Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

διήγημα


Το δώρο



Είχα κολλήσει τη μύτη μου στο τζάμι και δεν έλεγα να ξεκολλήσω από το να κοιτώ το χιόνι που έπεφτε απ’ το πρωί. Στην Αθήνα δεν βλέπαμε εύκολα χιόνι και πραγματικά ζήλευα όσους έμεναν στα βόρεια και χαίρονταν αυτές τις άσπρες πέρλες που χύνονταν απ’ τον ουρανό. Δεν είναι πέρλες, μου έλεγε η ξαδέλφη μου, και γέλαγε μαζί μου. Εγώ όμως έτσι τις έβλεπα, για πέρλες. Πολύ μικρή είχα πάρει το κολιέ της μαμάς μου, ευτυχώς τα μαργαριτάρια ήταν ψεύτικα, με ένα ψαλίδι έκοψα το νήμα που ήταν περασμένα, ανέβηκα σε μια καρέκλα και άρχισα να πετώ τα μαργαριτάρια από δω και από κει. Χιόνι, χιόνι, φώναξα. Το αποτέλεσμα… να φάω τιμωρία. Τι χιόνι και αηδίες είναι αυτές, έκανε θυμωμένη η μητέρα μου, και άρχισε να μαζεύει από κάτω τα μαργαριτάρια ή… το χιόνι, αν θέλετε.  

Ήταν 31 του Δεκέμβρη και το βράδυ θα μαζευόμασταν όλοι στο σπίτι του παππού για να υποδεχτούμε τον Καινούριο Χρόνο, θα κόβαμε την βασιλόπιτα και θα ανταλλάσσαμε δώρα. Ήμουν μικρή και το δώρο που απέκτησα εκείνη την βραδιά το έχω ακόμα. Ήταν το ωραιότερο του κόσμου, που δεν συγκρίνεται με κανένα άλλο δώρο. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη χαρά όταν άνοιγα το χρυσό του κουτί και τα δάκτυλά  μου άγγιξαν μια πανέμορφη κούκλα. Το βλέμμα μου έπεσε στο κολιέ που φορούσε. Τρεις σειρές μαργαριτάρια. Την πήρα στην αγκαλιά μου και τη βάπτισα αμέσως. Καιτούλα την ονόμασα.

Το φόρεμά της ήταν κόκκινο, κρατούσε μια μπλε τσάντα και αν θυμάμαι καλά είχε κι ένα μπλε καπέλο στολισμένο με λουλούδια. Τα παπουτσάκια της ήταν από μαύρο λουστρίνι, αλλά αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο ήταν το κολιέ. Την αγάπησα πολύ αυτή την κούκλα και την αγαπώ ακόμα. Τότε την έπαιζα, τώρα στολίζει μια γωνιά του δωματίου μου.

 Καθώς περνούσαν τα χρόνια τα όμορφα της ρούχα χάλασαν και το κολιέ έσπασε και το χιόνι χύθηκε πάνω στο ξύλινο πάτωμα. Η μητέρα μου της έπλεξε ένα κοστουμάκι από θαλασσί και ροζ μαλλί. Αυτό φοράει ακόμα.

Είναι η πιο όμορφη κούκλα του κόσμου.   


 

Copyright © 2011     Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου

“All rights reserved”

                                                                              
Η κούκλα μου.
Από Καίτη Λιανου-Ιωαννίδου

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

μια μικρή ιστορία






Το όνειρο του Δημητράκη

Μια μικρή ιστορία

***

Τον θυμάμαι, που μόλις έμπαινε στο σπίτι μας ξάπλωνε κάτω στο πάτωμα και ο μικρός Δημητράκης έπεφτε πάνω του και γέλαγε από χαρά. Έπαιζαν αλογάκι, γαϊδουράκι, χελώνα και πόσα άλλα ζωάκια, αγαπητά στα παιδιά. Πόσο μικρούλης ήταν τότε ο Δημητράκης! Μηνών ακόμη, κι όμως η χαρά του ήταν τόσο μεγάλη όταν έβλεπε τον παππού του, που δεν περιγράφεται! Τον ξεχώριζε από όλους εμάς.

Μεγάλωσε ο παππούς, μεγάλωνε και ο Δημητράκης. Η αλήθεια είναι πως χαιρόμασταν με κάθε τι καινούριο που βλέπαμε στον μικρό μας. Είχε αρχίσει να σηκώνεται, να κάνει τα πρώτα του βηματάκια, να λέει τις πρώτες του λεξούλες και δεν προλάβαμε να αντιληφθούμε πως ο παππούς μεγάλωνε πολύ γρήγορα. Είχε αρχίσει να δυσκολεύεται στις κινήσεις του. Η αναπνοή του κοβόταν, και τις πιο πολλές φορές δεν μπορούσε να κάνει το αλογάκι, κι ας έβλεπε τον Δημητράκη που τον τραβούσε και φώναζε «παππού έλα», «παππού αλογάκι».

Κάποια μέρα, απ’ εκείνες τις δύσκολες μέρες του παππού δεν τα κατάφερε κι έμεινε ξαπλωμένος στο πάτωμα με ένα χαμόγελο χαραγμένο στα χείλη του. Ο Δημητράκης δεν κατάλαβε τίποτε, κι ευτυχώς. Κάθε μέρα όμως περίμενε να τον δει να μπαίνει απ’ την πόρτα, να ξαπλώσει στο πάτωμα και να παίξουνε. Δεν γελά πια σαν πριν και όποιος κι αν είναι αυτός που τον παίρνει αγκαλιά και ξαπλώνει στο πάτωμα όπως ο παππούς του, ξέρει καλά πως δεν είναι εκείνος.

Το ξέρω πως μέσα στην καρδούλα του θα υπάρχει για πάντα η μορφή του και θα περιμένει να τον ξαναδεί. Θα είναι για καιρό το μοναδικό του όνειρο.


 

Copyright © 2011     Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου

“All rights reserved”

                                                                                  


____________