Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013


Από το βιβλίο μου «χρυσές σελίδες»

ΜΑΡΤΙΟΣ

 

Ο Μάρτιος είναι ο πρώτος μήνας της άνοιξης. Ένας μήνας που η Μαρίκα δεν ξέχασε ποτέ. Έναν Μάρτη ξεκίνησε το όνειρο της και πραγματοποιήθηκε έναν άλλο Μάρτη, ακριβώς σε ένα χρόνο. Τα λουλούδια που στόλιζαν τις χρυσές άμαξες μέσα στα παραμύθια της γιαγιάς της, στην πραγματικότητα στόλιζαν τα καλαθάκια που κρατούσε εκείνη στα κέντρα. Απ’ εκείνη ο Πρόδρομος αγόρασε ένα ολόκληρο καλάθι τριαντάφυλλα, και όλοι περίμεναν να το δωρίσει στην κοπέλα που συνόδευε, αλλά μόλις είδε τα μάτια με το ακαθόριστο χρώμα, εκείνα τα μάτια της Μαρίκας, δεν τόλμησε να γυρίσει αλλού το βλέμμα του, της το χάρισε και πήρε κι άλλο, κι άλλο και την έλουσε με τριαντάφυλλα. Εκείνη τον κοίταξε σαστισμένη και του χαμογέλασε. Ένα χαμόγελο γεμάτο αγάπη για έναν ξένο που την πρόσεξε.

            -Σκάνδαλο, φώναξαν. Τι δουλειά έχεις εσύ με ένα δουλάκι;

Δεν ήταν δουλάκι η Μαρίκα, φτωχιά ήταν.

            Η παρέα του Πρόδρομου έφυγε, η Μαρίκα έφυγε κι εκείνη πετώντας κάτω τα άδεια καλαθάκια και τα λεφτά του Πρόδρομου. Τα μάτια της κοκκίνισαν απ’ το κλάμα. Δεν κατάλαβε τι συνέβη. Δεν κατάλαβε πως εκείνος έμεινε εκεί στην καρέκλα του μόνος και την κοίταζε να τρέχει μέχρι που χάθηκε.

            Από τότε η Μαρίκα όλο τον Μάρτη γεμίζει τα ανθοδοχεία με τριαντάφυλλα. Και δεν αφήνει να μπει αυτό το λουλούδι στο σπίτι τους καμιά άλλη περίοδο.

            -Σαν παραμύθι ακούγεται αυτή η ιστορία, της είπε κάποτε η Σάσα καθώς την παρατηρούσε να κόβει από κάτω τα κοτσάνια των λουλουδιών..    

            -Είναι αληθινή.

-Την ξέρεις αυτή την κυρία που πούλαγε λουλούδια στα κέντρα;

            -Την ήξερα, κάποτε.

            -Και τώρα; Που είναι; Πέθανε;

            -Ναι Σάσα μου. Δεν υπάρχει πια.

            -Τι κρίμα θα την γνώριζα. Θα πρέπει να είχε το χρώμα των ματιών σου.

            -Ναι. Τα μάτια μας είχαν το ίδιο χρώμα απάντησε. Στάθηκε για λίγο να κοιτάζει, χάιδεψε τα μαγουλάκια της και της είπε. Ξέρεις σε τίποτε άλλο δεν μοιάζαμε, μόνο στο χρώμα των ματιών, και συνέχισε να τακτοποιεί τα αγαπημένα της λουλούδια.

            Η Σάσα άφησε την Μαρίκα με τις αναμνήσεις της και πήγε στο δωμάτιό της. Εκείνη χάιδεψε τα πέταλα τους που ήσαν όπως το βελούδο, κάθισε στην πολυθρόνα της και αναπόλησε το παρελθόν. Κοίταξε πάλι τα τριαντάφυλλα. “Τέτοιο χρώμα είχαν και τότε εκείνα. Κόκκινο”. Ψιθύρισε.



 

 

Copyright © 2010     Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου
“All rights reserved

Το ανωτέρω κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Παλμός Γαλατσίου Παρασκευή 15/3/2013

 αρ. φύλλου 316.

 

Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

Ο μήνας της αποκριάς

 
 

 

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ

 

-Ο Φλεβάρης, ο μήνας της Αποκριάς.

 Έτσι έλεγε η Αγάπη, από τότε που ήταν μικρή. Το έμαθαν να το λένε και τα αδέλφια της και τώρα και τα εγγόνια. Έτρεξαν γεμάτα χαρά στην γιαγιά τους και πλημμύρισαν το σπίτι με τα γέλια τους.

-Γιαγιά τι θα ντυθούμε φέτος; ρώτησε πρώτη η Σάσα. Και με τα μεγάλα της μάτια όλο τσαχπινιά κοίταξε την Μαρίκα. Εκείνη την πήρε απ’ το χέρι και κατέβηκαν μαζί τις σκάλες του υπογείου. Εκεί σε κάποιο σεντούκι είχε φυλαγμένα διάφορα αποκριάτικα. Το άνοιξε και η Σάσα όλο περιέργεια, άρχισε να ψαχουλεύει τις διάφορες φορεσιές.

-Πω! Πω! Που τα βρήκες όλα αυτά; έκανε και χωμένη μες το μπαούλο σκάλιζε και πέταγε μια το ένα μια το άλλο απ’ τα  μασκαράτα, που με τόση επιμέλεια είχε φυλαγμένα η Μαρίκα. Καπέλα μικρά και μεγάλα, ημίψηλα, καπέλα με φτερά, μουτσούνες..., μέχρι και κομφετί. Ο Δημητράκης τις ακολούθησε και κάθισε στο τελευταίο σκαλοπάτι. Έβαλε τους αγκώνες του στα γόνατα του, στερέωσε το κεφάλι του ανάμεσα στις φούχτες του και κοίταζε την αδελφή του χαζογελώντας. Η Μαρίκα το πρόσεξε και τον πλησίασε.  

-Δημητράκη. Τι κάνεις εδώ και δεν έρχεσαι πιο κοντά να δεις κι εσύ τις φορεσιές; του είπε.

-Κοιτάζω. Πολύ απλά κοιτάζω, απάντησε. Η γιαγιά δεν επέμενε, πήγε κοντά στην εγγονή της που είχε ήδη βρει ένα φόρεμα μακρύ, που κάποτε ήταν κατάλευκο, αλλά με την πολυκαιρία είχε κιτρινίσει.

-Γιαγιά που τα βρήκες όλα αυτά; τη ρώτησε και άνοιξε τα ματάκια της όσο πιο πολύ μπορούσε.

-Είναι μυστικό, της απάντησε εκείνη χαμογελώντας.

Και βέβαια η Σάσα δεν πίστεψε, πως είναι μυστικό, κι έκανε ένα σκέρτσο σηκώνοντας τους ώμους της, σα να μη την ένοιαζε ενώ συγχρόνως έβαλε κάτω στο κρύο πάτωμα το λευκό φόρεμα και το ‘στρωσε καλά-καλά και άρχισε να το περιεργάζεται. Κοίταζε τον νταντελένιο του γιακά που τελείωνε σε μια μύτη κι έφτανε ως την μέση, προσπαθούσε να δέσει την ταφταδένια του ζώνη και όλο της λυνόταν, κούμπωνε και ξεκούμπωνε τα μικρά ταφταδένια του κουμπάκια που είχαν οι φαρδιές μανσέτες κι όταν πια είδε πως δυσκολεύεται γύρισε απότομα το κεφάλι της προς την γιαγιά της κάνοντας ένα ουφ...   

 -Κι αυτό τι είναι; ρώτησε καθώς το ξεδίπλωνε. Σα νυφικό μοιάζει.

-Α!!!..., έκανε η Μαρίκα. Το είχα ξεχάσει. Είναι το νυφικό μου.

-Μπορώ λοιπόν να το φορέσω; Να γίνω η γιαγιά νύφη;

-Μπορείς, αγάπη μου, απάντησε εκείνη όλο στοργή. Αλλά θα σου είναι μεγάλο. Λέω λοιπόν να το φορέσεις κάποια άλλη φορά.

Η Σάσα όμως δεν άντεξε. Το πήρε από κάτω και ανέβηκε τις σκάλες, αφού προηγουμένως σκούντηξε τον αδελφό της και λίγο έλειψε να τσακωθούν. Με το νυφικό να σέρνεται πάνω στα σκαλοπάτια πήγε στο δωμάτιο της και το φόρεσε. Ενώ ο Δημητράκης τώρα που δεν τον έβλεπε η Σάσα έψαξε κι αυτός και βρήκε μια φορεσιά ιππότη. Σε λίγη ώρα η αδελφή του ξανακατέβηκε τρεχάτη να το δείξει στην γιαγιά αλλά μπροστά στα γέλια που έβαλε ο Δημητράκης με το που την είδε, εκείνη μπερδεύτηκε κι έπεσε. Το κλάμα της αναστάτωσε την Αγάπη που ήταν η μόνη εκείνη την ώρα στο σπίτι και κατέβηκε στο υπόγειο να δει τι συμβαίνει. Το θέαμα που αντίκρισε πραγματικά ήταν για γέλια και για κλάματα.

Η Σάσα ντυμένη νύφη, και μάλιστα κακόγουστη νύφη, με ένα παλιομοδίτικο κιτρινισμένο φόρεμα, μ’ ένα πέπλο άχαρο να κάθεται κάτω με ανοιχτά τα πόδια της και να κλαίει. Ο Δημητράκης να κρατά ένα αποκριάτικο σπαθί και να την πειράζει, λέγοντας της πως θα της κόψει το κεφάλι, να παίρνει διάφορα καπέλα από φορεσιές και να τα πετάει στον αέρα και με το σπαθί να προσπαθεί να τα τρυπήσει και η γιαγιά κυριολεκτικά να μην ξέρει τι να κάνει και με πιο τρόπο να σταματήσει το κλάμα της Σάσας και το γέλιο του Δημητράκη. Τελικά με την παρουσία της Αγάπης όλα έληξαν. Η νύφη καμαρωτή ανέβηκε με μεγάλη προσοχή τις σκάλες και πήγε στο δωμάτιο της και ο ιππότης με το σπαθί του αποχώρησε ενώ συνέχισε να γελά.

Η Αγάπη μάζεψε τα ρούχα που ήταν πεσμένα στο πάτωμα τα δίπλωσε και τα ξανάβαλε στη θέση τους. Ύστερα κάθισε πλάι στην μητέρα της και της χαμογέλασε. Χαμογέλασε και η Μαρίκα.

-Ξέρω τι σκέφτεσαι, της είπε.

-Τι σκέφτομαι μαμά;

-Ξέρεις Αγάπη. Ζω με αυτές τις αναμνήσεις. Όλα αυτά τα αποκριάτικα ρούχα τα είχατε φορέσει εσείς και είναι πράγματι πολύ όμορφο να τα βλέπω να τα φοράνε τα μικρά. Μου θυμίζουν την εποχή των ιπποτών και για μένα εκείνη η εποχή έχει μεγάλη αξία κι ας μην την έζησα τότε. Μου θυμίζει τα παραμύθια που άκουγα μικρή και μέσα στα όνειρα μου έπλαθα την ζωή μου.

-Και το νυφικό σου μαμά; Κι αυτό αποκριάτικο είναι;

Η Μαρίκα δεν μίλησε αμέσως. Έσκυψε και κοίταξε το πάτωμα. Άφησε έναν αναστεναγμό και είπε.

-Μερικές φορές νομίζω πως ναι.

-Ω...Καλέ μαμά. Τι λες;

            -Αλήθεια λέω, είπε και χαμογέλασε. Σηκώθηκε και προχώρησε προς τις σκάλες. Η Αγάπη την κοίταζε να βαδίζει με το κεφάλι της ολόρθο και το κορμί της στητό, σα να άφηνε πίσω της όλα αυτά που εκείνη έλεγε αναμνήσεις και τώρα ήταν ο αρχηγός μιας παρέλασης

 

 «Χρυσές σελίδες».
 

 
Copyright © 2010   Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου
"All rights reserved"
 
Το ανωτέρω απόσπασμα δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Παλμός Γαλατσίου. Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2013  αρ. φύλλου 313.