ με αυτή την απόφαση της κόρης της, αλλά δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Τον δέχτηκε, αλλά δεν τον συμπαθούσε, όχι μόνο επειδή ήταν πολύ μεγαλύτερος της, αλλά δεν ήταν και τίποτε σπουδαίο. Ούτε από δουλειά, ούτε από εμφάνιση. Ένας μικρός λογιστής ήταν, κοντούλης και χοντρούλης, αταίριαστος με την κόρη της.
Στη ζωή όμως δεν παίζει κανένα ρόλο η ομορφιά της εμφάνισης, αλλά η ομορφιά της ψυχής και αυτό ήταν εκείνο που είχε ο Σπύρος Μακρίδης. Ομορφιά ψυχής.
Η κηδεία της Μίνας έγινε ένα κρύο απόγευμα, κάτω απ’ το ψιλοβρόχι και τον μουντό ουρανό. Βουβά πρόσωπα οι λιγοστοί που απέμειναν να συνοδεύσουν τη σωρό της και να της πουν αντίο. Ίσως είναι η μόνη φορά που μπορεί να συγχωρέσει κανείς τα λάθη και να μείνουν αναλλοίωτες εικόνες, οι πιο γλυκές, όμορφες στιγμές που πέρασαν.
            Ο Σπύρος κράτησε κι αυτός τη νεκροφόρα μέχρι το τέλος της διαδρομής και ήταν ο μόνος που ακούστηκε, όταν κατέβαζαν το άψυχο της σώμα στη γη.
«Σ’ ευχαριστώ, όχι μόνο γιατί μου έδωσες την κόρη σου, όχι μόνο γιατί με βοήθησες και ό,τι είμαι το χρωστάω σε σένα, αλλά γιατί κάποτε μου έσφιξες το χέρι και μου είπες εσύ, ευχαριστώ, και ήσουν ο μόνος άνθρωπος που μου το είπε ποτέ».
            Μετά έσκυψε πήρε λίγο χώμα και το έριξε πάνω στο φέρετρο. 
          
Ο Μακρίδης δεν σχολίαζε τίποτε, ούτε μπέρδευε τη δική τους ζωή με την ζωή των άλλων. Δικαιολογούσε ό,τι κι αν συνέβαινε και δεν επέτρεπε σε κανένα καμιά συζήτηση για θέματα τόσο σοβαρά και προσωπικά. Έτσι σιγά σιγά η Μίνα άρχισε να βλέπει τον όμορφο κόσμο του, που πιο παλιά αγνοούσε.
            Ήταν από φτωχή οικογένεια και σχεδόν μεγάλωσε στο δρόμο απροστάτευτος. Πολύ νωρίς έμαθε πως οι άνθρωποι δεν συγχωρούν εύκολα και η γνωριμία του με τον ήρεμο χαρακτήρα της Έλσης τον έκανε να νοιώθει όμορφα.
Ζούσε από κοντά την αναστατωμένη ζωή των γονιών της και πάντα με διακριτικό τρόπο προσπαθούσε να σώσει το όνομα τους, πρώτα, για την Έλση που την αγαπούσε αληθινά και δεν άντεχε να βλέπει αυτό το θλιμμένο πρόσωπο της και τα πικρά μάτια και ύστερα για κείνη. Γιατί κάποτε τον γνώρισε σ’ ένα επιχειρηματία, φίλο του άνδρα της και χάρη σ’ εκείνη, πήρε μια μεγάλη θέση στα ξενοδοχεία που είχε, περισσότερο όμως γιατί ήξερε, πως οι άλλοι, όσο ψηλά μπορεί να σ’ ανεβάσουν, τόσο γρήγορα και πολύ γρήγορα μάλιστα, μπορούν να σε κατεβάσουν στα πιο βαθιά παγωμένα μέρη της γης κι αυτό η Μίνα δεν μπορούσε να το δει. Εκείνη συναντούσε μόνο την αγάπη του κόσμου, γιατί έβλεπε πως μέσα απ’ το έργο της, ζούσαν τα δικά τους πιστεύω κι αυτό της έδινε ζωή.
            Οι διάφορες κριτικές, καλές ή κακές την έκαναν όλο και πιο γνωστή και το κοινό της να δείχνει όλο και μεγαλύτερο ενδιαφέρον, όχι μόνο για το θέατρο αλλά και για την προσωπική της ζωή, που την κρατούσε μυστική.
            Για πολλούς ήταν η γυναίκα που είχε ανάγκη από τρυφερότητα και στοργή. Για άλλους πάλι, μέσα στο άπειρο, προσπαθούσε να βρει την απόλυτη ευτυχία. Πολλοί ήταν εκείνοι που πίστευαν πως μ’ αυτό το έργο ήθελε να παρουσιάσει τη δική της ιστορία και απλά σκιαγραφούσε τη ζωή της και άλλοι πάλι, έλεγαν πως είναι μόνο μια υπερβολή σ’ ένα κόσμο παραλογισμού. Οι περισσότεροι πάντως την αγαπούσαν κι έβλεπαν στα μάτια της τρυφερότητα και αγάπη, ήθελαν να ζήσουν τα τελευταία λεπτά του έργου μέσα από την δική τους ιστορία και να παίξουν αυτό που θα επιθυμούσαν να είναι, αφού στην πραγματικότητα ήταν άπιαστο όνειρο.
            Όταν όμως κάποτε μαθεύτηκε ο παράνομος δεσμός της, βρέθηκε μπροστά σ’ ένα πλήθος που την κατέκρινε. Είχε γίνει η φλογερή γυναίκα, που με τον εκκεντρικό της χαρακτήρα θα μπορούσε να γκρεμίσει τα πάντα για να ζήσει τον μεγάλο έρωτα.
Τα σχόλια γύρω απ’ το όνομα της δυσκόλευαν ακόμα περισσότερο τις σχέσεις της με την οικογένεια της. Παρ’ όλα αυτά, κοντά τους ήταν σχεδόν πάντα ο Μακρίδης και μαζί με την Έλση τους συνόδευαν στις μεγάλες εξόδους ενώ η Λένα είχε αποτραβηχτεί από κάθε κοινωνική τους υποχρέωση. Μια απ’ αυτές τις συγκεντρώσεις, που οι περισσότεροι χαίρονται να σχολιάζουν, η Μίνα βρέθηκε στο επίκεντρο συζητήσεων. Το μεγάλο της όνομα σιγά σιγά έπαυε να υπάρχει και μαζί μ’ αυτό και η προσωπικότητα της, ακόμα και η αγάπη που της είχε το κοινό της χανόταν.
Εκείνη άρχισε να νοιώθει πως κάτι ξεκολλάει από πάνω της και θα έμενε γυμνή και απροστάτευτη. Κάποτε αυτή η αγάπη τους της ανήκε, ήταν ένα μέρος του εαυτού της. Που πήγε; Προσπαθούσε να βρει τρόπους για να επαναφέρει αυτό που έβλεπε να πεθαίνει, νόμιζε πως βυθίζεται σε κινούμενη άμμο και κανείς δεν είχε σκοπό να την βοηθήσει. Θυμωμένος ο Αλέξανδρος και μη μπορώντας να αντιδράσει την πήρε και επέστρεψαν στο σπίτι, δημιουργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ένα μεγάλο σκάνδαλο.
 Ήθελε να την εγκαταλείψει και να φύγει μακριά της, όσο πιο μακριά γινόταν, δεν μπορούσε όμως, δεν είχε το κουράγιο. Τη Μίνα την αγαπούσε αλλά δεν ήξερε πως να της το δείξει. Η αγάπη του έπεφτε στο κενό ή κτυπούσε στον τοίχο και επέστρεφε πάλι σ’ αυτόν. Κι εκείνη αποτραβηγμένη στον δικό της κόσμο, στην αγκαλιά του Γιώργου, που ήταν η μόνη που την οδηγούσε στην ψυχική της αγαλλίασε εγκατέλειψε κάθε προσπάθεια να βρεθεί πάλι ανάμεσα στα χέρια του Άλεξ, στην δική του αγκαλιά, στον Αλέξανδρό της, όπως τον έλεγε κάποτε.  
Εκείνη η νύχτα του φαινόταν μεγάλη και είχε τόση ανάγκη από το να τον στηρίξει κάποιος, έστω να τον χαστουκίσει. Να τον πιάσει απ’ τον λαιμό και να τον αναγκάσει να βρει την δύναμη, για να αντιδράσει, να παλέψει για τον εαυτόν του, για την ίδια του τη ζωή. Να δοκιμάσει την αντοχή του.
 Ποιος θα τον έβγαζε απ’ αυτή τη δύσκολη θέση; Έπρεπε αυτό το βράδυ να βρει την τελική λύση. Όποια κι αν ήταν αυτή. Όχι δεν γινόταν πια να ζει μαζί της, ή θα έφευγε εκείνος ή εκείνη ή… θα τέλειωναν όλα με μια υπόσχεση. Να ζήσουν μόνοι μακριά από τα βλέμματα των άλλων, μακριά από τον… Ούτε το όνομα του δεν μπορούσε να πει. Δεν υπήρχε πια γι’ αυτόν.
Η Λένα κλεισμένη στο δωμάτιο της δεν μίλαγε σε κανέναν αλλά και ούτε ήθελε να συναντήσει κανέναν. Όταν τύχαινε να βρεθεί κάπου το σπίτι με την μητέρα της γύριζε αλλού το κεφάλι της και προσποιούταν πως δεν την είδε, κι αν εκείνη της μίλαγε, έκανε πάλι πως δεν άκουσε κι έφευγε τρέχοντας ή στο δωμάτιό της το οποίο πάντα κλείδωνε ή άνοιγε την εξώπορτα κι έφευγε τρέχοντας στον δρόμο προς άγνωστη κατεύθυνση.  Η Μίνα απορροφημένη στον δικό της κόσμο, σκυθρωπή, ανέβηκε στην κρεβατοκάμαρα, σίγουρη πως η χαραυγή, εκείνη η όμορφη ώρα της μέρας, θα τους εύρισκε μόνους, χωρίς πολλές κουβέντες, χωρίς δάκρυα. Ήταν η ζωή που επέλεξαν. Η Έλση γύρισε στο σπίτι τους προβληματισμένη. Ήξερε όμως πως ο πατέρας της ήταν φιλήσυχος, όπως εκείνη και δεν θα έκανε τίποτε που θα το μετάνιωνε την ίδια στιγμή.
 Οι δυο άντρες κάθισαν μόνοι μπροστά στο τζάκι. Άναψαν ένα κούτσουρο μια και δεν είχε φωτιά κι έβλεπαν τις φλόγες που τρεμόπαιζαν και χάιδευαν τα τοιχώματα της καμινάδας. Αμίλητοι λες και περίμεναν να βρεθεί μια απάντηση από τις σπίθες που πετάγονταν και πολλές φορές ακουμπούσαν στα χέρια του Αλέξανδρου και τα έκαιγαν καθώς εκείνος σκάλιζε τα πυρωμένα ξύλα.
  Ο Σπύρος κάποια στιγμή σέρβιρε από ένα ποτήρι κρασί και ελεύθεροι από άλλες σκέψεις προσπάθησαν να βρουν μια άκρη. Ο Μακρίδης έμεινε όλη τη νύχτα μαζί του βρίσκοντας τρόπους για να κρατήσουν τη ζωή τους υψηλά αδιαφορώντας για τα βλέμματα των άλλων. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά και η συζήτηση δεν τελείωνε. Το ποτήρι έσπασε στα χέρια του Αλέξανδρου και ο πόνος αυτός  μαζί με το αίμα που κύλησε μέσα στη φούχτα του  θαρρείς πως γλύκανε τον πόνο της ψυχής κι άρχισε μόνος του πια να βλέπει τα λάθη τους.
Η Μίνα πίσω απ’ την μισάνοιχτη πόρτα του δωματίου της προσπαθούσε να καταλάβει, απ’ τις λίγες λέξεις που άκουγε, τι έλεγαν. Τελικά τώρα που η συμβίωση  τους έφτανε στο τέλος της καταλάβαινε πως τον ήθελε κοντά της, πως δεν θα άντεχε να τον χάσει. Ήθελε να κατέβει κάτω και να τον αγκαλιάσει και να του πει «Σ’ αγαπώ, να το ξέρεις». Δεν τόλμησε όμως. Έμεινε εκεί σιωπηλή να περιμένει.  
 Σχεδόν κόντευε να ξημερώσει. Ο Σπύρος έφυγε. Ο Αλέξανδρος ανέβηκε στην κρεβατοκάμαρα. Την Μίνα την βρήκε όρθια να τον περιμένει. Την πλησίασε. Της εξομολογήθηκε με ειλικρίνεια τα αισθήματα του, σα να την γνώριζε τότε για πρώτη φορά. Προσπάθησε να την κάνει να νοιώσει κι αυτή κάτι καινούριο, όμοιο με τα δικά του αισθήματα. Την αγκάλιασε κι έτσι όπως ήταν, της ζήτησε να ξαναγυρίσει στην παλιά Μίνα, στην Μίνα που γνώρισε κάποτε και πως όλα τα σβήνει. Εκείνη δεν μπόρεσε να μιλήσει. Έβαλε τα χέρια της στο πρόσωπο της κι άρχισε να κλαίει.
Ο ήλιος ανέτειλε, οι ζεστές του ακτίνες τους βρήκε αγκαλιασμένους. Άρχιζε κάτι καινούριο. Η Μίνα ξαναβρήκε τον χαμένο της εαυτό. Ξαναζωντάνεψε το παλιό εγώ. Θα τα έσβηναν όλα και θα άρχιζαν απ’ την αρχή. Δεν θα υπήρχε θέατρο πια. Δεν θα υπήρχε Γιώργος, θα ήταν κάποιος που δεν υπήρξε ποτέ. Χαρούμενη για την όμορφη μέρα που ξεκίνησε έτρεξε στο γραφείο του Σπύρου και του έδωσε το χέρι της λέγοντας του απλά ευχαριστώ, και ήταν η δεύτερη φορά στη ζωή της, μετά από τόσα χρόνια, από την εποχή του πολέμου στο καταφύγιο, που είχε πει ευχαριστώ στη Λενίτσα, για τη σοκολάτα που της είχε δώσει και τώρα... έβγαινε πάλι  αληθινό μέσα απ’ την ψυχή της.
Είχε αποφασίσει, δεν θα ξανασυναντούσε πια τον Γιώργο. Ήταν κάτι που πέρασε κι έφυγε όπως οι καταιγίδες. Θα τον έβλεπε μόνο για τελευταία φορά. Θα του εξηγούσε τα πάντα κι εκείνος θα καταλάβαινε. Για τελευταία φορά θα χτυπούσε το κουδούνι του και για τελευταία φορά θα της άνοιγε την πόρτα και θα τον έβλεπε να της χαμογελά. Έβαλε ένα απλό φόρεμα, στήριξε τα μαλλιά της με λίγες φουρκέτες και με αργά βήματα έφτασε ως την πόρτα του.
Αυτό όμως που βλέπει η καρδιά και χτυπά τόσο δυνατά και κάνει τα πόδια να λυγίζουν και τα χέρια να τρέμουν το μυαλό δεν μπορεί να το καταλάβει. Ο πόλεμος είναι άνισος κι ο έρωτας πιο δυνατός από το πρέπει κι εκείνη η νύχτα με τον Αλέξανδρο κράτησε μόνο τόσο λίγο, για να επιστρέψει το λάθος και να χαλάσει για πάντα φιλία και οικογένεια.                  

Ο ΓΑΜΟΣ
Έχουν περάσει πάνω από δέκα οκτώ χρόνια που ο Θεός δεν επέτρεψε  στη Μίνα να μείνει άλλο κοντά στην κόρη της και το Φθινόπωρο του 1985 την πήρε μακριά. Την άφησε όμως πρώτα, έναν ολόκληρο χρόνο, να χαρεί την εγγονή της, την Έλση και τον γαμπρό της, που έβλεπε την επιτυχία του στη δουλειά και καμάρωνε, μια κι εκείνη τον είχε συστήσει παλιά στον Στέλιο Βλασιάδη.
Ο Βλασιάδης ήταν σπουδαίος επιχειρηματίας, είχε δικά του ξενοδοχεία κι ένα πολύ καλό όνομα και τώρα, το μεγάλο αυτό συγκρότημα στην άλλη άκρη της πόλης, ανήκε και στον Μακρίδη. Δεν ήταν λοιπόν τυχαίο που αποφάσισαν να μετακομίσουν εκεί, μια και η Λένα σ’ ένα χρόνο θα παντρευόταν τον Χάρη Βλασιάδη κι έτσι ο Σπύρος με τον Στέλιο δεν θα ήταν μόνο συνέταιροι, ούτε μόνο φίλοι αλλά και συμπέθεροι.

Η εκκλησία με το μεγάλο ρολόι είχε αναστηλωθεί και φαινόταν μεγαλόπρεπη στο κέντρο της πόλης με τους όμορφους δρόμους και τα πάρκα. Σ’ αυτή την παλιά εκκλησία που έκρυβε κάτω από τον τρούλο της, χαρές από γάμους, γέλια από βαφτίσια και δάκρυα από κηδείες, θα έδινε υπόσχεση αιώνιας αγάπης, η Λένα.
Σ’ αυτή την εκκλησία είχε παντρευτεί η μαμά της, είχε παντρευτεί και η Μίνα και μέσα σ’ αυτή την εκκλησία κηδεύτηκε. Και κάποτε εδώ μέσα είχε δει να εμφανίζονται τα πρόσωπα των αγαπημένων της. Τότε που ο ήλιος γλιστρούσε μέσα απ’ τα πολύχρωμα τζαμάκια και μαζί με τ’ αναμμένα κεριά και τον αρωματικό καπνό, που έβγαζε το θυμίαμα και γινόταν σαν ομίχλη που ανέβαινε ως τον τρούλο ψηλά, δημιουργούσε σκιές, ζωντανές σκιές.

Τα ξενοδοχεία Βλασιάδη – Μακρίδη ήταν πολυτελέστατα. Από μακριά φαίνονταν οι πελώριες τζαμαρίες, τα υαλότουβλα και οι κολώνες με τα γύψινα σχέδια. Ο γιος του Βλασιάδη ήταν αρχιτέκτονάς και η Λένα διακοσμήτρια. Έτσι λοιπόν το δικό τους γούστο ήταν παντού. Πάντρευαν το παλιό με το μοντέρνο.
Πίστευαν και οι δυο πως το χρώμα εκείνης της εποχής που έκρυψε τόσες ιστορίες στην άλλη πλευρά της πόλης, δεν έπρεπε να χαθεί, χωρίς όμως να καταστραφεί το τωρινό χρώμα αυτής της χιλιετίας, που θα κρύψει καινούριες ιστορίες και κάποτε κι αυτές θα γίνουν παρελθόν.
Στα σαλόνια κρέμονταν απ’ τα ταβάνια πολυέλαιοι με κρύσταλλα, σα σταλακτίτες, που έμοιαζαν όπως, όταν το χιόνι από τις σκεπές δεν προλαβαίνει να πέσει στη γη και αφήνει να φανούν μακριές κολώνες παγωμένου νερού, ενώ τα πατώματα και οι φαρδιές σκάλες ήταν από κατάλευκο μάρμαρο. Στο πίσω μέρος του συγκροτήματος υπήρχαν δυο μεγάλες πισίνες και μπροστά στην ξύλινη  είσοδο, ο κήπος όλο γκαζόν, όπως η χλόη στους κάμπους και μες στη μέση μια μικρή λίμνη με βραχάκια. Σ’ αυτό τον όμορφο κήπο έγινε η δεξίωση μετά τον γάμο της Λένας και του Χάρη.

Ένας κόκκινος διάδρομος, που άρχιζε απ’ το ιερό και κατέληγε στο προαύλιο της εκκλησίας, ήταν το πρώτο που έβλεπε κανείς. Ο Χάρης στεκόταν επάνω στις σκάλες και περίμενε.... Φορούσε ένα ωραίο λευκό κουστούμι. Ήταν ψιλός με καστανά μαλλιά και μελί μάτια, είχε πολύ λεπτά χαρακτηριστικά κι ένα χαμόγελο που σε αφόπλιζε. Με την Λένα γνωρίστηκαν σε μια γιορτή και από την πρώτη μέρα κατάλαβαν πως αυτή η γνωριμία θα έφτανε στο γάμο.
Ο Σπύρος είχε μεγαλώσει πολύ και η μεγάλη του συγκίνηση τον έκανε να φαίνεται ακόμα μεγαλύτερος. Στεκόταν πλάι στη γυναίκα του και πολλές φορές γύριζε και την κοίταζε, σα να ήθελε να της πει, πως εκείνη ήταν το σπουδαιότερο που του έτυχε στη ζωή. Τα μαλλιά του είχαν ασπρίσει πια τελείως και οι ρυτίδες είχαν αυλακώσει βαθιά το στρογγυλό του πρόσωπο. Τα μάτια του ήταν δακρυσμένα, όχι μόνο γιατί πάντρευε την κόρη του. Α...! όχι μόνο γι’ αυτό, αλλά γιατί δεν ήξερε αν η Μίνα μπορούσε να δει, απ’ εκεί που βρισκόταν, αυτό που πέτυχαν με τον Στέλιο.
Όταν τους είχε συστήσει, εκείνη έσκυψε και του είπε χαμηλόφωνα.
«Ο Βλασιάδης είναι σπουδαία γνωριμία, να φερθείς σωστά και δε θα χάσεις. Όταν θα έχεις φτάσει πολύ ψηλά εγώ ίσως να μην είμαι εδώ. Να είσαι όμως σίγουρος πως θα σας βλέπω».

Ο Μακρίδης συνόδευσε την Λένα μέχρι τις σκάλες και την παρέδωσε στον μέλλοντα σύζυγο της κι εκείνη γελαστή όπως πάντα φίλησε τον πατέρα της και μετά τον Χάρη και οι δυο μαζί προχώρησαν με αργά βήματα μέχρι το ιερό. Το μακρύ λευκό της πέπλο σερνόταν επάνω στον κόκκινο διάδρομο κι έμοιαζε σα σύννεφο σε φλεγόμενο ουρανό ενώ οι κεντημένες μαργαρίτες που είχε το νυφικό της μπερδεύονταν με τις μαργαρίτες που πετούσαν τα κορίτσια απ’ το γυναικωνίτη.
 Πάνω απ’ τα κεφάλια τους στεκόταν σαν ουράνιος θόλος ο μεγάλος τρούλος και λίγο πιο κάτω τα πολύχρωμα τζαμάκια θύμιζαν πελώριο στεφάνι, που καθώς ο ήλιος έριχνε τις ακτίνες του και φώτιζε το εσωτερικό του ναού, δημιουργούσαν ποικίλα χρώματα, ενώ το ρύζι με τ’ άσπρα ροδοπέταλα που έριχναν στους νεόνυμφους έμοιαζε με χιόνι που πέφτει απ’ τα ουράνια, από εκεί που κατοικούν οι Αγγέλοι όπως της έλεγε η γιαγιά της.
«Ξέρεις γιατί είναι τόσο λευκό Λένα;»
«Γιατί γιαγιά;»
«Επειδή πέφτει απ’ τα ουράνια που κατοικούν οι Αγγέλοι. Έτσι έλεγε ο παππούς μου».

Ο κήπος του μεγάλου συγκροτήματος γέμισε από κόσμο. Η Έλση όλο έκλαιγε. Απ’ την παλιά της οικογένεια δεν υπήρχε κανείς για να χαρεί μαζί της το γάμο της κόρης της. Οι θειες της δεν ζούσαν πια και δεν είχαν αποκτήσει παιδιά, ούτε η μια, ούτε η άλλη. Από την πλευρά του άντρα της είχαν έρθει οι δικοί του συγγενείς, αρκετοί φίλοι τους, φίλοι της Λένας, ακόμα και παλαιοί απ’ το σχολείο της, μια και είχε αρχίσει από πέρσι να ξανακάνει παρέα μαζί τους. Πολλοί φίλοι του Χάρη και φυσικά οι περισσότεροι συγγενείς και φίλοι από την οικογένεια Βλασιάδη.
Στρογγυλά τραπέζια με ολόλευκα τραπεζομάντιλα ήταν διασκορπισμένα παντού, κεράκια αναμμένα, που τρεμόπαιζε η φλόγα τους και ανθοστήλες με γιρλάντες από λουλούδια που κρέμονταν ως κάτω διακοσμούσαν τα διάφορα σημεία. Οι νεόνυμφοι χαιρέτησαν με τη σειρά όλους τους καλεσμένους τους,  και πρώτοι άνοιξαν το χορό. Ζωντανή μουσική από ένα συγκρότημα που έπαιξε μελωδίες για όλες τις ηλικίες γέμιζε την ευτυχισμένη βραδιά, που  κάποτε έφτασε στο τέλος της.
Οι οικογένειες Βλασιάδη και Μακρίδη ήταν πλέον συγγενείς


Συνεχίζεται
Copyright © Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου 2020
All rights reserved




Παρασκευή 17 Ιουλίου 2020







Η ΑΛΛΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ
13η συνέχεια
~~~~~~~~~~~
Η Μίνα σταμάτησε να γράφει. Άφησε το στυλό της πάνω στο γραφείο. Σηκώθηκε και προχώρησε μέχρι το παράθυρο του δωματίου της. Τα σύννεφα, σαν τότε, πύκνωναν και οι πρώτες σταγόνες βροχής άρχιζαν να πέφτουν. Σήκωσε τα χέρια της προς τον ουρανό, όπως εκείνη την ημέρα, τη στιγμή της έκστασης.
Θυμήθηκε πάλι κομμάτια της ζωής της, που ούτε ο χρόνος δε θα’ σβήνε ποτέ.
 Η βροχή είχε αρχίσει να χτυπά στα τζάμια και τα έκανε να φαίνονται δακρυσμένα κι εκείνη πίσω απ’ αυτά τα δάκρυα βρέθηκε κοντά στον Πέτρο όταν μικρά παιδιά κι έπαιζαν στο δάσος κρυφτό ή κυνηγητό και γέλαγαν μεταξύ τους.

Ήταν μια ζεστή μέρα και ο ήλιος όπως πέρναγε ανάμεσα απ’ τα δένδρα μπορούσε να σε πλανέψει και να δεις τις σκιές για δαίμονες ή όμορφες νεράιδες ή και ακόμα ν’ ακολουθήσεις τις χρυσές γραμμές που άφηναν οι ακτίνες του και να χαθείς. Μια τέτοια μέρα η Μίνα είδε, σαν όραμα, μια γυναίκα πίσω απ’ τους κορμούς των δένδρων μ’ ένα ροζ φόρεμα, να τρέχει και να χάνεται.
«Πέτρο» φώναξε δυνατά. «Βγες έξω μην κρύβεσαι άλλο. Φοβάμαι».
Ο Πέτρος πανικόβλητος βγήκε απ’ την κρυψώνα του κι εκείνη έτρεξε, κρεμάστηκε από πάνω του, σα να ήταν το μοναδικό στήριγμα της ζωής της.  
Βρέθηκαν  τόσο κοντά. Η καρδιά τους άρχισε να χτυπά δυνατά. Τα μάτια τους έλαμψαν κι έμειναν έτσι, να κοιτάζονται, χωρίς να γελάνε πια. Ένας έρωτας σφήνωσε στην παιδική τους ψυχή. Δεν ξανάπαιξαν κρυφτό. Δεν ξαναπήγαν στη θάλασσα. Δεν ξανακατέβηκαν στο σκοτεινό υπόγειο κι εκείνη κατάλαβε το πόσο πολύ τον ήθελε δικό της, μόνο όταν έφυγε από κοντά της για πάντα.
Ο Φίλιππος ήρθε τόσο ξαφνικά ν’ αναστατώσει την ζωή της, αλλά και να καλύψει το κενό. Κανείς δεν ήξερε, πως δεν ήταν τα πετραδάκια και τα λουλούδια του κήπου που την κρατούσαν δεμένη μ’ εκείνα τα μέρη και δεν ήθελε να τ’ αφήσει ποτέ, αλλά ο Πέτρος, γιατί πίστευε πως θα ξαναγύριζε για κείνη, για τα παιδικά τους χρόνια που τ’ άφησαν στη μέση. Ήξερε πως την αγαπούσε αληθινά κι ας μη της το είχε πει ποτέ, αφού νόμιζαν πως είναι ξαδέλφια.     
           
Συνάντησε τον θείο  Ανέστη κι εκείνος της χαμογέλασε και της χάιδεψε τα μαλλιά όπως όταν ήταν μικρή. Θυμήθηκε τότε που είχε κάνει τη μεγάλη ζημιά. Είχαν καλεσμένους και η θεία Νίτσα με τον θείο Ανέστη ήταν πάντα οι πρώτοι που καλούσαν. Είχαν έρθει από νωρίς και η Μίνα ήταν όλο χαρά, δεν σταματούσε να παίζει.
 Στην είσοδο του σπιτιού τους υπήρχαν δυο μεγάλα αγάλματα που παρίσταναν αρχαίους θεούς. Κάποια στιγμή  θυμωμένη με την  Λευκή, που δεν ήθελε να παίξει άλλο μαζί της και χωρίς να το θέλει βέβαια, έριξε το ένα πάνω στην τζαμένια πόρτα κι έσπασε και το άγαλμα, αλλά και τα τζάμια χύθηκαν σαν χοντρή άμμος πάνω στις σκάλες. Ο πατέρας της θύμωσε πολύ μαζί της και την μάλωσε. Εκείνη άρχισε να κλαίει. Τότε ο θείος  Ανέστης τους είπε πως το ‘σπασε εκείνος κατά λάθος  και πήρε όλο το βάρος επάνω του.
«Μη τη μαλώνετε εγώ το ‘σπασα και δε θέλει να σας το πει». Κι εκείνη δεν πήγε να τον ευχαριστήσει, παρά άφησε όλους να τον πιστέψουν και καμάρωνε γι’ αυτό.
  Στο μυαλό της ήρθε η γειτονιά με τα πολλά παιδιά, που την πήγαινε ο Δημητρός με το ποδήλατο του. Εκεί είχε γνωρίσει την Άρτεμη, την καλλίτερη φίλη.
Η Άρτεμης ήταν ένα κοριτσάκι που της άρεσε να φτιάχνει δωράκια. Έπαιρνε μια κόλα χαρτί την έκανε να μοιάζει με φάκελο και μέσα εκεί έβαζε ότι εύρισκε, όπως κάποιο τσιμπιδάκι ή κανένα κουμπί ή καμιά ωραία πετρούλα. Αυτή η ιδέα ενθουσίασε την Μίνα και κάθε φορά που γύριζε απ’ τη γειτονιά του Δημητρού γέμιζε το συρτάρι της με δωράκια.
Η φιλία τους χάθηκε όταν η Άρτεμης έφυγε με τους γονείς της πολύ μακριά. Η Μίνα μετά από λίγο πέταξε τα δωράκια που είχε και δεν ξανάφτιαξε ποτέ πια άλλα.
           
Τον  Αλέξανδρο τον γνώρισε τόσο ήρεμα και απλά. Ένωσε τα πιστεύω της με τα δικά του πιστεύω και τον παντρεύτηκε.  

Ο Γιώργος παρουσιάστηκε μπροστά της την πιο κρίσιμη περίοδο της ζωής της. Τότε ακριβώς που ήθελε να γαντζωθεί από κάπου και να συζητήσει γι’ αυτόν τον αόρατο  κόσμο, που μόνο εκείνη έβλεπε κι όσο κι αν τρόμαζε στην ιδέα, πως ίσως ούτε αυτός θα μπορούσε να την πιστέψει, κάποια στιγμή αισθάνθηκε την μεγάλη ζεστασιά του και του μίλησε για την μαγεία του έξω κόσμου.
Η Μίνα άρχισε να νοιώθει πως υπάρχει κάποιος που μπορεί να εμπιστευτεί  και με το χρόνο αυτή η εμπιστοσύνη έγινε αδυναμία και τέλος ο μεγάλος έρωτας της ζωής της. Εκείνος ήταν ωραίος άντρας, ψηλός με γκρίζα μαλλιά και τα γυαλιά που φορούσε τον έκαναν να φαίνεται ακόμα πιο ωραίος. Δεν ήταν όμως αυτό που ενθουσίασε την Μίνα, αλλά το ενδιαφέρον που είχε γι’ αυτήν.
            «Δεν αρκεί του να βιώσεις αυτή την μοναδικότητα. Πρέπει να σε πιστέψουν και οι άλλοι» του είπε σε κάποια τους συνάντηση κι εκείνος, ενώ της κρατούσε τα χέρια, την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια και πρόσθεσε.
            «Σε πιστεύω. Ποτέ δεν θα μπορούσα ν’ αγαπήσω μια γυναίκα και να μη την πιστέψω» και κράτησε και το ενδιαφέρον του και τα πιστεύω του γι’ αυτή την γυναίκα και παρ’ όλο που κάποτε χώρισαν, δεν έπαψε να την αγαπά.    
           
Η Μίνα όταν ακόμα ήταν παιδί, είχε πλάσει ένα πρότυπο γιατρού. Ο κύριος Μιλτιάδης ήταν ευγενής, από σπουδαία οικογένεια, μεγάλος σε ηλικία, για τη Μίνα γερούλης. Η ιατρική ήταν το πάθος του. Αφιέρωνε πολύ χρόνο απ’ την ζωή του προσπαθώντας να βρει τρόπους  για να γλυκάνει τον πόνο των άλλων. Δεν υπήρχε άνθρωπος που να μη τον αγαπά και να μην εμπιστεύεται τις ιατρικές του γνώσεις. Μαζί του είχε πάντοτε κι έναν βοηθό, ένα νεαρό παιδί, που αν χρειαζόταν να δώσει επειγόντως κάποιο φάρμακο, έτρεχε εκείνο στο φαρμακείο με την συνταγή και περίμενε τον φαρμακοποιό να το ετοιμάσει. Όποτε τύχαινε να τον συναντήσει κανείς στον δρόμο, σταματούσε, όσο βιαστικός και να ήταν, έβγαζε το καπέλο του και χαιρετούσε. Ήταν κοντός και το πρόσωπο του στρογγυλό και αστείο, που μάλλον το μικρό γενάκι και το μούσι κάλυπταν την ασκήμια του. 
            Η Μίνα ήταν πολύ μικρή όταν αρρώστησε με ψηλό πυρετό. Έβλεπε οράματα, περίεργα μάτια να καίνε και χέρια αδύνατα να θέλουν να την αρπάξουν. Άκουγε φωνές που έβγαιναν απ’ τα κατάβαθα της Γης και μπερδεύονταν με όμορφες μελωδίες ή βρισκόταν σε βήθος. Πολλές φορές μίλαγε αδιάκοπα ή τιναζόταν ενώ το πρόσωπο της ήταν συνέχεια ιδρωμένο. Ο κύριος Μιλτιάδης πήγε τρέχοντας στο σπίτι τους. Άφησε όλους τους ασθενείς του στη μεγάλη σάλα του ιατρείου του και με το πρώτο κάλεσμα του πατέρα της έτρεξε. Δυο με τρεις φορές τη μέρα επισκεπτόταν την Μίνα παρακολουθώντας την πορεία της αρρώστια της.
            Πέρασαν μέρες και ο πυρετός υποχώρησε. Ένα πρωί, καθώς άνοιξε τα βλέφαρα της, μπροστά της είδε τον γιατρό να την κοιτάζει με τα μεγάλα του στρογγυλά μάτια, που πίσω απ’ τα γυαλιά του γίνονταν ακόμα πιο μεγάλα. Η Μίνα έβαλε τα χέρια της μπρος στο στόμα της και άρχισε να γελά. Ο κύριος Μιλτιάδης μόλις είδε αυτή της την αντίδραση  χάρηκε τόσο πολύ, που έσκυψε και τη φίλησε. Έτσι εκείνη δημιούργησε ένα τέτοιο πρότυπο γιατρού. Κάποιον που θα άφηνε τα πάντα γι’ αυτήν και θα χαιρόταν όταν θα την έβλεπε να γελά.

Τα κιτρινισμένα φύλλα του Φθινοπώρου είχαν καλύψει τον κήπο κι έμοιαζαν με χαλί. Από μακριά ακουγόταν να ‘ρχεται μια γλυκιά μελωδία, που φαινόταν σα να παρασέρνει τα σύννεφα προς άγνωστη κατεύθυνση, μέχρι που διαλύθηκαν.
 Η Μίνα άνοιξε το παράθυρο για ν΄ ακούσει καλύτερα και μετά από λίγο γύρισε πάλι στη θέση της. Πήρε το στυλό και κάτω απ’ αυτή την μακρινή μουσική που έμπαινε σαν ελαφρύ αεράκι, συνέχισε να γράφει. Είχε την αίσθηση πως όλα λάμπουν γύρω της, πως οι προβολείς δείχνουν μόνο εκείνη. Ήταν κοντά στο μεγάλο όνομα. Το δικό της όνομα.    
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ΤΟ ΗΜΡΟΛΟΓΙΟ
(συνέχεια)

Έγραψα ένα μικρό διήγημα. Ήταν ένα ταξίδι μέσα στους ατέλειωτους φωτεινούς διαδρόμους του σκοτεινού σύμπαντος. Σκέφθηκα πως αυτό που υπάρχει μακριά απ’ την Γη κι εγώ κάποιες φορές μπορούσα και ζούσα μέσα σ’ αυτό, θα ενδιέφερε όλους τους ανθρώπους, μικρούς και μεγάλους και τελικά αποδείχθηκε πως είχα δίκιο.
            Ο χρόνος κυλούσε γρήγορα, γράφοντας και προσπαθώντας να ενώσω τους συλλογισμούς μου, ούτως ώστε να υπάρξει μια απλή ιστορία σαν παραμύθι. Οι δικές μου εμπειρίες, όσο κι αν έμοιαζαν ψεύτικες, ήθελα ο κόσμος να τις κάνει δικές του, να μ’ εμπιστευτεί και να με πιστέψει. Δεν ξέρω αν ζητούσα πολλά απ’ τη ζωή μου ή απ’ τους άλλους, αλλά ο Γιώργος με είχε κάνει να αισθάνομαι σίγουρη για οτιδήποτε μπορούσα να σκεφθώ.
            Βλεπόμασταν συχνά, άλλοτε ερχόταν στο σπίτι όπως παλιά, σα να μη συνέβαινε τίποτε κι αυτό μ’ έκανε να αισθάνομαι ακόμα πιο ένοχη απέναντι στην οικογένεια μου, ήταν όμως κάτι που δεν μπορούσε να σταματήσει. Άλλοτε πάλι πήγαινα εγώ στο ιατρείο του. Ήμουν αιχμάλωτη μιας ζωής που δεν είχα διαλέξει κι όμως συνέβη. Ένιωθα παγιδευμένη στη δύναμη της φύσης και δεν ήθελα να ξεφύγω.
 Η ηρεμία που είχα άλλοτε, ήταν πια παρελθόν αλλά δεν το μετάνιωνα. Ήξερα πως μόνο η Λένα μας είχε δει κάποτε μαζί κι αυτό πια ίσως να είχε χαθεί απ’ το μυαλό της και η τότε αντίδραση της να μην ήταν τίποτε που να βάραινε τη ζωή μας.  Τα όνειρα μου ήταν γεμάτα απ’ την ζωή μαζί του, ό,τι υπήρξε και ό,τι ήθελε να υπάρξει, μέχρι που έσβηναν το επόμενο πρωινό για να γίνουν πραγματικότητα και ύστερα πάλι όνειρο. Ίσως τελικά η γνωριμία με τον Γιώργο δεν ήταν τυχαία, όπως και τίποτε δεν πρέπει να είναι τυχαίο κι έτσι να καθορίζεται το πεπρωμένο μας.
 Όταν ο θείος Ανέστης αρρώστησε και πέθανε, πίστεψα πως έφταιξα εγώ γιατί ήμουν η μόνη που μπορούσα να κρατήσω τον Πέτρο κοντά μας και δεν το έκανα. Ένοιωσα πως ήμουν μέσα σε μια φυλακή που το φως του ήλιου έμπαινε από μια τρύπα που είχε το ταβάνι. Τότε άρχισα να καταλαβαίνω πως όλα τα πράγματα έχουν αρχή και τέλος και ανάμεσα σ’ αυτό το διάστημα της ζωής των, συμβαίνουν διάφορα γεγονότα, που κάποια στιγμή ενώνονται μεταξύ τους.
Εάν έφταιξα εγώ, τότε το δικό μου λάθος ενώθηκε με το τέλος του θείου Ανέστη και σίγουρα δεν ήταν τυχαίο, γιατί από τότε είχα αρχίσει να θέλω να μάθω γι’ αυτό τον αόρατο κόσμο, και ύστερα ήρθε ο πίνακας του Άλεξ, οι φωνές, η συνάντηση με τον παππού, το αγκάλιασμα της γιαγιάς, οι κεραυνοί, τα πρόσωπα μέσα στα σύννεφα μέχρι που οδηγήθηκα στο να γράψω μια ιστορία πολύ διαφορετική απ’ εκείνες που έγραφα όταν ήμουν μικρή γιατί δεν ήταν φανταστική, αλλά και δεν συνέβη στη Γη.
Τα πρόσωπα όλων αυτών που έφυγαν απ’ τη Γήινη ζωή μου προξενούσαν σεβασμό και οι μορφές αυτών που ήθελα να συναντήσω κι εμφανίζονταν μπροστά μου σα σκιές, μ’ έπαιρναν μαζί τους, στα πέρατα του κόσμου.
 Είχα χωρίσει τον εαυτόν μου στα δυο. Ήθελα να είμαι κοντά σ’ όλους αυτούς εδώ στη Γη, σ’ αυτούς που αγαπούσα και μ’ αγαπούσαν αλλά και σ’ εκείνους που δεν ήταν εδώ και δεν θα σταματούσα ν’ αγαπώ οπουδήποτε κι αν βρίσκονταν, σ’ εκείνους που πάντα θ’ αναζητούσα.
Κοντά  στον Γιώργο ένοιωθα να ζω τη πιο όμορφη περίοδο της ζωής μου. Ήταν πλάι μου όποτε τον ζητούσα, ήταν ο μόνος που μπορούσε να με ακούει, να με κοιτάζει στα μάτια και να με πιστεύει. Αλλά και για εκείνον δεν μετρούσε τίποτε περισσότερο από μένα και μου το έδειχνε κάθε στιγμή.

«Γιώργο για να μπορέσω να γράψω αυτό που είδα κι ένοιωσα, πρέπει να χωρίσω τον εαυτόν μου σε δυο πρόσωπα. Αν εσύ είσαι ο ουρανός, το ένα μου εγώ θα φύγει για σένα και θα ζήσει μαζί σου, γιατί στη Γη δεν μπορεί να βρει γαλήνη, παρά μόνο εκεί που υπάρχουν χρώματα και μουσική»
« Και το άλλο;»
«Το άλλο θα μείνει στη Γη και θα ζήσει με όλα αυτά που γεννιούνται και πεθαίνουν».
«Θα ήθελα να μπορούσα να αισθανθώ σαν κι εσένα. Να ζήσω αυτές τις εμπειρίες που είναι μοναδικές και ίσως να μην υπάρξουν ποτέ πια».
«Άμα αφήσεις τον εαυτόν σου ελεύθερο να αφεθεί στο μέλλον και να ενώσει το παρελθόν, τότε θα ζήσεις ανάμεσα τους και θα αισθανθείς αυτή την συνέχεια». 

Ο ατέλειωτος Ουράνιος Κόσμος, έτσι όπως τον είχα παρουσίασα μέσα στο διήγημα μου, άρεσε στον Άλεξ και παρ’ όλο που δεν με είχε πιστέψει και δεν είχε θελήσει να μ’ ακούσει, αποφάσισε μόνος του να το διασκευάσουμε σε μονόπρακτο θεατρικό έργο και να το ανεβάσουμε στο δικό μας θέατρο. Το ονόμασα «Είδα το χρώμα της μουσικής» και παίχτηκε με μεγάλη επιτυχία. Το κοινό μας έφευγε πάντοτε ενθουσιασμένο, αφού ήταν εκείνο που δημιουργούσε κάθε φορά το τέλος της ιστορίας.
 Εκείνη την εποχή στην αγκαλιά μου δε χωρούσε μόνο ο ουρανός, αλλά και η Γη και το μεγάλο μου όνομα. Υπήρξαν όμως πολλές οι φορές που ένοιωθα πως η οικογένεια μου διαλύεται. Η φλόγα που έκαιγε μέσα μου σαν άγνωστο μυστήριο κυβερνούσε την ζωή μου. Άλλοτε πάλι αισθανόμουν πως η γη έτρεμε κάτω απ’ τα πόδια μου και κάποια στιγμή θα άνοιγε και θα με έπαιρνε στα βάθη της για να με συνθλίψει, δεν μπορούσα όμως να γυρίσω πίσω. Βάδιζα σ’ ένα δρόμο που δεν είχε επιστροφή. Ακόμα και η συμπεριφορά μου είχε αλλάξει απέναντι σε όλους και κυρίως από τότε που είχα μιλήσει στον Γιώργο για τα οράματα μου και με πίστεψε και ύστερα η μεγάλη επιτυχία στο θέατρο που με πίστεψαν και οι άλλοι, ο ξένος κόσμος. Έτσι το ενδιαφέρον για τον Άλεξ είχε σβήσει μέσα μου πια και σιγά σιγά άρχισε να σβήνει και για τους άλλους. Για μένα το μόνο που μετρούσε ήταν ο Γιώργος και το θέατρο. Όλο αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να δημιουργηθεί στο σπίτι μια ασφυκτική ατμόσφαιρα κι έτσι ο καθ’ ένας επέλεξε έναν δικό του τρόπο ζωής.      
Ξεχώριζα όπου κι αν πήγαινα, το ξέρω. Το εκκεντρικό μου ντύσιμο, τα αινιγματικά μου μάτια που έκαναν τους άλλους να με κοιτούν συνέχεια και το μυστηριώδες χαμόγελο μου, όπως μου έλεγαν, δημιουργούσαν τα σχόλια όπου κι αν βρισκόμουν. Κι αυτό μου άρεσε. Ήμουν το πρώτο όνομα, κι αυτό το χρεωστούσα στον Γιώργο γιατί ήταν ο πρώτος που με πίστεψε και μου έδωσε θάρρος. Θα μπορούσα να πω πως πρωταγωνιστές της ζωής μου ήταν οι ξένοι, όλοι αυτοί που νοιάζονται ψεύτικα και σε ξεχνούν μόλις χαθείς πίσω απ’ τα φώτα. Το κατάλαβα πολύ αργά. Τώρα που δεν με θυμάται κανείς. Τώρα που δεν είμαι τίποτε πια.
Στο σπίτι σχεδόν δε μιλάγαμε εκτός από τα απαραίτητα, το βλέμμα μου τους κρατούσε όλους σε απόσταση και μόνο όταν βγαίναμε έξω δείχναμε στους άλλους πως η ζωή μας είναι όμορφη και θα συνεχίσει με την ίδια ομορφιά. Ο κόσμος έπρεπε να μας βλέπει έτσι, να μη μας απορρίψει. Ξεκινήσαμε μαζί με τον Άλεξ κι έπρεπε να μείνουμε μαζί. Χμ! Δηλαδή ζούσαμε μέσα σε ένα ψέμα που εμείς οι ίδιοι κατασκευάσαμε και αποδεχτήκαμε.
Η Έλση θέλησε να παντρευτεί πολύ μικρή. Ούτε το Γυμνάσιο δεν είχε τελειώσει. Τα παράτησε. Η Λευκή την προξένεψε μ’ ένα αρκετά μεγαλύτερο της. Τον κύριο Σπύρο Μακρίδη κι εκείνη δέχτηκε. Ήμουν σίγουρη πως ήθελε να φύγει το γρηγορότερο από κοντά μας κι έτσι βρήκε την ευκαιρία.
Η Λένα δεν είχε πάψει να θυμάται εκείνη την στιγμή που με είδε με τον Γιώργο, κι αυτό ήταν το χειρότερο που θα μπορούσε να συμβεί στην ψυχή της. Από τότε δεν υπολόγιζε τίποτε και κανέναν.
Ο Αλεξ ήταν πάντα βυθισμένος στα δικά του εγώ, και δεν πρόλαβε να με σταματήσει κι έχασε φιλία και αγαπημένες μέρες, που δεν επέστρεψαν ποτέ και μαζί τους χάθηκε και η ομορφιά. Ένοιωθα πως το τέλος μιας ζωής, που είχε ξεκινήσει με τόσο μεγάλο ενδιαφέρον, πλησίαζε. Κάποια στιγμή πίστεψα πως, η αφορμή για να ξετινάξει από πάνω του ακόμα και τις τελευταίες τρυφερές στιγμές που θα μπορούσε να θυμάται είχε φτάσει, χωρίς να υπάρχουν περιθώρια επιστροφής και, είχα δίκιο.
Η Λένα είχε γνωρίσει ένα νέο τελείως αδιάφορο. Αυτή η γνωριμία μας είχε οδηγήσει πολλές φορές σε σοβαρές συγκρούσεις όμως χωρίς αποτέλεσμα. Πάντα ανάμεσά μας, χωρίς να λέμε τίποτε, έμπαινε εκείνη η στιγμή που την είδα να μας κοιτά και τα μάτια της να είναι κόκκινα από το καθρέφτισμα της φλόγας που είχε το τζάκι.  Υπήρξαν πολλές οι φορές που ξεχνιόταν με τις παρέες της και δεν γύριζε στο σπίτι που μεγάλωσε. Ήταν μια φορά θυμάμαι που προσπαθούσαμε με τον Άλεξ  να βρούμε την αρχή και το τέλος μιας κλωστής και να τα ενώσουμε για να μη χαθούμε. Ήταν η τελευταία προσπάθεια που κάναμε. Ήθελα να του πω πως τον αγαπώ, πως συνεχίζω να τον αγαπώ. Ήθελα να του εξηγήσω πως κι εκείνος δεν προσπάθησε ποτέ, πως δεν κατάλαβε, πως το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν η επιτυχία, αλλά θα προσπαθούσα εγώ και για τους δυο μας. Δεν πρόλαβα βρήκαμε ένα γράμμα της Λένας  που μας έλεγε πως φεύγει με τον φίλο της και να μη ψάξουμε να την βρούμε.
            Ο Άλεξ μη μπορώντας να κρατήσει τον θυμό του και βλέποντας πως η κατάσταση δεν διορθωνόταν πια, αφού δεν θα μπορούσε να γυρίσει το χρόνο πίσω και να αρχίσουμε από εκεί που ξεκινήσαμε, με άρπαξε βίαια κι άρχισε να με ταρακουνά με τόση δύναμη και μανία που τα δάκτυλα του σημάδεψαν τα μπράτσα μου, με άφησε απότομα κι  έχασα την ισορροπία μου κι έπεσα. Τα μάτια του έβγαζαν φλόγες και οργή.
«Εσύ φταις» μου είπε. «Είσαι υπεύθυνη για οτιδήποτε κι αν συμβεί». Με άφησε εκεί κάτω στο κρύο μάρμαρο κι έφυγε κλείνοντας την πόρτα με ορμή πίσω του.      
            Αυτές οι λέξεις του Άλεξ είχαν μείνει να ακούγονται σαν ηχώ στ’ αυτιά μου και με τρόμαζαν...
            Δεν θυμάμαι τίποτε άλλο από την ζωή μου. Από εκεί και πέρα το μυαλό μου βυθίζεται, συγκεχυμένες εικόνες μόνο περνούν από μπροστά μου, κάποια εφημερίδα, κάποια ονόματα και ύστερα όλα χάνονται…


~~~~~~~~~

Η Μίνα σταμάτησε να γράφει. Είχε φτάσει στην πιο τραγική στιγμή της ζωής της τότε που έχασε τα πάντα. Το στυλό έπεσε από τα χέρια της κι εκείνη έμεινε ακίνητη να κοιτάζει το κενό με μάτια δακρυσμένα. Αλλά δεν μπορούσε πια να βρεθεί εκεί όταν γεμάτη ενθουσιασμό μπήκε στο σπίτι και βρήκε τον Άλεξ να κάθεται με μια εφημερίδα στο χέρι με πρόσωπο ωχρό σαν νεκρός.
«Άλεξ. Τι κάνεις;» Δεν απάντησε απλά της έδειξε την εφημερίδα κι έφυγε από μπροστά της.
«Α! Κατάλαβα πάλι οι δημοσιογράφοι» Ήταν το μόνο που είπε. Έβαλλε ένα ποτήρι κονιάκ και κάθισε να απολαύσει αυτό που καυτηρίαζαν οι δημοσιογράφοι, αυτό που δεν άρεσε στον Άλεξ, αυτό που την συγκινούσε και την έκανε να νοιώθει μοναδική.
Στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας με κεφαλαία γράμματα αντίκρισε τη φράση ΝΑΥΑΓΙΟ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ και μέσα στα ονόματα όλων αυτών που η θάλασσα έγινε ο υγρός τους τάφος και το όνομα της Λένας.
            Η Μίνα για μια ακόμη φορά ένοιωσε, πως και γι’ αυτή τη ζωή που χάθηκε, έφταιξε εκείνη. Δεν άντεξε στον μεγάλο πόνο. Το σπίτι άρχισε να γυρίζει. Κύματα και φωνές ακούγονταν από κάθε γωνιά. Τα μαύρα σύννεφα γίνονταν πυκνά κι έκρυβαν το φεγγάρι, η ασημένια του γραμμή χάθηκε μέσα στον βυθό του Πελάγου. Τα άστρα ξεκόλλησαν απ’ το ταβάνι του ουρανού και χύθηκαν στη Γη αφήνοντας ν’ ακουστούν κρότοι καθώς γκρεμίζονταν. Ο ήλιος έγινε σκοτεινός και οι ακτίνες του έσπασαν στα δυο και μάτωσαν. Άνεμος δυνατός έμοιαζε πως παρέσερνε οτιδήποτε βρισκόταν όρθιο. Έβαλε τα χέρια της στ’ αυτιά της, για να μην ακούει. Μπροστά της παρουσιάζονταν όλοι αυτοί που έφυγαν και άπλωναν τα χέρια τους να την πάρουν μαζί τους. Έκλεισε τα μάτια της, για να μη βλέπει. Μετά, σκούπισε με την άκρη του μανικιού της το ιδρωμένο της πρόσωπο, έκανε μια κίνηση με τα δάχτυλα της, σαν να ήθελε να διώξει κάποιον, άνοιξε τα μάτια της και στάθηκε όρθια. Κρατώντας τους τοίχους και τις κολώνες του σπιτιού προχώρησε με μικρά βήματα ως την εξώπορτα και ύστερα ξεχύθηκε στους δρόμους. Τρέχοντας σαν τρελή βρέθηκε στο ιατρείο του Γιώργου. Χτύπησε το κουδούνι. Κάθισε στα σκαλοπάτια και περίμενε. Σε λίγο η πόρτα άνοιξε κι εκείνη όρμησε μέσα. Στάθηκε μπρος στο γραφείο του και απλά τον κοίταζε χωρίς καμιά κουβέντα, σα να  το ‘ξερε πως δεν υπάρχουν πια κατάλληλες λέξεις για τίποτε. Αποτραβήχτηκε σε μια γωνιά. Κάθισε κάτω δίπλωσε τα πόδια της κι έκρυψε το πρόσωπο της ανάμεσα στα γόνατα της. Καμιά φορά σήκωνε το κεφάλι της και τα μάτια της σαν τα μάτια φιδιού κοίταζαν πέρα δώθε, ενώ  έμοιαζε έτοιμη να χιμήξει σε όποιον την πλησίαζε. Γι’ αυτήν όλοι ήταν αρπακτικά πτηνά που θα έπεφταν επάνω της, για να φάνε τη σάρκα της και να της πάρουν την ζωή. Κάθισε κι εκείνος μαζί της κάτω στο πάτωμα, την πήρε στην αγκαλιά του κι εκείνη έγειρε το κεφάλι της στον ώμο του. Μπροστά της δεν έβλεπε τίποτε παρά μόνο χάος. Έδειχνε να βυθίζεται σ’ έναν αιώνιο ύπνο. Απελευθέρωσε το μυαλό της από σκέψεις κι έβαλε τον αντίχειρα της στο στόμα, σαν τα μωρά που βυζαίνουν και γύρισε πίσω στα πιο απαλά χρόνια. Ο Γιώργος προσπάθησε να τη σηκώσει αλλά το σώμα της βαρύ, σαν μολύβι, δεν ανταποκρινόταν.     
Νοσηλεύτηκε για πολύ καιρό σε ψυχιατρική κλινική, απορροφημένη σ’ ένα δικό της κόσμο, μεταξύ ουρανού και Γης…
Ο Γιώργος έκανε ότι ήταν δυνατόν για να την βοηθήσει. Έπρεπε να βρει τον Αλέξανδρο, να του μιλήσει, αλλά πώς; Τι να του πει; Είχε ερωτευθεί την γυναίκα του κι ήταν φίλος του. Είχε χαθεί η Λένα. Τι δικαιολογία υπήρχε; Καμιά. Εκτός, από το ότι τα αισθήματα δεν ελέγχονται. Και είναι δικαιολογία αυτή; Σίγουρα όχι. Ακόμα και να τον σκότωνε θα είχε δίκιο, εκείνος όμως ήταν πάντα κύριος και δεν θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο, όσο κι αν έβραζε το αίμα του.
 Κάποτε υπήρξαν φίλοι. Αυτή η φιλία δεν θα μπορούσε να ξεχαστεί ποτέ κι ας χάθηκε. Πόσα αστεία έκαναν μαζί, το πόσες ατελείωτες φορές διασκέδασαν και τώρα, ήρθε ο θεός έρωτας να τους χωρίσει με τον πιο ευτελή τρόπο. Με πρόσωπο χλωμό σα φτιαγμένο από κερί και με μάτια κόκκινα έφτασε στο σπίτι του Άλεξ. Μάταια χτυπούσε το κουδούνι, δεν άνοιγε κι όμως ήταν μέσα. Μόνο ο σκύλος γάβγιζε και πηγαινοερχόταν από τη μια γωνιά του κήπου στην άλλη, όχι χαρούμενος, αλλά αναστατωμένος.
«Αλέξανδρε» φώναξε και συνέχισε να χτυπά το κουδούνι. Καμιά απάντηση. Έπιασε με τα δυο του χέρια τα κάγκελα της αυλόπορτας κι άρχισε να την ταρακουνά με μανία λες και ήθελε να τη σπάσει, φωνάζοντας δυνατά «Αλέξανδρε άνοιξε».
Μέσα απ’ τη τζαμαρία φάνηκε η μορφή του. Ανέκφραστος με αργά βήματα προχώρησε ως την εξώπορτα και την άνοιξε. Στάθηκε ακίνητος. Λίγα μέτρα απέναντι του στεκόταν ο Γιώργος που  συνέχιζε να φωνάζει με την ίδια ένταση «Αλέξανδρε, άκουσε με...»
 Οι δυο άντρες βρέθηκαν ο ένας απέναντι απ’ τον άλλον να τους χωρίζουν τα κάγκελα της αυλόπορτας. Τα χείλη τους ήταν άσπρα, το στόμα τους στεγνό από σάλιο κι έτσι όπως βρίσκονταν, ξένοι πια, με χαμηλωμένα μάτια, με πόνο στο στήθος που ανέβαινε και σφήνωνε μέσα στο μυαλό του, βρήκε τη δύναμη και  προσπάθησε να του μιλήσει και να του εξηγήσει πως η Μίνα δεν ήταν καλά και την οδήγησε σε κλινική, όπου και νοσηλεύεται.
Οι δυο τους βρέθηκαν πάλι μαζί. Τα βλέμματα τους πικρά άφηναν να φανεί μόνο κάτι πολύ μακρινό που τους ένωνε. Τα νεανικά τους χρόνια.
Το όνομα της Μίνας κάποια στιγμή ξεχάστηκε, αφού κανένας δεν μιλούσε πια γι’ αυτήν. Ο Γιώργος έφυγε απ’ τη ζωή της. Δεν τον ξαναείδε και δεν έμαθε ποτέ κανείς τίποτε. Ο  Άλεξ ήταν συνέχεια κοντά της μέχρι που κάποια στιγμή την κατάλαβε πως ξαναπάτησε στη Γη. Άπλωσε το χέρι της κι εκείνος της το κράτησε και της χαμογέλασε. Μετά, ειδοποίησε τον γιατρό της κι έφυγε. Εκείνη τον είδε να απομακρύνεται στο βάθος του διαδρόμου και δεν τον ξαναείδε από τότε.
Για τον Γιώργο δεν μίλησε σε κανέναν. Ούτε τον έμπλεκε μέσα στα όνειρα της. Έπρεπε να χαθεί απ’ το μυαλό της. Μόνο στο τετράδιο υπάρχει σαν μια μακρινή ανάμνηση. Ο Πέτρος έμεινε γι’ αυτήν ο αγαπημένος της ξάδελφος. Τον έβλεπε μέσα στα σύννεφα να της χαμογελά, να της παίζει βιολί, τον συναντούσε ανάμεσα στις αστραπές. Ζει πάντα στις ιστορίες της και στα όνειρα της νύχτας. Ζει μέσα στην καρδιά της, σα να μην έφυγε ποτέ.
Η Μίνα ακούμπησε το πρόσωπο της ανάμεσα στα χέρια της και κοίταξε προς το παράθυρο. Η βροχή είχε παρασύρει τα κιτρινισμένα φύλλα και οι πλάκες του πεζοδρομίου γυάλιζαν. Σήκωσε το βλέμμα της προς τον ουρανό. Ένα Ουράνιο Τόξο με τόσα όμορφα χρώματα περικύκλωνε τη Γη. Χαμογέλασε όταν θυμήθηκε το Ουράνιο Τόξο που έβλεπαν μαζί με τον Φίλιππο μια βροχερή μέρα. Τότε της είπε πως θα την αγαπά αιώνια κι εκείνη τον έβαλε να ορκισθεί στο Ουράνιο Τόξο.
« Μα αυτό θα διαλυθεί σε λίγο» της είπε εκείνος και γέλασε.
 «Το ξέρω, αλλά τα χρώματα θα πέσουν στη Γη και θα μείνουν εκεί για πάντα» του αποκρίθηκε.
Σηκώθηκε όρθια, γύρισε το κεφάλι της προς την Αφρική και άφησε τη φωνή της ν’ ακουστεί ως εκεί. Φίλιππε, δεν ξέρω αν μπορείς να μ’ ακούσεις. Δεν ξέρω αν με θυμάσαι καν. Θέλω όμως να σου πω πως βρήκα και το τελευταίο κομμάτι του παζλ. Η εικόνα ολοκληρώθηκε. Μετά πήρε το στυλό και συμπλήρωσε και τις τελευταίες γραμμές του τετραδίου.
{Αυτός ήταν ο δικός μου κόσμος}έγραψε. {Ήταν οι κόκκοι άμμου που κύλησαν μέσα στο μονοπάτι της ζωής μου. Ήταν τα χρόνια που πέρασαν. Μερικές φορές νομίζω πως γέμισα τις φούχτες μου με νερό και άνοιξα τα δάχτυλα μου και χύθηκε}. Και τέλειωσε με μια συγνώμη προς τον Άλεξ και πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια τον είπε Αλέξανδρο, όπως τον φώναζε ο Γιώργος, ο καλύτερος του φίλος. {Αλέξανδρε ξέρω το πόσο δύσκολο είναι να συγχωράει κανείς τους άλλους. Νόμιζα όμως πως η αυριανή μέρα θα ήταν πιο όμορφη απ’ αυτή που πέρασε, γιατί δεν ήξερα πως το χθες ήταν καλύτερο.
Συγνώμη….}

Η Μίνα έκλεισε το τετράδιο και μέσα σ’ αυτό έκλεισε μια ολόκληρη ζωή. Όπως την πίστευε κι όπως την έζησε. Το έβαλε μέσα σ’ ένα βελούδινο  κουτί γιατί έλεγε πως όσο κι αν η ζωή είναι σκληρή έχει πολλές απαλές στιγμές, απαλές όπως το βελούδο, το τύλιξε με μια ροζ κορδέλα, γιατί γι’ αυτήν το ροζ είναι το πιο νεανικό χρώμα και τέλος το έκρυψε στο συρτάρι της.   

Συνεχίζεται
Copyright © Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου 2020
All rights reserved