Παρασκευή 26 Ιουνίου 2020






Η ΑΛΛΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ

10η συνέχεια
~~~~  ~~~~  ~~~~
Η βροχή έπεφτε με την ίδια μανία. Οι κεραυνοί δημιουργούσαν μυστηριώδεις θορύβους και ο αέρας σαν μανιακός επισκέπτης στρίγκλιζε καθώς περνούσε ανάμεσα απ’ τα γυμνά δένδρα του δάσους.
         Το ρεύμα επανήλθε, αλλά η Λένα δε το κατάλαβε, συνέχισε να διαβάζει κάτω απ’ εκείνη την λάμπα, τυλιγμένη με την κουβέρτα και πλάι στο τζάκι, που δεν είχε πια καμιά φλόγα, παρά μόνο στάχτες.

~~~  ~~~ ~~~
ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
συνέχεια
Μετά τους μεγάλους σεισμούς δεν ήθελα να γράψω τίποτε πια, γιατί φοβόμουν  πως η αλήθεια τρομάζει, όσο διαφοροποιημένη και να είναι κι εγώ σ’ αυτό το τετράδιο γράφω τις αλήθειες, όπως τις βλέπω κι όπως τις νοιώθω. Δημιουργώ τις δικές μου ιστορίες. Τώρα όμως πέρασε καιρός κι όλα ξεχάστηκαν και μαζί μ’ όλες αυτές τις όμορφες μέρες του καλοκαιριού που κυλούν ήρεμα και τόσο ξένοιαστα, θα έρθει κι ο νέος μου ξάδελφος, απ’ την Αφρική.
Τι περίεργο να μην έχω αληθινό ξάδελφο και οι δυο τους να είναι ξένοι, άλλων οικογενειών. Όταν όμως αγαπάς κάποιον, δε τον αγαπάς επειδή είναι αδελφός, ξάδελφος ή θείος, αλλά γιατί είναι ο ένας, ο μοναδικός που σου εμπνέει αυτή την αγάπη κι εσύ την προσφέρεις απλόχερα, όπως βγαίνει από μέσα σου, χωρίς ενδοιασμούς και φοβίες. Είναι το πιο όμορφο συναίσθημα της ζωής και είναι φρικτό αν δεν μπορείς να το προσφέρεις όπως το ίδιο είναι φρικτό αν δεν μπορείς να το λάβεις.
               
Έχουν περάσει ήδη πέντε μέρες που ήρθε ο Φίλιππος και τον έχω ξεναγήσει σε πολλά μέρη. Πήγαμε στην εκκλησία με τα ωραία πολύχρωμα τζάμια και με το μεγάλο ρολόι. Περπατήσαμε στα δρομάκια. Κατεβήκαμε στην πόλη. Είδαμε τα μαγαζιά κι ακόμα έχω τόσα πολλά να του δείξω. Το δάσος…, το πάρκο μας…, τις μεγάλες σπηλιές…, τις φίλες μου.
Τη μέρα που ήρθε ήμουν πολύ αναστατωμένη. Η θεία μου μαζί με τον θείο Πωλ και τον μπαμπά μου είχαν πάει να τον υποδεχτούν. Η αγωνία μου ήταν μεγάλη. Καθόμουν στο δωμάτιο μου και μετρούσα τις ώρες που μου φαίνονταν ατελείωτες. Ήθελα εκείνη τη μέρα να είμαι όμορφη. Έβαζα μια το ένα φόρεμα, μια το άλλο και πήγαινα στις αδελφές μου να μου πουν την γνώμη τους. Αλλά κι εκείνες το ίδιο έκαναν. Λες και συναγωνιζόμασταν η μια την άλλη. Και αφού πια ετοιμαστήκαμε αρχίσαμε να γελάμε και αγκαλιαστήκαμε. 
Είχα χτενίσει τα μαλλιά μου μπούκλες και τα είχα δέσει με μια κορδέλα σιελ, στο ίδιο χρώμα που είχε και το φόρεμα μου και είχα βάλει τα καλά μου παπούτσια. Φόρεσα και την καινούρια μου ζώνη, εκείνη που μου είχε δωρίσει η θεία Νίτσα, κεντημένη με μετάξι και πέρλες. Πόσο όμορφη είναι αυτή η ζώνη! Είχε φέρει σε όλους μας δώρα. Εγώ όμως νομίζω πως πήρα το πιο ωραίο.
Παρ’ όλο που ο χρόνος δεν ήταν με το μέρος μου, μια και κυλούσε τόσο αργά, σα να ήθελε να με αγχώσει, εγώ προσπαθούσα να μένω ατάραχη. Κόντευε πια να νυχτώσει. Μέχρι και ο ήλιος είχε κουραστεί κι έτσι όπως έφευγε μπορούσα να τον βλέπω κατάματα να κυλάει και σιγά σιγά να χάνεται.
 Τώρα ένα άλλο χρώμα βαθύ μοβ ήρθε να καλύψει τον ουρανό. Το δάσος έμοιαζε έτοιμο να κοιμηθεί και τα πουλιά σα ναρκωμένα στάθηκαν πάνω στα  κλαριά. Όλα ήταν ήσυχα, σιωπηλά και μέσα σ’ αυτή τη σιωπή, τους είδα.
Ήρθαν! φώναξα και άρχισα να χειροκροτώ. Όλα ξύπνησαν. Μόνο ο ήλιος συνέχισε να κοιμάται. Έτρεξα στον καθρέφτη, έριξα μια γρήγορη ματιά στα μαλλιά μου, διόρθωσα το φόρεμα μου και κατέβηκα τις μεγάλες μαρμάρινες σκάλες.
            Η μητέρα με τη γιαγιά και τα κορίτσια ήταν ήδη στην εξώπορτα. Ο θείος Πωλ σύστησε το γιο του σε όλους, με τη σειρά και τέλος ήρθε και η δική μου σειρά.
            «Εσύ είσαι η Μίνα;» ρώτησε ο Φίλιππος.
            «Ναι, εγώ είμαι,» απάντησα κι ως φαίνεται έδειξα τρομαγμένη. Ποιος ξέρει;
            «Είμαι ο Φίλιππος, μη φοβάσαι όμως. Το ξέρω πως φαίνεται περίεργο που είμαι τόσο μαύρος, αλλά... μη φοβάσαι».
            Γέλασαν όλοι. Εκτός από μένα.
            Η Λευκή προσφέρθηκε να του δώσει το δωμάτιο της κι εκείνη μετακόμισε στο δωμάτιο της γιαγιάς και θα ήταν μαζί της όλο τον καιρό που θα έμεναν οι φιλοξενούμενοι μας. Λίγο αργότερα καθίσαμε  στο τραπέζι. Η ώρα πέρασε με διάφορες διηγήσεις, αρκετά ενδιαφέρουσες...
…… και η νύχτα ήρθε κι έριξε τις μαύρες της πινελιές οπουδήποτε δε χωρούσε να περάσει το φως του φεγγαριού. Καληνυχτίσαμε ο ένας τον άλλον. Το δάσος σχεδόν δε φαινόταν πια, μια και το χρώμα του ήταν ίδιο με το χρώμα του ουρανού και μόνο το αεράκι που κουνούσε ελαφρά τα φύλλα των δένδρων έμοιαζε σα να σου λεει πως υπάρχει. Ανέβηκα στο δωμάτιο μου. Πλησίασα το παράθυρο και κοίταξα έξω Όλα ησύχαζαν. Έκλεισα το φως. Στήλωσα τα μάτια μου στο ταβάνι και άρχισα να σκέπτομαι την αυριανή μέρα. Άργησε να με πάρει ο ύπνος.           

Πέρασαν μέρες για να γράψω, αλλά όταν ερχόταν το βράδυ κι έβγαζα το τετράδιο μου το ξανά έκλεινα. Κι αυτό γιατί ήθελα να σκεφθώ το αύριο. Να ονειρευτώ κι όχι να γράψω. 
Ήταν μια μέρα που υπήρξε πολύ ξεχωριστή για μένα. Ίσως να είναι η μοναδική μέρα της ζωής μου που δε θα ξεχάσω ποτέ. Πρόλαβε το άσπρο φως πριν απ’ τον ήλιο και με ξύπνησε. Σηκώθηκα και κοίταξα έξω απ’ το παράθυρο μου, ήταν εκεί στον κήπο και κοίταζε προς την Ανατολή. Τότε σκέφθηκα πως θα μπορούσα να γράψω μια ιστορία για ένα νέγρο που ζει ανάμεσα σε λευκούς. Τα αισθήματα εκείνου αλλά και των άλλων. Πως μπορεί τόσο ξεχωριστοί άνθρωποι να είναι μαζί; Αλλά μήπως τελικά είναι μόνο το χρώμα που διαφέρει και τίποτε άλλο;
            Μετά το πρωινό μας πήγα στο κιόσκι. Ο ήλιος είχε ανατείλει εδώ και πολύ ώρα. Το φως της μέρας είχε αρχίσει να γίνεται ζεστό και όμορφο. Άνοιξα το τετράδιο μου και σκεπτόμουν την ιστορία που θα ‘γραφα, όταν ξαφνικά άκουσα από πίσω μου τη φωνή του Φίλιππου.
«Τι γράφεις;»
            «Κρατώ διάφορες σημειώσεις, γράφω τις σκέψεις μου και μικρές ιστορίες» απάντησα κι το έκλεισα αμέσως.
            «Μπορώ να το δω;» ρώτησε και άπλωσε το χέρι του για να το πάρει.
            «Όχι δεν μπορείς να το δεις. Κανείς δεν μπορεί να το δει. Είναι δικό μου και ότι γράφω δε το μοιράζομαι με κανέναν. Δε θέλω να το μοιράζομαι με κανέναν» του είπα και το κράτησα όσο πιο σφιχτά μπορούσα.
            «Καλά, όπως νομίζεις» έκανε χαμογελώντας.
            «Θέλεις μήπως να σου δείξω το δάσος;» ρώτησα με ενθουσιασμό.
 Έδειξε να θέλει κι έτσι αφήσαμε το κιόσκι πίσω μας κι αρχίσαμε να περπατάμε.

Το δάσος μας έχει δυο μονοπάτια και ξεκινούν από μια πηγή, που τρέχει πάντα κρύο νερό. Πολλοί πιστεύουν πως αυτό το νερό μπορεί να γιατρέψει διάφορες  ασθένειες κι έρχονται από πολλά μέρη με μπουκάλια και το παίρνουν σπίτια τους. Εγώ όμως νομίζω πως είναι η ιδέα τους, το μεγάλο πιστεύω και η αγάπη για ζωή.
            Το ένα απ’ τα δυο μονοπάτια βγάζει σ’ ένα ξέφωτο, στο κέντρο του δάσους κι εκεί σταματάει. Για να επιστρέψεις πρέπει να πάρεις πάλι τον ίδιο δρόμο. Το άλλο κάνει έναν ολόκληρο κύκλο και περνάει ανάμεσα απ’ τα πελώρια δένδρα, που σε πολλά σημεία καθώς μπλέκονται τα κλαδιά τους σχηματίζουν αψίδες, πλούσιες από φύλλα κι όταν το φθινόπωρο όλα αυτά τα φυλλώματα κιτρινίζουν πέφτουν στη γη για να σχηματίσουν ένα παχύ χαλί και τότε τα γυμνά πια κλαδιά μοιάζουν αγκαλιασμένα, σα να προσπαθούν να ζεσταθούν.             
            Οι δυο μας πήραμε το μονοπάτι εκείνο, που φτάνει ως το ξέφωτο. Περπατούσαμε και μιλάγαμε σαν να γνωριζόμασταν χρόνια.
«Πως ξέρεις και μιλάς έτσι καλά Ελληνικά;» τον ρώτησα.
«Κάποιος προπάππους μου ήταν Έλληνας. Απελπισμένος αποφάσισε να ξενιτευτεί για να βρει την τύχη του κι έτσι έφτασε στην Αφρική. Όλη μας η οικογένεια μιλάει Ελληνικά. Είναι η γλώσσα των προγόνων μας έλεγε η μητέρα μου. Ήμουν μικρός όταν πέθανε. Στην Ελλάδα πάντως έχω έρθει πολλές φορές και χαίρομαι που ανάμεσα μας, από δω και στο εξής, θα είναι η θεία σου. Σας αγαπάει πολύ. Το ξέρεις;»
            «Ναι, βέβαια το ξέρω κι εμείς την αγαπάμε. Είναι η πιο αγαπημένη θεία».

Είχαμε φτάσει πια στο ξέφωτο. Πάνω απ’ τα κεφάλια μας ανοιγόταν ο απέραντος  ουρανός, ατελείωτος πέρα απ’ εκεί που μπορούσε να δει το μάτι μας και γύρω μας σε μια απόσταση κάποιων μέτρων άρχιζαν τα δέντρα. Ψηλά, καμαρωτά με το πυκνό τους φύλλωμα να τραντάζεται όταν τα πουλιά πετούσαν ανάμεσα του και πολύ μακριά μας, μόλις διακρίνονταν οι πιο ψηλές βουνοκορφές, πάντα χιονισμένες. Απ’ εκεί πίσω κρύβεται ο ήλιος. Δεν άκουγες τίποτε. Ήμασταν μόνοι σ’ ένα μέρος που δεν ήξερε να μας μιλήσει όπως δεν ξέραμε κι μείς να του μιλήσουμε. Κοιταχτήκαμε βαθιά στα μάτια, και ύστερα έσκυψε και με φίλησε. Απ’ τα χέρια μου έπεσε το τετράδιο κι εγώ το άφησα εκεί κάτω και ντροπιασμένη άρχισα να τρέχω.
Γύρισα μόνη στο σπίτι και κλείστηκα στο δωμάτιό μου. Δεν ήθελα να συναντήσω κανέναν. Το στομάχι μου πόναγε. Τα μάτια μου έτσουζαν. Μέσα απ’ το τζάμι κοίταζα τον κήπο, μήπως τον δω και φανεί. Ίσως χάθηκε σκέφθηκα, και το τετράδιο μου; Ίσως χάθηκε κι αυτό. Αισθανόμουν κάτι πολύ περίεργο, και τον ήξερα τόσο λίγες μέρες….
            Κάποια στιγμή φάνηκε από μακριά η μαύρη λεπτή σιλουέτα του. Πλησίασε την καγκελόπορτα, μπήκε στον κήπο μας και κοίταξε προς το δωμάτιο μου κι εγώ ήμουν εκεί και κοίταζα κριμένη πίσω απ’ την κουρτίνα. Ντρεπόμουν. Ήθελα να μείνω μόνη, για πάντα, μακριά απ’ όλους. Ήθελα να κλαίω και να κλαίω συνέχεια.
            Το μεσημέρι δεν κατέβηκα για φαγητό. Το βράδυ όμως; Δε γινόταν…και μέχρι πότε θα συνεχιζόταν αυτό; Θ’ άρχιζαν όλοι να με ρωτούν τι έχω και πρώτη η μαμά που δεν της ξεφεύγει τίποτε και τι θα ‘λεγα; Αυτό είναι κάτι που μόνο ο Φίλιππος κι εγώ θα το ξέραμε και κανένας άλλος. Κανένας.
            Το απόγευμα χτύπησε ελαφρά την πόρτα μου. Δεν απάντησα. Περίμενα. Κι εκείνος ξανά κτύπησε.
            «Ποιος είναι;» ρώτησα.
            «Εγώ είμαι Μίνα» άκουσα την φωνή του απαλή σαν χάδι. Άνοιξα την πόρτα και στάθηκα ακίνητη μπροστά του. Κρατούσε το τετράδιο μου.
            «Δε διάβασα τίποτε Μίνα. Ξέρω πως υπάρχουν πράγματα στη ζωή μας, που τα θέλουμε αποκλειστικά δικά μας». Κούνησα απλά το κεφάλι μου και το πήρα.
Μετά καθίσαμε κάτω απ’ το κιόσκι. Μου μίλησε για την οικογένεια του, μου μίλησε για τον εαυτόν του, τη ζωή του. Με κοίταζε μες στα μάτια και με τα δάκτυλα του ξέμπλεκε τα σγουρά μου μαλλιά κι ήταν η πρώτη φορά που ένοιωσα πως βρίσκομαι σ’ ένα καινούριο κόσμο, χωρίς άγχος, χωρίς αγωνία για το αύριο, γιατί ζούσα συνεπαρμένη το τώρα, εκείνης της στιγμής πιστεύοντας πως θα κρατήσει πολύ, ίσως αιώνια.
Γύρισα για λίγο πίσω και με πέντε λέξεις διηγήθηκα όλη μου τη ζωή, την καθόλου σπουδαία ζωή και χάρηκα, γιατί για πρώτη φορά κάποιος που δε με ήξερε μου έδωσε σημασία. Χάρηκα για μένα. Χάρηκα γιατί ήμουν εγώ. Χάρηκα γι’ αυτό που ήμουν.            
            Ο Φίλιππος μου ζήτησε να γράφουμε μαζί ιστορίες κι εγώ δέχτηκα.
            «Και θα μείνουν για πάντα μέσα σ’ αυτό το τετράδιο» του είπα ενθουσιασμένη, λες και είχαμε κάνει κάποια σπουδαία ανακάλυψη.
            «Για πάντα» συμπλήρωσε.

ΧΡΥΣΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΜΑΝΤΙΑ
1900.
Από πολύ μικρός ζούσε μες στη φτώχια κι όμως πίστευε πως κάποτε αυτή η ζωή θ’ άλλαζε και θα γινόταν κι αυτός πλούσιος, σαν τους άλλους. Θα φορούσε ωραία δετά παπούτσια με κάλτσες, θα είχε κουστούμι και όλα τα καλά. Δε θα ξάπλωνε κάτω και δε θα είχε για προσκέφαλο του αχυρένιο μαξιλάρι. Δε θα κουβαλούσε στην πλάτη του τα μπαούλα των ταξιδιωτών, αλλά κάποτε θα τα κουβαλούσαν άλλοι γι’ αυτών.
 Έπρεπε να βρει ένα τρόπο, να μπει μέσα σ’ αυτά τα πελώρια καράβια, ώστε να μπορέσει να  φύγει μακριά. Οπουδήποτε υπήρχε χρυσάφι.
            Με τα λίγα γράμματα που ήξερε, προσπαθούσε απ’ τις εφημερίδες που ξέχναγαν μερικοί αφηρημένοι σε κάποιο τραπεζάκι καφενείου, να μάθει για τον κόσμο ή ρωτούσε στο δρόμο τους περαστικούς. Δε φοβόταν και δε ντρεπόταν τίποτε και κανένα. Πολλοί τον νόμιζαν τρελό και για να του απαλύνουν την δυστυχία του, του πρόσφεραν κάποιο μικρό νόμισμα, ως ελεημοσύνη. Άλλοι δε του έδιναν καμιά σημασία ή γέλαγαν μαζί του και άλλοι πάλι, αυτοί που γνωρίζουν τα πάντα, του έδιναν διάφορες πληροφορίες, μια και αυτό είναι κάτι που δεν κοστίζει τίποτε.                   
            Η επιμονή όμως έχει αποτελέσματα κι έτσι όταν κάποτε ήρθε το καράβι από ένα μακρινό ταξίδι, την Αφρική κι άραξε στο λιμάνι, έφερε μαζί του και τον Μεγάλο Άγγελο γι αυτόν.
Και πράγματι Άγγελο τον έλεγαν και ήταν μεγάλος. 
Η ξύλινη σκάλα του πλοίου έπεσε με δύναμη στην προβλήτα. Οι ναύτες έδεσαν τα παλαμάρια και οι ταξιδιώτες άρχισαν να γεμίζουν την προκυμαία. Ωραίες κυρίες με  φτερά στα καπέλα τους, με μαλλιά όλο μπούκλες, με ωραία φορέματα κατέβαιναν τη  σκάλα του πλοίου όλο καμάρι και από πίσω οι κύριοι, νέοι ή μεγάλοι ακόμα και μικρά παιδιά.
Το λιμάνι γέμισε κόσμο. Άλλοι έφευγαν κι άλλοι έρχονταν. 
- Ε…συ, νεαρέ. Έλα δω, να πάρεις τις βαλίτσες.
            Σ’ αυτό το άκουσμα έτρεξαν τρεις μαζί. Ο ένας έσπρωχνε τον άλλον, για να προλάβει ποιος θα τις πάρει πρώτος να κερδίσει κανένα φράγκο. Ο Θάνος κοίταζε την όμορφη κοπέλα με τα γαλανά μάτια και ούτε άκουσε το… “Ε…συ.” Εκείνη έφυγε κι ο Θάνος έμεινε ακόμα να την κοιτάζει, που απομακρυνόταν, μέχρι που χάθηκε μέσα στο πλήθος.      
            Ο Άγγελος ήταν ένας κύριος γύρω στα εξήντα, μ’ ένα μικρό μούσι ακριβώς πάνω στο πιγούνι του. Κάπνιζε πίπα και κρατούσε μία ακριβή δερμάτινη τσάντα. Ίσως η έκφραση του Θάνου κάτι να του θύμισε. Ίσως θυμήθηκε τα νιάτα του. Ποιος ξέρει; ίσως και η δική του η ζωή κάποτε να ήταν δύσκολη. Πιθανών όμως και να είχε σκεφθεί πως τον πρώτο νεαρό που θ’ αντίκριζε θα τον έπαιρνε μαζί του, να του κουβαλάει τις βαλίτσες και πραγματικά, ο Θάνος έγινε το δεξί του χέρι και ήρθε η στιγμή που δεν κουβάλαγε βαλίτσες, αλλά βιβλία και χαρτιά για τις διάφορες επιχειρήσεις που είχε δημιουργήσει στην Αθήνα και την Αφρική.  
            Έτσι για τον Θάνο η Νότιος Αφρική έγινε η δεύτερη του πατρίδα. Εκείνος όμως ήθελε χρυσό και δοκίμασε αλλού την τύχη του. Τα ορυχεία έγιναν γι αυτόν το σπίτι του. Έμενε στον καταυλισμό μαζί με τους άλλους εργάτες, μέσα σε καλύβια. Ήταν όμως μαθημένος στις κακουχίες. Η ζωή του ήταν σκληρή σ’ ένα αφιλόξενο μέρος, σ’ ένα ύψος 2000 μ. Είχε μάθει όμως στις δυσκολίες και τώρα το μόνο που τον ένοιαζε ήταν το χρυσάφι.
 Οι συνεχείς συγκρούσεις μεταξύ μαύρων και λευκών προβλημάτισαν τον φιλήσυχο Θάνο και ήταν το μόνο που δεν άντεξε. Άφησε πίσω του τα ορυχεία και βρήκε τον Άγγελο. Εκείνος τον πήρε κοντά του, στην δούλεψη του, στις απέραντες φυτείες του. Τον αγάπησε σα γιο του. Οι καλές τους  σχέσεις με τους ιθαγενείς και η αγάπη γι αυτούς τους ανθρώπους που είναι το ίδιο μ’ εκείνους, που δεν διαφέρουν σε τίποτε παρά μόνο στο χρώμα, τον οδήγησε σ’ ένα γάμο με την πανέμορφη κόρη του αρχηγού μιας φυλής κι έγινε κάποτε κι αυτός αρχηγός κι έμεινε εκεί, στη Μαύρη Ήπειρο, για όλη του την ζωή. 
*
Σήμερα πήγαμε και είδαμε τις σπηλιές. Έχω ανοίξει το τετράδιο μου και κοιτάζω έξω τα αστέρια.
«Φίλιππε θέλεις να πάμε να δεις τις σπηλιές;»
« Και βέβαια θέλω».
«Αυτές οι σπηλιές έχουν κάτι παράξενο, μαγικό θα έλεγα γι’ αυτό και τις έχω ονομάσει μαγικές. Όταν θα μπεις, μπορεί να ξεχαστείς και να πιστέψεις πως βρίσκεσαι μέσα σε μια μεγάλη φυσαλίδα, που κατρακυλάει κι εσύ παίζεις με τα χρώματα που ιριδίζουν γύρω σου, αλλά και φοβάσαι πως από στιγμή σε στιγμή μπορεί να σπάσει και τότε θα βρεθείς σ’ ένα περίεργο κόσμο, όλο βράχους, που γυαλίζουν και σε τυφλώνουν και δεν θα μπορέσεις να βρεις την έξοδο όσο κι αν προσπαθήσεις γιατί τη μια μεριά θα την έχει κλείσει το φεγγάρι και την άλλη ο ήλιος».
«Μεγάλη φαντασία έχεις! Το ξέρεις; Νομίζω πως θα σου άρεσε πολύ η Αφρική».
«Γιατί; έχει τέτοιες μαγικές σπηλιές;»
Ο Φίλιππος χαμογέλασε….
Ξεκινήσαμε πολύ πρωί. Δεν είχε ξημερώσει ακόμα. Το πορτοκαλί χρώμα του ήλιου μας υποδέχτηκε όταν πια φτάσαμε στην θάλασσα. Περπατήσαμε για αρκετή ώρα στην άκρη της άμμου, εκεί που τα ίχνη απ’ τα πόδια μας δεν προλαβαίνουν να σταθούν και μπήκαμε στη μεγάλη σπηλιά.
 Πατούσαμε πάνω σε βότσαλα, άσπρα σαν τα κουφέτα. Είχε πολύ υγρασία και το μόνο φως που υπήρχε ήταν αυτό, που έμπαινε απ’ την είσοδο κι όσο προχωρούσαμε προς τα μέσα όλο λιγόστευε. Σε λίγο, ήταν σχεδόν σκοτεινά. Δεν άκουγες τίποτε παρά μόνο το μονότονο κλαψιάρικο τραγούδι, που άφηναν οι στάλες καθώς έπεφταν από κάποια ανοίγματα του βράχου. Έσκαγαν πάνω στις πέτρες και διαλύονταν. Πιασμένοι χέρι χέρι και αρκετά φοβισμένοι γυρίσαμε πίσω.
Μείναμε όλη τη μέρα στην άκρη της θάλασσας παρακολουθώντας το κυματάκι που κτυπούσε πάνω στους βράχους κι άφηνε έναν ήχο πικρό, σαν πόνο ενώ χαιρετούσε τη μέρα που έφευγε.
Ο Φίλιππος μου μίλησε για την Αφρική, για τα παρθένα δάση της, που δεν μπόρεσε να τα πατήσει κανείς και τις ζούγκλες με τα άγρια θηρία, για τα κακαόδενδρα και τους φοίνικες, για ένα πανύψηλο και σπάνιο δένδρο, το μπαομπάμπ. Μετά μου είπε για την Αφρικανική τέχνη και πως κάθε φυλή έχει και το δικό της στυλ, για τον χορό που είναι το πιο ουσιαστικό μέρος της ζωής τους, για τις φωτιές που ανάβουν και χορεύουν με τη συνοδεία τυμπάνων.        
«Εσύ ξέρεις τέτοιους χορούς;» τον ρώτησα.
«Πολύ λίγο».
«Τύμπανα παίζεις;»
«Παίζω σαξόφωνο».
«Θα μου παίξεις;»
«Και βέβαια θα σου παίξω».

Όσο σκοτείνιαζε, η ατμόσφαιρα έπαιρνε ένα χρώμα γκρι κι ο ουρανός είχε χάσει πια το κόκκινο του ήλιου. Επιστρέψαμε σπίτι κουβαλώντας τις πιο όμορφες στιγμές της ζωής μας.
Κάθισα στο κιόσκι κι εκείνος ανέβηκε στο δωμάτιο του να φέρει το σαξόφωνο του. Η νύχτα ήταν πολύ όμορφη. Τουλάχιστον εμένα έτσι μου φαινόταν. Τα άστρα έλαμπαν και το φεγγάρι περίμενε κι όλο φώτιζε πιο πολύ και μπροστά σ’ αυτό το φως που σε τρελαίνει όσο το κοιτάς ακούστηκαν οι πρώτες νότες σε μια υπέροχη μελωδία.
Η μαγεία της νύχτας και της μουσικής όσο δεν την είχα φανταστεί ποτέ. Καμιά ανάσα, κανένα φύσημα ανέμου. Όλα έμεναν ακίνητα ν’ ακούσουν κι εγώ έκλεισα τα μάτια… κι ονειρεύτηκα.
Η ΠΑΡΕΛΑΣΗ
Στην έρημο ο ήλιος καίει, όσο πουθενά αλλού. Σκιά δεν μπορείς να βρεις και οι αμμόλοφοι αλλάζουν θέση, όταν αρχίζει εκείνος ο δυνατός άνεμος, και δεν ξέρεις που να πας. Δρόμος δεν υπάρχει. Είσαι μόνος κι απροστάτευτος.
            Που είναι ο κόσμος;
            Που είναι οι άνθρωποι;
Η νύχτα είναι υγρή και το φεγγάρι πελώριο. Νομίζεις πως θα το πιάσεις. Αλλά απλώς… νομίζεις κι έρχεται πάλι το πρωί, μεσημεριάζει, κι εσύ βαδίζεις μες στη ζέστη, κάτω απ’ τον καυτό ήλιο. Ζαλισμένος, τρικλίζοντας, μέχρι που κάποια στιγμή, σαν σε όραμα, θα συναντήσεις τις πρώτες σιλουέτες, λεπτές και μαύρες, που θα περάσουν από μπροστά σου και θα χαθούν. Α…! Να και το καραβάνι! Αυτό ζητούσες!
“Ε…! σταματήστε…”
Αλλά δε σ’ ακούν. Φεύγουν και δεν το προλαβαίνεις. Προχωράς… για να φτάσεις…. Που; Να κι άλλοι….Ξυπόλητοι. Ντυμένοι μόνο μ’ ένα κομμάτι ύφασμα, με βαμμένα τα πρόσωπά τους. Κρατούν ακόντια. Έχουν κρίκους στ’ αυτιά. Χορεύουν. Χτυπούν τύμπανα. Προσεύχονται μ’ ένα δικό τους τρόπο. Γιατί άραγε;
Για να βρέξει; κι έτσι να χαθεί για λίγο ο ήλιος ή πρόκειται να πάν’ στον πόλεμο;
Και πιο μακριά, πολύ μακριά, φοινικόδεντρα... μπανανιές… νερά που τρέχουν…
 τ’ ακούς, μικρές λίμνες…τις βλέπεις.
Α…! αυτή θα ‘ναι η όαση!.

Συνεχίζεται
Copyright © Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου  2020
All rights  reserved











Παρασκευή 19 Ιουνίου 2020




Η ΑΛΛΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ

9η συνέχεια
ΤΟ ΗΜΕΡΡΟΛΟΓΙΟ
(συνέχεια)
Σήμερα λέω να γράψω για μας.
Ο Πέτρος δεν είναι αληθινός ξάδελφος. Οι θείοι μου τον πήραν κοντά τους όταν ήταν ακόμα μικρούλης και σίγουρα ήταν πολύ μεγάλο λάθος, που δεν του το είχαν πει ποτέ. Όταν όμως κάποτε έμαθε πως δεν είναι πραγματικοί του γονείς δημιουργήθηκε μεγάλη αναστάτωση και είναι κάτι, που δε θέλω να θυμάμαι, κι όμως γυρίζει συνέχεια μες στο μυαλό μου. Μοιάζει σαν να συνέβη χθες ή σαν να το είδα στο όνειρό μου. Όταν όμως συνειδητοποιώ πως πραγματικά έφυγε τότε με πιάνει μεγάλη μελαγχολία και θέλω να φωνάξω. Να φωνάξω πολύ δυνατά μήπως με ακούσει και γυρίσει πίσω. Αλλά το ξέρω πως η φωνή μου δεν θα φτάσει ποτέ εκεί που βρίσκεται, ώστε να ακούσει την κραυγή μου.
Από τότε που έφυγε οι θείοι μου όλο τσακώνονταν. Ο ένας έριχνε ευθύνες στον άλλον και χειροτέρευαν την κατάσταση. Δεν θέλησα ποτέ να πιστέψω, πως ο Πέτρος δεν υπάρχει πια για μας. Πως δε θα τον ξαναδώ ποτέ. Έπλασα λοιπόν μια ιστορία, ότι πήγε στην Αλεξάνδρεια και θα ζήσει εκεί για πάντα. Οι γονείς μου θύμωσαν πολύ μ’ αυτό που σκέφθηκα, αφού το έλεγα κι αλλού. Δε μ’ ένοιαζε όμως. Εμένα μ’ ανακούφιζε αυτή η ιδέα κι ας ήξερα πως ήταν μύθευμα. Μόνο ο Δημητρός δε το πίστεψε. Ίσως επειδή εκείνος ήξερε την αλήθεια, όπως και η νονά μου.
Εγώ πάντως μ’ αυτό τον τρόπο αισθάνομαι πως μπορώ να μιλώ μαζί του και μάλιστα, μέσα απ’ αυτό το τετράδιο κι ας μην παίρνω απάντηση. Αρκεί που μιλώ εγώ. Μ’ αυτό μάλιστα που έχω διαδώσει, όλοι ρωτούν αν έχουμε νέα του κι έτσι τ’ όνομα του συνεχίζει να πλανάται παντού, όχι μες στο σπίτι βέβαια γιατί όλοι το ξέρουν πως έφυγε για πάντα αλλά οι έξω, η γειτονιά.  
Το σπίτι μας έχει ένα μαύρο υπόγειο, το λέμε μαύρο γιατί δεν μπαίνει φως από πουθενά, εκτός από το πάνω μέρος της σιδερένιας του πόρτας που βλέπει στο δρόμο. Κατεβαίνω συχνά, όταν θέλω να μείνω μόνη, αποτραβηγμένη από τους γύρω μου, που αισθάνομαι ότι δεν μου προσφέρουν τίποτε πια. Πολλές φορές απομονώνομαι σ’ αυτό το ήσυχο μέρος, κάθομαι κοντά στην πόρτα του για να βλέπω και γράφω. Ο Πέτρος το ξέρει αυτό το υπόγειο. Όταν ήθελα να του κρυφτώ ερχόμουν εδώ κι εκείνος μ’ εύρισκε πάντοτε. Ίσως και τώρα, αν με αναζητήσει ποτέ, να θυμηθεί αυτό το μαύρο υπόγειο και να με βρει κι εγώ θα του εξηγήσω, ότι δεν ήθελα να φύγει. Ότι απλά δεν ήξερα τότε... πως να του το πω. Αν οι σκέψεις των ανθρώπων συναντιούνται κάπου, ίσως ξανασυναντηθούμε κι εμείς με κάποιο τρόπο, με οποιονδήποτε.
Πέτρο στηρίχτηκα πολλές φορές επάνω σου κι έμαθα από σένα πολύ ωραία πράγματα. Θυμάσαι που φοβόμουν να κατέβω στο υπόγειο και μια φορά με πήρες απ’ το χέρι και κατεβήκαμε μαζί και μου είπες πως το μόνο που πρέπει να φοβάμαι είναι να μη πέσω και κτυπήσω. Μου είπες και κάτι άλλο, και αυτό ειδικά δεν το ξέχασα, κι ούτε θα το ξεχάσω. “Μίνα” μου είπες. “ Όλα τα πράγματα είναι ίδια, και με το φως της μέρας και την νύχτα. Δεν αλλάζουν, γιατί δεν συμβαίνει τίποτε για να αλλάξουν. Μη φοβάσαι λοιπόν”.
Τελικά από τότε που δεν φοβάμαι νοιώθω πολύ καλύτερα με τον εαυτόν μου κι έτσι τώρα δεν φοβάμαι ούτε τ’ άλλα δωμάτια του σπιτιού. Το μόνο που με τρομάζει πια είναι οι βροντές, που μερικές φορές νομίζεις πως τραντάζεται όλος ο ουρανός και θα πέσει. Αυτόν τον τρόμο του ουρανού δεν νομίζω πως θα μπορέσω ποτέ να τον αποβάλλω.
Απέναντι απ’ το σπίτι μας, σ’ εκείνη την μεγάλη αυλή μένει τώρα η Ευτυχία. Έχει πολλά αδέλφια και αρχίσαμε να κάνουμε παρέα, αλλά τις σκέψεις μου δε θέλω να τις της λέω. Είναι καλό κορίτσι. Προτιμώ όμως ότι σκέπτομαι να το γράφω σ’ αυτό το τετράδιο, που αισθάνομαι πως είναι η καλύτερη μου συντροφιά. 

Πέρασε καιρός και δεν άνοιξα το τετράδιο για να γράψω τίποτε. Δεν έχω κέφια. Είμαι πολύ τρομοκρατημένη. Τον περασμένο Οκτώβριο οι Ιταλοί κήρυξαν τον πόλεμο. Τι να γράψω; Πώς να περιγράψω αυτό που νοιώθω; Όχι καλύτερα να μην υπάρχει τίποτε που να μου θυμίζει στιγμές πόνου και θλίψης. Κάποια στιγμή θα περάσει και ίσως τότε συνεχίσω να γράφω την ζωή.

Απρίλιος 1941
Τελικά σήμερα θα γράψω. Δεν μπορώ να τα κρατώ όλα μέσα μου.

Οι Γερμανοί μπήκαν στην Αθήνα.
Ο πόλεμος έφτασε έξω απ’ τα σπίτια μας, στους δρόμους, στις πλατείες παντού κι εγώ φοβάμαι και κλαίω. Τώρα αισθάνομαι ακόμα περισσότερο να θέλω να μιλήσω μ’ αυτούς που λείπουν. Όταν έφυγε ο Δημητρός κάποια χαράματα, μες στην ομίχλη, για το μέτωπο, ένοιωσα ένα πόνο στην καρδιά μου, όπως τότε που έφυγε ο Πέτρος όταν  με δακρυσμένα μάτια  μου είπε:
«Μίνα πρέπει να φύγω. Θα ψάξω παντού για να βρω τους γονείς μου.  Το ήξερες πως δεν ήμαστε αληθινά ξαδέλφια;»
κι εγώ δεν μίλησα, δεν απάντησα. Τον άφησα να φύγει.
            Την ώρα που έφευγε ο Δημητρός έπεσα στην αγκαλιά του, φοβήθηκα μήπως δεν τον ξαναδώ. Του είπα να μη φύγει κι όμως ήξερα πως αυτό που ζητούσα δεν ήταν δυνατόν να συμβεί. Η μητέρα και η γιαγιά στέκονταν στην πόρτα και τον κοίταζαν ν’ απομακρύνεται, τα κορίτσια έκλαιγαν κι ο πατέρας με το πάντοτε αγέρωχο ύφος τον συνόδεψε ως έξω. 
            Δεν ξέρω αν υπάρχει φεγγάρι ή φοβάται να εμφανιστεί. Δεν έμαθα ποτέ γιατί στα σπίτια μας κλεινόμαστε νωρίς και βάζουμε σκούρα χαρτιά στα τζάμια να μη φανεί καθόλου φως κι έτσι δεν βλέπουμε τον ουρανό. Καμιά φορά η γιαγιά μας διηγείται διάφορες ιστορίες, μάλλον αδιάφορες, έτσι για να περάσει η ώρα. Να μη μας φανεί μεγάλο το σούρουπο.         
Έζησα από κοντά τόσα θλιβερά γεγονότα που νομίζω πως μεγάλωσα πολύ. Είδα  δικούς μου ανθρώπους να φεύγουν για το μέτωπο. Είδα νεκρούς πλάι μου. Είδα ανθρώπους καλοβαλμένους να μαλώνουν για ένα κομμάτι ψωμί. Ένοιωσα τον φόβο των βομβαρδισμών. Είδα τον πόνο στα βλέμματα των άλλων.
Θέλησα πολλές φορές να αποτρέψω τις σκέψεις μου από κάθε τι θλιβερό είτε έχει σχέση με τον Πέτρο που έφυγε και δεν γνωρίζω τίποτε γι’ αυτόν, είτε έχει σχέση με τον Δημητρό που έχουμε τόσο καιρό να μάθουμε νέα του, είτε έχει σχέση με τους γείτονες που υποφέρουν και πονάν όπως κι εμείς, αλλά μου είναι αδύνατον. Η μόνη ανακούφιση είναι η νονά μου, η οποία ήρθε μαζί με τον άντρα της μετά που έφυγε ο Δημητρός κι έμειναν μαζί μας. Μακάρι να έμεναν για πάντα. Πόσο ανάγκη έχουμε όλοι για παρέα. Μας είπαν πως πρέπει να προσέχουμε πολύ. Ο κύριος που έμενε πλάι τους, ενώ το ‘ξερε πως είναι επικίνδυνο, ανέβηκε στην ταράτσα του σπιτιού του κι άναψε ένα τσιγάρο, για να καπνίσει. Τον πυροβόλησε κάποιος ελεύθερος σκοπευτής και ... σκοτώθηκε.
            Τα τρόφιμα είναι λιγοστά και οι ουρές μακριές. Για να μπορέσεις να πάρεις ένα καρβέλι ψωμί μπορείς να περιμένεις ώρες κι αν το βρεις..., κι αν προλάβεις. Καμιά φορά αναγκαζόμαστε να πουλήσουμε πράγματα και αντί λεφτά παίρνουμε τρόφιμα, όπως ζάχαρη ή αλεύρι. Μια φίλη της μαμάς μου μάλιστα έδωσε το πιάνο της για ένα τενεκέ λάδι.     
Όλο αυτό το διάστημα του πολέμου, που είναι άγνωστο πόσο θα κρατήσει, της απουσίας του Πέτρου, του Δημητρού αλλά και όλων εκείνων που πιστεύω πως δεν θα ξανασυναντήσω ποτέ πια νοιώθω πως σημάδεψαν βαθιά την ψυχή μου, ένα σημάδι τόσο βαθύ που δεν θα φύγει ποτέ, θα υπάρχει πάντα σαν ακίδα να πονά.  
Στον μεγάλο βομβαρδισμό, φλόγες έμοιαζαν να βγαίνουν απ’ το στόμα δράκου και μαζί με πέτρες να εκσφενδονίζονται μακριά και να χάνονται μέσα στον ουρανό, που δεν φαινόταν πια. Το χρώμα του είχε σβήσει, ενώ το χώμα μπερδευόταν με τα κύματα της θάλασσας, που τα δημιουργούσαν οι βόμβες καθώς έπεφταν και σκέπαζαν τον ήλιο.   
            Καταστροφές στην Άγια Τριάδα, στην πλατεία κοντά στον σταθμό, στο λιμάνι, παντού. Μάθαμε πως κάποιοι δεν πρόλαβαν να κρυφτούν και μαζεύτηκαν στο κέντρο του μεγάλου δρόμου. Κάποια κοπέλα φώναζε τον αδελφότης να βγει απ’ το σπίτι τους, εκείνος όμως δεν την άκουγε, ήθελε να δέσει το παπούτσι του είπαν. Μια βόμβα έπεσε στο σπίτι, το παιδί πέθανε. Εκείνη την ημέρα, στο καταφύγιο, γνώρισα τη Λενίτσα, την είχα δει στο δρόμο κι άλλες φορές μαζί με τη μητέρα της. Αυτή τη φορά όμως ήταν μόνη. Ο πατέρας της είναι φυματικός και νοσηλεύεται σε νοσοκομείο. Ήρθε κοντά μου και μου έπιασε το χέρι. 
«Πως σε λένε;» με ρώτησε.
«Μίνα, εσένα;»
«Λένα, αλλά με φωνάζουν Λενίτσα. Ξέρεις, φοβάμαι πολύ όταν ακούω τ’  αεροπλάνα, μετά όμως μου περνάει ο φόβος. Εσύ;»
«Κι εγώ φοβάμαι» της απάντησα. Μετά άφησε το χέρι μου και το ‘βαλε στη τσέπη της. Έβγαλε ένα μικρό κομμάτι σοκολάτα, το έκοψε στα δύο και μου έδωσε το ένα.
            «Α...! ευχαριστώ. Που το βρήκες;»
            «Μου το έδωσε η μητέρα μου και το τρώω λίγο λίγο να μη τελειώσει», έκανε χαμογελώντας. Λες ως δια μαγείας έφυγαν όλα απ’ το μυαλό μου, και το μόνο που σκεπτόμουν πια ήταν η Λενίτσα. Γινήκαμε φίλες κι ας ήταν μικρότερη μου. Μοιραζόμασταν διάφορα, οτιδήποτε  βρίσκαμε. Βλεπόμασταν κάθε μέρα. Της έδειξα μάλιστα και το υπόγειο. Της φάνηκε αστείο με τα μικρά σκοτεινά δωμάτια που έχει. Μπαινόβγαινε απ’ το ένα στ’ άλλο και μου κρυβόταν, όπως έκανα εγώ κάποτε και κρυβόμουν στον Πέτρο. Πόσο μακρινό μου φαινόταν αυτό. Έφυγε προχθές με την μητέρα της για την Βέροια, σε κάποιούς συγγενείς τους, μήπως μπορέσουν και φέρουν μερικά τρόφιμα. Μου κρατούσε τα χέρια σφικτά και τα μάτια της έτρεχαν δάκρυα.  Της υποσχέθηκα πως θα επισκεφθώ τον πατέρα της.  Δεν το ‘κανα όμως παρ’ όλο που πήγα μέχρι εκεί, παρ’ όλο που περπάτησα πολύ μέχρι να φθάσω. Στάθηκα μπρος την πόρτα και γύρισα πίσω. Ούτε καν στον θάλαμο δεν μπήκα. Ίσως δεν έχω την δύναμη ν’ αντικρίσω περισσότερο πόνο. Ίσως η Λενίτσα είναι πιο δυνατή από μένα.
            Δεν έχω την δύναμη, ούτε το κουράγιο να γράψω. Μάλλον δεν θέλω. Γυρίζω τις σελίδες του τετραδίου μου στην αρχή και, διαβάζω δυνατά ό,τι έχω γράψει. Θέλω να τα σκίσω, να μην τα διαβάσει κανείς. Τι να διαβάσει; Δεν υπάρχει τίποτε όμορφο να διαβάσει. Συλλογιέμαι τον Πέτρο. Είχα δώσει μια υπόσχεση. Ω… αλλοίμονο αν δεν την τηρήσω κι αυτή, τότε τι σόι πράμα θα είμαι. Ούτε εγώ η ίδια δεν θα εμπιστεύομαι τον εαυτόν μου. Όχι δεν θα το σκίσω.
            Δεν θα το σκίσω. Θα το κρατήσω για πάντα, για όσο ζω, γιατί εδώ μέσα θα είναι η «ζωή» κι ας μην έχω την δύναμη τώρα να συνεχίσω. Ίσως μπορέσω κάποια στιγμή. Ίσως κάποτε όλα περάσουν και ξαναδώ την ομορφιά. Ίσως δω ξανά το χαμόγελο και γράψω γι’ αυτό. 

1945
Έχουν περάσει χρόνια. Για ακόμα μια φορά έχω την αίσθηση πως είμαι πολύ μεγάλη. Κάποιες φορές κοιτάζομαι στον καθρέφτη, επίμονα, γιατί νομίζω πως έχω αποκτήσει ρυτίδες. Βάζω τα δάκτυλα μου στο πρόσωπό μου, είναι λείο και καθαρό. Κάποτε ένοιωθα πως είμαι αντιπαθητική αλλά τώρα είμαι όμορφη, μέχρι και η Λευκή που δεν μιλάει εύκολα το παραδέχεται, καλά για την Σοφούλα δεν έχω να προσθέσω τίποτε. Εκείνη ζει στον δικό της κόσμο, δεν ανέχεται ούτε συμβουλές, ούτε υποδείξεις, ούτε την ενδιαφέρει τίποτε. Είμαστε τρεις αδελφές, μεγαλώσαμε κατά τον ίδιο τρόπο και είμαστε τόσο διαφορετικές, σαν ξένες.
Οι Γερμανοί έφυγαν από την Ελλάδα τον Νοέμβριο του 1944 και η πατρίδα μας ελευθερώθηκε. Τώρα είναι καλοκαίρι 1945 κι έφερε μαζί του το τέλος του Β’ Παγκόσμιου πόλεμου. Ενός πολέμου που άφησε πληγές, πόνους, νεκρούς, ανθρώπους μόνους, συντρίμμια θαμμένα στις καρδιές μας.
Ο Δημητρός δεν επέστρεψε. Έφυγε ψηλά μ’ όλους εκείνους τους άγνωστους, γνωστούς στρατιώτες και τους γνωστούς άγνωστους συμπολίτες μας.
Την Λενίτσα δε την ξανάδα από τότε που πήγε στη Βέροια με την μητέρα της. Στο μυαλό μου μένει εκείνη η στιγμή που με χαιρετούσε και κρατούσε τα χέρια μου σφικτά. Ορκίζομαι πως αν ποτέ παντρευτώ κι αποκτήσω κόρη θα την ονομάσω Λένα για κείνη την σοκολάτα που μου είχε δώσει κάποτε, σ’ εκείνο το καταφύγιο που την γνώρισα.
Η νονά μου πέθανε απ’ την καρδιά της πριν μάθει για τον Δημητρό κι ευτυχώς. Αλλά και μια φίλη της μαμάς μου, που ήταν τυφλή δεν έμαθε τίποτε για τον δικό της γιο, μια και της διάβαζα εγώ ψεύτικα γράμματα και τώρα που τελείωσε ο πόλεμος τη βρήκε να κοιμάται ήσυχη, πως ο γιος της ζει, αφού πρώτα ο Αρχάγγελος Μιχαήλ την πήρε μαζί του.
 Η κυρία Βάλια είναι τελικά η μόνη που είχε χιούμορ και μας συντρόφευε με τα αστεία της. Κάθε φορά που ακούγαμε τ’ αεροπλάνα να πλησιάζουν, εκείνη ερχόταν στο σπίτι μας και φώναζε χαριτολογώντας: “Βγείτε έξω, σεισμός.” Έρχεται συχνά και μας κάνει παρέα, αλλά τώρα της λείπει εκείνο το χιούμορ. Ο πόνος έχει τόσο πολύ θρονιάσει μέσα στην ψυχή της και η τότε δύναμη της να μας κρατάει κι εμάς δυνατούς με τα αστεία της έχει πια στερέψει. Το βλέπω στα μάτια της αφού ο πόλεμος δεν έληξε. Μια νέα πληγή στιγμάτισε την ζωή όλων μας. Ο εμφύλιος. Η οικογένεια της έζησε στην κατοχή ενωμένη αλλά καταστράφηκε σε αυτόν τον καινούριο πόλεμο. Με πια λόγια να την παρηγορήσεις, ποιες λέξεις μπορούν να φέρουν πίσω τα αγόρια της που παρατάχθηκαν σε διαφορετικά στρατόπεδα;    
Μετά τον θάνατο της νονάς μου, ο νονός ήρθε στο σπίτι μας. Οι γονείς μου του είπαν να μείνει όσο καιρό θέλει, ακόμα και για πάντα, αλλά εκείνος δεν το δέχτηκε. Μας είπε πως θα έμενε μόνο για λίγο.
Για τον Πέτρο δεν έμαθε κανείς μας μέχρι τώρα τίποτε.
Που να είναι άραγε; Βρήκε τους πραγματικούς του γονείς; Οι τύψεις με βασανίζουν συνέχεια. Θα μπορέσω να ξεχάσω ποτέ;
Πέτρο θυμάσαι που προσπαθούσες να μου δείξεις βιολί; Ίσως μάθω κι άμα γυρίσεις θα μπορώ να σου παίξω.
            Θα γυρίσεις κάποτε έτσι δεν είναι;
            Δεν μπορεί να ξέχασες τα παιχνίδια μας στο δάσος, το κρυφτό ή που κυνηγιόμασταν και με τ’ άλλα παιδιά κι εσύ σαν πιο ψηλός έσκυβες για ν’ αποφύγεις τα κλαριά των δένδρων που κρέμονταν κι αυτό γινόταν η αφορμή κάθε φορά να χάνεις ή μήπως το έκανες για μένα; Να μη στενοχωρηθώ.    
            Θυμάσαι το θέατρο που είχαμε φτιάξει και το παίξαμε όλοι μαζί; Όταν τέλειωσε η παράσταση γύρισες και μου είπες: «Μίνα μην εγκαταλείψεις ποτέ το θέατρο». Τόσο πολύ σου άρεσε; Μακάρι να ήσουν εδώ και να μου έλεγες. Έχουν αλλάξει πολλά πράγματα μέσα στην ψυχή μου. Καμιά φορά ούτε εγώ η ίδια δεν αναγνωρίζω τον εαυτόν μου. Δεν είμαι η Μίνα που ήξερες. Η Μίνα που γέλαγε, η Μίνα που χόρευε….

  Κάποτε, στον καιρό του πολέμου γνώρισα έναν κύριο. Ήταν μια παγωμένη μέρα και τ’ αεροπλάνα ακούστηκαν από μακριά. Σε λίγο οι σειρήνες άρχισαν να κτυπούν, θυμάμαι πως δεν πρόλαβα ούτε το παλτό μου να φορέσω. Έτρεξα στο καταφύγιο, όσο πιο γρήγορα μπορούσα.        
            Η ιστορία που θα γράψω είναι αληθινή. Συνέβη στον πόλεμο. Και θέλω να την γράψω ακριβώς όπως βίωσα εγώ το συμβάν και να μείνει γραμμένη σε αυτό το τετράδιο για πάντα. Θα γράψω κι άλλες μικρές ιστορίες. Θα προσπαθήσω να βρω έναν τρόπο ώστε κάθε τι αληθινό να παίρνει άλλη μορφή, φανταστική. Κάτι… σαν κι εκείνη για τις μαγικές σπηλιές. Δεν μ’ αρέσει να ζω σ’ αυτό τον κόσμο έτσι όπως είναι. Θέλω να δημιουργήσω έναν άλλον δικό μου φανταστικό αποκλειστικά για μένα. ‘Όπως είναι αυτό το τετράδιο. Θα είναι ένα ταξίδι μέσα στην φαντασία και στην αλήθεια σ’ ένα δικό μου κόσμο που δεν θα επιτρέπεται να τον πειράξει κανείς και να μου τον τσαλακώσει. 

Μια μικρή αληθινή ιστορία.
ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΣΕΛΗΝΗ


Το υπόγειο μοιάζει με κελί. Είναι πολύ σκοτεινό και πίσω απ’ τα μαύρα κάγκελα της σιδερένιας του πόρτας βλέπω το δρόμο. Πιο μικρή το έκανα γούστο γιατί κοίταζα τα παπούτσια που φόραγαν οι περαστικοί. Τώρα όμως δεν είναι καθόλου αστείο.
            Κάποτε μια συγκεκριμένη ώρα της ημέρας περνούσε ένας κύριος με τον σκύλο του, μάλλον τον έβγαζε βόλτα. Δεν τον ξανάδα από τότε που ηχούν οι σειρήνες, εκτός από χθες.
            Περπατούσε μόνος, τα πόδια του τα έσερνε αργά πάνω στο πλακόστρωτο. Στο πρόσωπο δεν τον ξέρω. Τον γνώρισα απ’ τα παπούτσια. Φορούσε εκείνα τα περίεργα χοντρά μπεζ παπούτσια με τα κορδόνια. Σε λίγο ακούστηκε ένα βουητό που μας πλησίαζε. Τ’  αεροπλάνα σαν πελώρια γκρίζα πουλιά που σχίζουν τον αέρα άρχισαν να πετούν. Ο κόσμος έτρεχε σαν τρελός. Μανάδες άρπαζαν τα παιδιά τους απ’ τις αυλές και τα σοκάκια που έπαιζαν κι εκείνα έκλαιγαν, πατεράδες προσπαθούσαν να προστατεύσουν τις οικογένειες τους απ’ τον φονιά.
“ Στο καταφύγιο, γρήγορα στο καταφύγιο” άκουσα κάποιους να φωνάζουν με όση δύναμη τους είχε απομείνει. Μια σκόνη δημιουργήθηκε που όσο ανέβαινε προς τα πάνω θαρρείς πως κατάπινε το φως της μέρας. Βγήκα απ’ το υπόγειο κι άρχισα να τρέχω κι εγώ μαζί με τους άλλους. Πανικός. Φωνές και κλάματα ακούγονταν τριγύρω μου. Σε λίγο οι δρόμοι άδειασαν. 
         Ήμασταν ο ένας κοντά στον άλλον, μαζεμένοι απ’ το κρύο και το φόβο που νοιώθαμε καθώς ακούγαμε τις βόμβες να πέφτουν κι ο θόρυβος αυτός μας πάγωνε. Ένας θόρυβος που νόμιζες πως σέρνεται απ’ άκρη εις άκρη και δεν ξέραμε μέχρι που θα φτάσει, τι μπορούσε να μας συμβεί. Δεν τολμούσαμε να σκεφτούμε το αύριο.
 Το καταφύγιο κρύο βαθιά κάτω στη γη, τα πρόσωπα πικρά, ισχνά, κανένα χρώμα. Όλα φαίνονταν γκρίζα. Γέροι που ζούσαν ένα δεύτερο πόλεμο. Βουβές μορφές που μπερδεύονταν με τα παιδικά πρόσωπα και με τα μωρά που κρατούσαν οι μάνες αγκαλιά. Χαμόγελα που έσβησαν μονομιάς.            
            Ακουμπισμένη στον τοίχο περίμενα…. τα πόδια μου έτρεμαν. Πλάι μου ένας κύριος ψηλός με μαύρα μαλλιά, αρκετά μακριά με κοίταξε. Τον κοίταξα κι εγώ ενώ έτριβα τα χέρια μου και τα χουχούλιαζα για να ζεσταθούν. Τα μάτια του ήταν κόκκινα και δακρυσμένα. Φορούσε κασκόλ και γάντια. Ένα ελαφρύ μειδίαμα διέγραψαν τα χείλη μας, έβγαλε το κασκόλ του και το τύλιξε γύρω απ’ τον λαιμό μου, μετά έβγαλε και τα γάντια του και μου τα ‘δωσε. Μόλις που μπορούσα να μιλήσω και τον ευχαρίστησα.
 Σε λίγο οι σειρήνες άρχισαν πάλι να ηχούν, διαφορετικά όμως. Τώρα μπορούσαμε να βγούμε απ’ τα καταφύγια. Ο βομβαρδισμός είχε περάσει. Ο κύριος προχώρησε προς την έξοδο πριν από μένα. Τον είδα που ανέβαινε τις σκάλες, φορούσε εκείνα τα περίεργα μπεζ παπούτσια με τα κορδόνια .
            Περίμενα κάθε μέρα στο υπόγειο του σπιτιού μου, πίσω απ’ τα κάγκελα της σιδερένιας πόρτας τον δω, να περπατά στον δρόμο, να του επιστρέψω το κασκόλ και τα γάντια του.
            Δεν τον ξανάδα ποτέ πια.         
Σήμερα είναι μια όμορφη ανοιξιάτική μέρα.
Ο ουρανός είναι ολοκάθαρος από σύννεφα. Ο ήλιος είναι τόσο πολύ λαμπερός που όλα μου φαίνονται να γυαλίζουν όπως ο χρυσός κι εγώ αισθάνομαι χαρούμενη.
Έχω κάνει μια σκέψη.
Εάν υποθέσουμε πως η ζωή είναι ένα θέατρο κι εμείς οι ηθοποιοί, τότε εγώ είμαι η πρωταγωνίστρια αυτού του έργου.
Αλκμήνη Ζερβούδη είναι το όνομα μου κι αρχίζει η ιστορία όπως τη νοιώθω εγώ. Θέλω να αισθάνομαι πως ζω ελεύθερα την κάθε στιγμή της ζωής μου. Όπως θέλω να πιστεύω, πως κάποτε θα μπορέσω να συναντήσω όλους αυτούς που λείπουν κι ας μη το ξέρουν πως τους αγαπώ. Θα τους βρω και θα τους το πω.

Ο πατέρας μου μετά από καιρό, έλαβε επιτέλους νέα απ’ τη θεία μου. Έρχεται με τον νέο της άντρα
Μετά τον θάνατο του θείου Ανέστη, η θεία έφυγε. Ίσως όταν κανείς φύγει απ’ τα μέρη που αγάπησε αλλά και από εκείνους που αγάπησε γιατί… τον πλήγωσαν ή γιατί… φοβάται πως φταίει αυτός για κάτι, ίσως εκεί μακριά που θα πάει, βρει την γαλήνη και ξεχάσει.
Για τη θεία Νίτσα η Αφρική ήταν μια μακρινή σκέψη και ίσως και απλησίαστη. Να όμως που έφτασε να γίνει πραγματικότητα και η πρόσκληση από μια φίλη της, που ζούσε στην Αίγυπτο, ήταν η μόνη λύση γι’ αυτήν και τώρα επιστρέφει, μετά από καιρό, για να μείνει λίγο κοντά μας, μ’ ένα καινούριο άντρα, με μια άλλη ζωή διαφορετική απ’ εκείνη που ήξερε.
Εμείς ποιοι είμαστε;
Τι κάνουμε;
Κοιτάζω έξω απ’ το παράθυρο μου και περιμένω... Όλα είναι ήσυχα και μες στο σπίτι δεν ακούγεται ο παραμικρός θόρυβος. Η σιγή είναι νεκρική κι εγώ πνίγομαι στις σκέψεις μου. 
  Ο πατέρας είναι πολύ θυμωμένος μαζί της και όχι μόνο για το τότε. Για το ποιος έφταιξε, γιατί δεν υπάρχει ποιος έφταιξε, αλλά και για το τώρα. Γιατί παντρεύτηκε ένα μαύρο κι εγώ δεν έχω καταλάβει ακόμα το λόγο που ο μπαμπάς δεν τον ήθελε. Από την προηγούμενη μέρα προσπαθούσαμε να τον πείσουμε πως είναι άδικο και, πως τώρα που η θεία γυρίζει πίσω, έστω για λίγο, πρέπει να την υποδεχτεί με χαρά κι εκείνη και τον άντρα της. Πως δεν συντρέχει κανένας λόγος για να χαλάσει η αγάπη μεταξύ των ανθρώπων. Η μητέρα και τι δεν του είπε! Ό,τι επιχειρήματα είχε τα ανέφερε. Τους άκουγα που μάλωναν για μια ζωή που δεν είναι δική τους και δε τους ανήκει και δεν ήξερα τι να κάνω.
 Η Λευκή ούτε που νοιάζεται για το τι συμβαίνει. Η Σοφούλα έχει βγει έξω, όπως πάντα. Αμφιβάλλω πως ξέρει για τον ερχομό της θείας, ενώ η γιαγιά είναι ίσως η μόνη που χαίρεται αληθινά, μια κι έχει χρόνια να δει την κόρη της.
            Η δύσκολη στιγμή έφτασε.
 Φοβόμουν μόνο με τη σκέψη, πως ο πατέρας θα μπορούσε να μην εμφανιστεί καθόλου. Αλλά πως θα το ‘κανε αυτό; Σίγουρα δε θα του το επέτρεπε η αξιοπρέπεια του.
            H θεία μου όμορφη όπως τη θυμάμαι, κομψή όπως πάντα, μ’ ένα απλό μπλε φόρεμα και τα μαύρα  της μαλλιά δεμένα πίσω, με μια μαύρη κορδέλα από μουσελίνα, στάθηκε όρθια. Κοίταξε το σπίτι κι έμεινε έτσι, σαν άγαλμα. Ένας μελαψός άνδρας την συνόδευε, ψηλός με ριγέ πουκάμισο και μπεζ παντελόνι,  και οι δυο προχώρησαν στον κήπο. Συνέχισα να κοιτάζω απ’ το παράθυρό μου. Σε λίγο η εξώπορτα άνοιξε και βγήκε η μητέρα με τη γιαγιά μου κι εκείνη άνοιξε τα χέρια της, την αγκάλιασε και τη φίλησε, μετά φίλησε και τον καινούριο μου θείο. Δε μπόρεσα να δω τι έκανε η μητέρα μου, γιατί ήταν πιο μέσα και δε φαινόταν. Μετά από λίγο όμως  κατάλαβα, πως μπήκαν στο σπίτι. Βγήκα κι εγώ απ’ το δωμάτιό μου και τρέχοντας κατέβηκα τις μαρμάρινες σκάλες. Βρέθηκα κατευθείαν μπροστά στον άντρα της θείας μου.
            «Εσύ θα είσαι η Μίνα. Έτσι δεν είναι;» με ρώτησε και μου έδωσε το χέρι του.
            «Ναι, εγώ είμαι» απάντησα.
            «Έχω ένα γιο. Στην ηλικία σου είναι! Θα ‘ρθει να τον γνωρίσετε».
            “ Γιο στην ηλικία μου; Τώρα είναι που θα γίνει θηρίο ο μπαμπάς” σκέφθηκα, ενώ η θεία Νίτσα μ’ έσφιγγε στην αγκαλιά της. Με κοίταξε στα μάτια και μου είπε.
            «Μεγάλωσες κι ομόρφυνες. Το ξέρεις;»
Χάρηκα μ’ αυτό, γιατί ήξερα, πως η θεία ποτέ, μα ποτέ δεν έλεγε κάτι αν δεν το πίστευε η ίδια και δεν της άρεσαν τα κομπλιμέντα, ούτε να τ’ ακούει, ούτε να τα λέει.
            «Ευχαριστώ» είπα κι έσκυψα το κεφάλι μου Νομίζω πως κοκκίνισα.
            Οι φιλοξενούμενοι μας ανέβηκαν στη σοφίτα, άφησαν τα πράγματα τους και μετά κατεβήκαμε στον κήπο. Ο μπαμπάς αργούσε να ‘ρθει. Η θεία με πήρε απ’ το χέρι όπως κάναμε παλιά, όταν ψάχναμε να τον βρούμε, γιατί πάντα καθυστερούσε να κατέβει και μπήκαμε μέσα να τον αναζητήσουμε. Άνοιξε την πόρτα του γραφείου του.
            «Ήρθα Παντελή» του είπε.
Από την άκρη της μισάνοιχτης πόρτας κοίταζα. Ο πατέρας καθόταν σκυμμένος πίσω από το γραφείο του, χωμένος μέσα στα βιβλία και στα χαρτιά του.
            «Παντελή; Δεν άκουσες; Ήρθα» ξανά είπε η θεία μου και στεκόταν ακίνητη στο μέσον του δωματίου.
            «Άκουσα» απάντησε ο πατέρας και σηκώθηκε. Έμεινε κι εκείνος ακίνητος. Ο ένας κοίταζε τον άλλον. Ίσως εκεί που συναντιούνται τα βλέμματα να παρελαύνουν και τα παιδικά χρόνια, τα ωραιότερα της ζωής. Μετά άνοιξαν τα χέρια τους κι αγκαλιάστηκαν κι έμειναν έτσι, πολύ ώρα.
               
Του ότι βρήκα ένα τρόπο, τελείως ξεχωριστό, για να εκφράζω τις σκέψεις μου και τα αισθήματα μου, όπως και η χαρά, του ότι έτσι πιστεύω πως μπορώ να επικοινωνώ με όλους τους ανθρώπους, που δεν είναι πλάι μου, με γεμίζει. Γιατί τώρα δεν αισθάνομαι πια μόνη.
            Το πέταγμα ενός πουλιού, καθώς βλέπω τις φτερούγες του να κτυπούν στον αέρα, το κελάδημα του ή μια δροσοσταλιά που στέκεται στην άκρη κάποιου φύλλου κι αργεί να πέσει, ένα ελαφρύ φύσημα του αέρα οποιαδήποτε στιγμή, οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, για μένα είναι παράδεισος, αφού μπορώ μέσα απ’ όλα αυτά τα απλά πράγματα της ζωής, να δημιουργήσω ιστορίες, αληθινές ιστορίες.
Έξω απ’ το παράθυρό μου βλέπω το μικρό μας δάσος, καταπράσινο όπως πάντα και είναι η πρώτη φορά, που μπορώ και ακούω το δροσερό νερό της πηγής να τρέχει αδιάκοπα ή το ελαφρύ βουητό που αντηχεί γλυκά στ’ αυτιά μου και τώρα ξέρω πως είναι το αεράκι, που περνά μέσα απ’ τις φυλλωσιές κι άμα κοιτάζω τον ουρανό, διαπιστώνω το πόσες φορές την ημέρα αλλάζει το χρώμα του. Το πόσες φορές ο ήλιος θα μου κρυφτεί, πίσω από κάποιο σύννεφο. Το πόσες φορές τη νύχτα το φεγγάρι θα χάσει τη λάμψη του και θα την ξανακερδίσει. Το πόσα πολλά άστρα θα προβάλλουν και θα τρεμοσβήνουν, σα να μου ανοιγοκλείνουν το μάτι κι όταν τα βράδια παρατηρώ τα λουλούδια. Θα δω, πόσο απαλά κλείνουν μέσα στα πέταλά τους όλη εκείνη την ομορφιά για να μου την ξαναχαρίσουν το επόμενο πρωινό, όταν θ’ ανοίξουν.  
  Λίγες μέρες πριν, σ’ ένα οικόπεδο, που κάθε άνοιξη στολίζεται από κίτρινες και λευκές μαργαρίτες είδα σκαλωσιές κι εργάτες ν’ ανεβαίνουν μεταφέροντας στους ώμους τους τενεκέδες με υγρό τσιμέντο κι έτσι δημιούργησα μια δική μου ιστορία, που θα μπορούσε να είναι αληθινή.
Γιατί όχι;                             



ΤΟ ΠΕΤΡΑΔΙ
Ο Γιαννάκης ξαπλωμένος κάτω, στην αυλή του σπιτιού τους, κοίταζε τον ουρανό κι έτσι όπως στεκόταν ακίνητος τρόμαξε την κυρά Πηνελόπη, που αναγκάστηκε να φωνάξει απ’ το παράθυρο της.
            «Γιαννάκη, τι έπαθες; Σήκω καλέ παιδί μου».
Τρομαγμένη μήπως συνέβη τίποτε στο παιδί, κατέβηκε τις σιδερένιες στριφογυριστές  σκάλες της κουζίνας κι έτρεξε πλάι του.
            «Δεν έχω τίποτε» απάντησε εκείνο και συνέχισε έκπληκτο. «Βλέπω το μεγάλο σπίτι. Για κοιτάξτε, μπαίνει μες στον ουρανό».
Η κυρία Πηνελόπη ξάπλωσε κι αυτή πλάι του και οι δυο μαζί κοίταζαν το θεόρατο αυτό κτίσμα, που έτσι όπως το έβλεπαν από κάτω, πραγματικά έμοιαζε σα να τρυπά τα ουράνια, πανύψηλο μπροστά στα μικρά σπιτάκια της αυλής.
            Η μητέρα του δούλευε σε εργοστάσιο κι έλειπε πολλές ώρες απ’  το σπίτι. Η κυρά Πηνελόπη φρόντιζε το μικρό Γιαννάκη σα να ήταν παιδί της,  μια και ο Θεός δε την αξίωσε να έχει δικό της.
            «Κυρία Πηνελόπη, πώς να είναι άραγε μέσα;»
«Που θες να ξέρω!»
            «Εγώ πάντως έχω δει, πως στην εξώπορτα έχουν βάλλει πολλά κουδούνια».
«Ε…! βέβαια. Εκεί μένουν πολλοί άνθρωποι».
            «Μια μέρα ξέρετε τι έκανα;»
            «Τι έκανες;»
            «Χτύπησα ένα κουδούνι και μετά έσπρωξα την πόρτα κι άνοιξε. Κάθισα λίγη ώρα και περίμενα.... Μετά είδα μια κυρία μ’ ένα κοριτσάκι που κατέβηκαν κάτι μαρμάρινα σκαλοπάτια. Άμα γίνει και η αυλή μας έτσι μεγάλο σπίτι θα έχει τέτοια σκαλοπάτια;»
 «Θα έχει! Αλλά εσύ δεν έχεις καμιά δουλειά εκεί πέρα. Εντάξει;»
            «Καλά, δε θα ξαναπάω».
Αλλά ο Γιαννάκης ξαναπήγε και ξαναπήγε και τελικά κάποια στιγμή συνάντησε το κοριτσάκι με τη μαμά του. Εκείνες σταμάτησαν, η κυρία χάιδεψε τα ξανθά μαλλάκια του και τον ρώτησε:
            «Πως σε λένε;»
«Γιαννάκη» απάντησε με καμάρι μια και είχε το όνομα του παππού του.
            «Τι ωραίο όνομα που έχεις; Που μένεις; Εδώ, μαζί μας;»
            «Όχι, δε μένω εδώ…. Εκεί μένω».
Ο Γιαννάκης σήκωσε το χέρι του και με το δάχτυλο του έδειξε στην κυρία τη σιδερένια πόρτα μιας αυλής.
«Εγώ είμαι η Άννα» είπε το κοριτσάκι κι έβγαλε απ’ τη τσέπη της μια καραμέλα και του την έδωσε. Από τότε ο Γιαννάκης και η Άννα έγιναν πολύ καλοί φίλοι. Κάθε μέρα έπαιζαν μαζί. Οι μεγάλες μαρμάρινες σκάλες, αλλά και η αυλή ήταν ο δικός τους τόπος, εκείνος ο τόπος, που ζουν ευτυχισμένοι οι αγνοί άνθρωποι. Κάτω απ’ τη μεγάλη μουριά είχαν φτιάξει τη δική τους ζωή. Τα όνειρα τους, οι χαρές τους, ακόμα και οι στεναχώριες τους, όλα… γράφονταν εκεί…, πάνω στον αέρα.
 Σχολείο πήγαν μαζί κι έμαθαν παρέα τα πρώτα τους γράμματα. Μεγάλωναν μαζί, πιστεύοντας πως όλος ο κόσμος είναι αυτοί οι δυο και πέρα απ’ αυτούς δεν υπάρχει τίποτε περισσότερο.
 Κάποτε όμως, οι γονείς της Αννούλας, όπως και άλλοι, αποφάσισαν να φύγουν για την Αυστραλία, για μια καλλίτερη ζωή και σίγουρο μέλλον.
 Τι μπορούσαν να κάνουν;
            Ο Γιαννάκης και η Άννα καθισμένοι κάτω απ’ τη μουριά, στο δικό τους επίγειο Παράδεισο αποφάσισαν ν’ ανταλλάξουν ότι πολύτιμο είχαν κι όταν θα ξανασυναντιόντουσαν, άγνωστο πότε, ο ένας θα το ξανάδινε πίσω στον άλλον κι έτσι θα ήταν σα να μη χώρισαν ποτέ. Θα συνέχιζαν τη ζωή τους απ’ εκεί που σταμάτησε.
 Η Αννούλα έβγαλε απ’ τη σάκα της ένα μεγάλο βότσαλο. Το χρωμάτισε με κόκκινη μπογιά και του το έδωσε λέγοντας του:
            «Αυτό είναι ένα πετράδι. Να το φυλάξεις».
Εκείνος το πήρε. Το ‘βαλε σ’ ένα τενεκεδένιο κουτάκι κι έσκαψε κάτω, στο χώμα, μια αρκετά μεγάλη τρύπα. Το έχωσε βαθιά εκεί μέσα και το σκέπασε πάλι.
            «Θα μείνει εδώ, μέχρι να ξαναβρεθούμε. Εδώ δεν έχει φόβο να χαθεί ποτέ» της είπε. Μετά έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα μικρό κομμάτι απ’ τον φλοιό κάποιου δένδρου, σκάλισε μ ‘ένα σουγιά τα αρχικά τους και της το ‘δωσε.     
            «Θα το έχω πάντα πλάι στο κρεβάτι μου».
           Ποια να ήταν άραγε η ζωή της Αννούλας και ποια του Γιαννάκη; Κανείς δεν ξέρει. Δυο άγνωστοι μέσα στο ανώνυμο πλήθος κι όπως όλοι χανόμαστε μέσα σ’ αυτόν τον απέραντο κόσμο, έτσι χάθηκαν κι αυτοί.
 Όταν κάποτε γκρέμισαν τα σπιτάκια της αυλής για να γίνουν μεγάλα και ν’ αγγίξουν τον ουρανό, όπως άλλα, τα μηχανήματα έσκαψαν τη γη βαθιά  και τσαλάκωσαν το τενεκεδένιο κουτάκι με το πετράδι και μέσα στο χώμα και τις πέτρες κύλησε κι αυτό.
Η αυλή δεν υπήρχε πια. Άλλαξε. Άλλαξαν και οι δρόμοι κι έγιναν πιο φαρδείς, οι πλάκες στα πεζοδρόμια πιο μεγάλες. Τα μόνα που έμειναν ίδια, ήταν ένα κομμάτι απ’ το φλοιό κάποιου δέντρου κι ένα κόκκινο βότσαλο…
 …κάπου. Ποιος ξέρει άραγε που;       
Τελικά ο θείος Πωλ, τώρα πια έτσι τον φωνάζω, αποδείχθηκε πολύ καλός άνθρωπος και η θεία μου είναι τυχερή που τον γνώρισε κι ευτυχώς, γιατί υπέφερε μετά τον θάνατο του άντρα της, για τον οποίον δε μιλάει πια κανείς, όπως και για τον Πέτρο. Το ξέρω όμως, πως βαθιά μέσα στην καρδιά όλων μας υπάρχουν και δε θα χαθούν ποτέ. Την ημέρα μάλιστα, που την βοήθησα να τακτοποιήσει τα πράγματα της είδα, χωρίς να το θέλω, κρυμμένο στη βαλίτσα της ένα μικρό άλμπουμ με φωτογραφίες του θείου και του Πέτρου κι όμως, ποτέ δεν είπε τίποτε.
 Θέλω τόσο πολύ να μπω μέσα στην ψυχή της. Θέλω να καθίσουμε οι δυο μας και να συζητήσω μαζί της για όλα αυτά που με βασανίζουν γιατί όλα έχουν σχέση με αυτούς που έφυγαν. Για τα χρόνια που πέρασαν. Για τις απαντήσεις που δεν ξέρω να δώσω. Όμως φοβάμαι. Φοβάμαι αυτό που θα ακούσω κι έτσι διάλεξα τη σιωπή.
Τα ρούχα της είναι όλα μπλε και μαύρα. Ίσως τελικά δεν έσβησε τίποτε απ’ το παρελθόν. Ίσως δεν υπήρξε τίποτε που να το παρασύρει κι απλά συνέχισε τη ζωή της πίσω από μια κρυστάλλινη πόρτα, που αν γυρίσει  για λίγο το βλέμμα, θα δει όλη της τη ζωή και τότε θα ξανά πονέσει και θα ξανακλάψει. 
            Όσο περνούν οι μέρες, τόσο και πιο πολύ χαίρομαι που ο θείος Πωλ και η θεία Νίτσα είναι κοντά μας. Συχνά περπατάμε στο δάσος και συζητάμε τόσο όμορφα. Ο θείος Πωλ ενθουσιάστηκε όταν του είπα πως κρατάω κάποιο τετράδιο όπου γράφω διάφορες σκέψεις μου και μικρές ιστορίες, πως μέσα απ’ αυτό βρήκα ένα τρόπο και μιλώ με αυτούς που έφυγαν. Μου ζήτησε μάλιστα να το δει. Αλλά εγώ του είπα πως δε θα το δείξω ποτέ σε κανένα.
            «Το γράφω για μένα»
            «Κι όμως, κάποτε θα δεις πως μόνη σου θα θελήσεις να το δείξεις σε κάποιον»
Αυτό που μου είπε, το σκέπτομαι συχνά. Δε νομίζω όμως πως θα συμβεί ποτέ, γιατί είμαι σίγουρη, πως κανείς δε θα μπορέσει να με καταλάβει. Ίσως μάλιστα πιστέψουν πως είμαι μυθομανής, αφού κάθε μου σκέψη μ’ αρέσει να τη πλάθω με τέτοιο τρόπο, ώστε να μοιάζει με αληθινό συμβάν.
            Το κιόσκι που μας έχει φτιάξει ο πατέρας είναι κάτι περισσότερο από δωμάτιο μου, αφού εκεί περνώ πολλές ώρες δημιουργώντας ολόκληρες ιστορίες. Βλέπω τον εαυτόν μου να πρωταγωνιστεί σε κάποιο έργο. Βλέπω γεγονότα, άλλοτε τόσο όμορφα κι άλλοτε τόσο μπλεγμένα. Γοητεύομαι μόνο με την ιδέα πως αυτό το κιόσκι είναι μια ολόκληρη πολιτεία, Μικρή πόλη το ονομάζω, που κλείνει μέσα της ειδών ειδών ανθρώπους, πολλές φορές σκυθρωπούς ή τρομαγμένους κι άλλοτε πάλι χαρούμενους. Ανθρώπους… που ενώνουν τις ζωές τους για να δημιουργήσουν τον φανταστικό κόσμο που επέλεξα.   
            Η Μικρή μου πόλη είναι το μόνο κομμάτι του σπιτιού, που μπορώ να βρω ηρεμία και να ζήσω μαγικές ώρες.

Σήμερα φυσάει απ’ το πρωί κι ο ουρανός έχει γεμίσει μαύρα σύννεφα. Τα πουλιά πετούν σαν τρελά και χάνονται απ’ τα μάτια μου. Τα δέντρα μου φαίνονται σα να ανυψώνουν τα κλαδιά τους ζητώντας βοήθεια και τα λουλούδια έχουν γείρει και μοιάζουν πως γονάτισαν στη γη. Το δάσος βουίζει περίεργα που σε τρομάζει. Φοβάμαι με την ιδέα, πως μπορεί να πάψει να είναι όμορφο σα χθες….  
                                                               ⁂
ΜΙΚΡΗ ΠΟΛΗ

Οι καλεσμένοι μας έφυγαν νωρίς κι έτσι αφού μαζέψαμε το τραπέζι και συγυρίσαμε την κουζίνα πήγαμε και οι τρεις μια βόλτα στο δάσος.
Ο καιρός ήταν ζεστός. Ο ήλιος είχε αρχίσει να κατεβαίνει τα σκαλοπάτια της μέρας κι έτσι όπως γλιστρούσε, έριχνε τις ακτίνες του απ’ όπου εύρισκε άνοιγμα, μέσα απ’ τα φύλλα των δένδρων ή ανάμεσα απ’ τα κλαδιά τους κι έμοιαζε σα να παίζει κρυφτό. Σε λίγο όμως έχασαν την λάμψη τους κι εκείνος δεν ξαναβγήκε κρύφτηκε για τα καλά κι εμείς μείναμε μόνες κι απροστάτευτες στο σκοτεινό δάσος.
Τα δέντρα ήταν πανύψηλα και τα φύλλα τους αγκαλιάζονταν μεταξύ τους. Το φεγγάρι παρ’ όλο που είμαι σίγουρη πως είχε αρχίσει να βγαίνει, δε φαινόταν πουθενά. Ήταν, σα να μην υπήρχε ουρανός. Αγκαλιαστήκαμε.
 Ένας φόβος μας κυρίεψε όταν καταλάβαμε, πως ο κόσμος μας δεν ήταν τίποτε περισσότερο, από δέντρα και φύλλα, άγρια όσο ποτέ. Ξεροί κορμοί που ανέβαιναν ψηλά και βυθίζονταν στις πυκνές φυλλωσιές. Τα πόδια μας γυμνά ακουμπούσαν στο κρύο χώμα, που μας πάγωνε και οι μυτερές πέτρες μας πλήγωναν.
 Σε λίγο η γη άρχισε να τρέμει.
Όλα γύρω μας βούιζαν. Τα κλαδιά πηγαινοέρχονταν και τα δέντρα λύγιζαν. Ό άνεμος στριφογύριζε κι έπαιρνε μαζί του ξερά φύλλα και χώμα κι ύστερα τα’ άφηνε να πέσουν κι αυτά σέρνονταν στη γη σαν ερπετά και μας ανατρίχιαζαν.
 Ουρλιαχτά ακούγονταν από παντού, σα να ‘βγαιναν απ’ τα έγκατα της γης και συνοδεύονταν από υπόκωφους κρότους.
“Σεισμός” φώναξε η Σοφούλα με όση δύναμη είχε κι άρχισε να κλαίει ενώ η φωνή της πνιγόταν μέσα σε ακαθόριστα ουρλιαχτά.. Μείναμε έτσι αγκαλιασμένες ακίνητες κάτω απ’ τη μικρή μας πόλη και περιμέναμε... μέχρι, που  κάποια στιγμή πέρασε.
Τα πουλιά επέστρεψαν στις φωλιές τους. Τα δέντρα όρθωσαν το ανάστημα τους και τα φύλλα τους άφησαν ελεύθερο το φεγγάρι να φανεί ενώ τα λουλούδια, ακόμα κι εκείνα, που τη νύχτα κλείνουν μέσα τους το άρωμα τους, ξεχείλισαν από ευωδιά.
...όλα έγιναν πάλι όμορφα, σα χθες.                  

Συνεχίζεται
Copyright © Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου  2020
All rights  reserved