Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

βράβευση






                                            ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ



Β' Βραβείο Ε.Π.Ο.Κ. για το διήγημα (Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΥΛΗ)

12 Μαρτίου 2017







Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΥΛΗ

Ήταν Φθινόπωρο, ένα μουντό πρωινό που ο ήλιος δεν είχε τη δύναμη να ζεστάνει τη γη, αφού τα μαύρα σύννεφα τον κρατούσαν μακριά της. Η Έλση άνοιξε το παράθυρο. Ούτε η ίδια δεν ήξερε τι έψαχνε να βρει και κοίταζε απορημένη τα σύννεφα που έτρεχαν, λες και κυνηγιόντουσαν, άλλαζαν σχήμα και χάνονταν στο βάθος του ουράνιου θόλου.
 Μερικές φορές καθώς θυμόταν εκείνη την ημέρα που ακουμπισμένη στο περβάζι του παραθύρου αντίκριζε με δέος τον ουρανό, διάφανο, ατέλειωτο συνάντησε μορφές που χάθηκαν στο πέρασμα του χρόνου. Έτεινε τα χέρια να τις αγγίξει, προσπάθησε να μιλήσει μαζί τους και απλά άγγιζε το κενό που ανοιγόταν μπροστά της έτοιμο να την καταπιεί. Πόσο ανακατωμένα συναισθήματα γέμισαν το είναι της τότε, και πόσο της ήταν αδύνατον να τα ξεδιαλύνει. Έριξε μια γρήγορη ματιά στον κήπο. Τα φύλλα των δέντρων είχαν στολίσει το χώμα του μ’ ένα κίτρινο και κόκκινο χρώμα. Πρώτη φορά παρατήρησε αυτό το έντονο χρώμα τους κι ας είχε γεννηθεί εκεί, σ’ εκείνο το σπίτι, που τώρα πια ήταν γεμάτο από εικόνες ζωής, άλλες θολές κι άλλες με τόσο έντονα χρώματα ζωγραφισμένες. Στεκόταν εκεί ακίνητη όταν ξαφνικά ένας άνεμος άρχισε να παρασέρνει τα φύλλα του κήπου σ’ ένα τρελό χορό, το ένα δίπλα στο άλλο, άλλα να σέρνονται κι άλλα να στριφογυρίζουν ώσπου στοιβάχτηκαν στην άκρη σε μια γωνιά. Χαμογέλασε. Οι πρώτες σταγόνες βροχής άρχισαν να πέφτουν που γρήγορα κατέληξαν σε μπόρα, οι δρόμοι έγιναν μικρά ρυάκια, και παρέσυραν οτιδήποτε βρισκόταν στο διάβα τους.
Εκείνη η μέρα έρχεται συχνά στο μυαλό της σαν να ήταν η απόρροια της διαδρομής της ζωής της κι έφτασε στο τέλος της. Έριξε ακόμα μια ματιά στο στερέωμα κι έκλεισε το τζάμι. Η υγρασία θαρρείς πως είχε τρυπώσει μέσα στο δωμάτιο σαν απρόσκλητος επισκέπτης εκείνης της Φθινοπωρινής μέρας. Άνοιξε το ντουλάπι του μπουφέ, πήρε κάποια άλμπουμ με φωτογραφίες και κάθισε στην πολυθρόνα. Όλη η ζωή ήταν αποτυπωμένη σε χαρτιά, ανέτρεξε στο πολύ μακρινό χθες, όταν ακόμα δεν είχε γεννηθεί.
Εικόνες άλλες γκρίζες κι άλλες σ’ ένα χρώμα ξεθωριασμένο καφέ έμοιαζαν να παρελαύνουν μπροστά της. Όλοι ήταν εκεί. Πόζαραν, για να αποθανατίσουν τις πιο όμορφες στιγμές της ζωής τους, εκδρομές στη θάλασσα ή στο βουνό, χαμογελαστοί, χαρούμενοι αγκάλιαζαν ο ένας τον άλλον. Και ύστερα ήρθε στον κόσμο εκείνη να δώσει νέα χαρά σε όλους αυτούς που τώρα είναι μόνο παρελθόν.
Τα χρόνια πέρασαν γρήγορα αφήνοντας πίσω τα σημάδια τους, όμορφα και άσχημα σημάδια, που όμως δε χάνονται μένουν στην μνήμη να θυμίζουν στιγμές χαράς ή πόνου, αναλλοίωτες εικόνες που σφραγίζουν κάθε φορά κι ένα τέλος, για να ξεκινήσει αμέσως μετά μια νέα αρχή.
Πήρε αυτές τις στιγμές μες στην αγκαλιά της που δεν ήταν τίποτε πια παρά μόνο φωτογραφικό χαρτί με φιγούρες που ξεδίπλωναν και από μια ιστορία. Ένα αποξηραμένο τριαντάφυλλο έπεσε στα πόδια της. Έσκυψε και το πήρε. Πόσο εύθραυστο ήταν. Το κράτησε στην φούχτα της και με τα ακροδάχτυλά της χάιδεψε απαλά τα πέταλα του. Έκλεισε τα μάτια και άφησε να κυλίσουν δάκρυα πάνω του.
Έμεινε αρκετή ώρα έτσι με τα μάτια κλειστά και με το τριαντάφυλλο μέσα στην παλάμη της. Πόσες πολλές αναμνήσεις, χιλιάδες αναμνήσεις κατέκλεισαν το δωμάτιο κι εκείνη άρχισε να ψάχνει ανάμεσα σε όλες αυτές τις φωτογραφίες και στάθηκε στον δικό της έρωτα. Τον μοναδικό της δικής της ζωής.
«Πόσα χρόνια…» ψιθύρισε.
 Πέτρο τον έλεγαν, ένα όνομα που δεν έσβησε ποτέ και χάραξε μαζί της μια μακρινή πορεία ζωής γεμάτη ρόδα ανθισμένη μέχρι, που κάποτε μαράθηκαν και κατέληξαν στην άκρη κάποιου λιθόστρωτου δρόμου, πατήθηκαν από τους περαστικούς ή παρασύρθηκαν από τα νερά της βροχής για να μείνουν μόνο ανεξίτηλα χρώματα στην ψυχή.
Πόσα πολλά χρόνια…. Μακάρι να μπορούσε να τα μετρήσει. Αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί. Μακάρι να μπορούσε να τρέξει πίσω. Μακάρι να μπορούσε ν’ αγκαλιάσει το χρόνο που δεν στάθηκε ούτε στιγμή, κυλούσε πάντα τόσο γρήγορα, κι εκείνη ήθελε τόσο πολύ να του μιλήσει και να την ακούσει, αλλά έφευγε, πάντα έφευγε, την προσπερνούσε χωρίς οίκτο. Κι εκείνη την ημέρα όπου το τελευταίο φιλί συνόδεψε το αντίο και τα λευκά χρυσάνθεμα κάλυψαν το χώμα που σκέπασε την πνοή, έμοιαζε σαν να μην υπήρξε αρχή, παρά μόνο τέλος, σε μια ιστορία που χάθηκε στο κατώφλι της απεραντοσύνης του ουρανού.
Ήταν μια Φθινοπωρινή μέρα, που όλα έμοιαζαν μουντά και υγρά. Είχαν φύγει πια όλοι και το σπίτι της φάνηκε για πρώτη φορά άδειο. Στάθηκε στις πιο όμορφες στιγμές της ζωής της καθώς κοίταζε τις φωτογραφίες. Αυτές οι φωτογραφίες ήταν τα μόνα πια πραγματικά, αληθινά κομμάτια ζωής. Ω! Τα παιδιά της! Σίγουρα τα παιδιά αυτό δεν το αμφισβητεί κανείς. Είναι δικά της, μόνο δικά της, αληθινά παιδιά, αλλά μακριά της.
            Χάιδεψε το γυαλιστερό χαρτί. Χάιδεψε το πρόσωπο, το κορμί του. Χαμογέλασε, μόλις χαμογέλασε.
-Πέτρο περίμενε να σε βγάλω μια φωτογραφία την ώρα που ψαρεύεις.
- Εντάξει!!! Περιμένω, της είπε και πήρε πόζα.
Ήταν μια αξέχαστη εκδρομή. Εκείνος είχε όλων των ειδών τα αγκίστρια μαζί του, τις πετονιές, πέντε καλάμια, απόχη και οτιδήποτε ακόμα μπορούσε να φανταστεί κανείς.
Η Έλση κοίταζε τη φωτογραφία και συνέχισε να χαμογελά ελαφρά, καθώς θυμόταν εκείνον και τα ψάρια του. Έριξε πάλι μια ματιά στο αποξηραμένο τριαντάφυλλο. Το πήρε με ευλάβεια στα χέρια της, το μύρισε όπως έκανε τότε.
-Πέτρο κοίτα κάτι όμορφα τριαντάφυλλα!
-Να σου κόψω ένα;
-Να μη μας κάνουν παρατήρηση.
-Ποιος να μας κάνει παρατήρησή, αφού είναι έξω από την μάντρα. Αλλά και κάτι να τύχει να μας πουν, θα τους δώσω τα ψάρια που έπιασα. Έβαλλε τα γέλια και το έκοψε.
-Ορίστε κυρία μου! Σας το χαρίζω, και μαζί με αυτό σας κάνω και πρόταση γάμου.
Ήταν το ωραιότερο δώρο που πήρε στην ζωή της και από τότε το κράτησε. Για κείνη δεν μαράθηκε ποτέ, έμεινε το λευκό τριαντάφυλλο της αγάπης.
Η Έλση συνέχισε να κοιτάζει τις φωτογραφίες. Μέρες που κυλούσαν σαν τρέιλερ κινηματογραφικής ταινίας πέρασαν από μπροστά της όλες οι στιγμές ζωής, καλές και κακές. Μόνο που στις εικόνες, αυτές που είχε μπροστά της, σ’ εκείνο το φωτογραφικό χαρτί, δεν υπήρχαν άσκημες στιγμές παρά μόνο όμορφες. Το δερμάτινο μεγάλο άλμπουμ δώρο της μητέρας της, που κατόπιν την βάπτισαν μεγάλη μαμά, είχε γεμίσει αποκλειστικά με τις φωτογραφίες του γάμου της.
Τι αγωνία εκείνη την ημέρα! Τι κτυποκάρδι!
Η εκκλησία ήταν στολισμένη από λευκά τριαντάφυλλα, και το νυφικό της κεντημένο με χρυσή κλωστή. Τέσσερα παρανυφάκια κρατούσαν το πέπλο κι εκείνη προχωρούσε μπροστά με αργά βήματα, μαζί με τον πατέρα της, ώσπου την παρέδωσε στον Πέτρο. Η αγωνία της σιγά σιγά πέρναγε μέχρι… που τέλειωσε το μυστήριο. Και ύστερα η δεξίωση.
Η Έλση έκλεισε το άλμπουμ και το άφησε κάτω πλάι στα πόδια της. Τώρα ήθελε να ανατρέξει στις άλλες μεγάλες της αγάπες, στα δίδυμα. Τα αγγελούδια μου έλεγε πάντοτε, και μέχρι τώρα που μεγάλωσαν συνέχισε έτσι να τα λέει κι ας έχουν τις δικές τους οικογένειες. Σηκώθηκε και άνοιξε το συρτάρι του μπουφέ. Εκεί ήταν οι φωτογραφίες με τα αγγελούδια. Χρόνια έλεγε να τις φτιάξει, να τις βάλλει σε άλμπουμ αλλά, όλο κάτι άλλο τύχαινε και οι φωτογραφίες παρέμεναν χυμένες και μπερδεμένες μεταξύ τους. Τις πήρε και τις άπλωσε στο τραπέζι. Με δακρυσμένα μάτια προσπάθησε να θυμηθεί τις ημερομηνίες, να τις βάλλει με την σειρά, σε μια τάξη, αλλά τα χρόνια που πέρασαν από πάνω της έσβησαν και τις μέρες και τους αριθμούς.
Η βάπτιση τους. Ο μικρός της με μπλε κουστουμάκι, σαν γαμπρός. Λευτέρη τον ονόμασαν και η μικρούλα της, η Αννούλα με ροζ φορεματάκι, όπως τα παρανυφάκια, με ξανθές μπουκλίτσες και τα δυο, με γαλανά ματάκια, όπως οι άγγελοι. Και ύστερα ήρθαν τα πρώτα τους γενέθλια. Τα ξεφωνητά τους και τα γέλια έμειναν σαν ηχώ ανάμεσα στους τοίχους του άδειου σπιτιού να θυμίζουν πως κάποτε έσφυζε από ζωή. Τώρα οι φωτογραφίες η μια πίσω απ’ την άλλη σαν παρέλαση από χιλιάδες στρατιώτες γέμισαν το τραπέζι, ώσπου έφτασε η πρώτη μέρα του σχολειού. Η πρώτη στιγμή που το παιδί αποχωρίζεται την μάνα του και αρχίζει μια άλλη, καινούρια ζωή που, θα διαρκέσει χρόνια, και κάθε μέρα όλο και θα γίνεται πιο έντονη, πιο δημιουργική και πιο απαιτητική, ώσπου όταν πια τα μάτια θα σφραγίζουν από την κούραση ή όταν τα δάκρυα θα στεγνώνουν πάνω στα μάγουλα μετά από κάποια απογοήτευση, εκείνη η αγκαλιά της μάνας θα είναι πάντα ανοικτή, για να χαρίσει ξεκούραση, σιγουριά και ηρεμία.  
Η Έλση γύρισε το κεφάλι της και κοίταξε τον μεγάλο μπουφέ με τον οβάλ καθρέφτη. Πλησίασε, άγγιξε με τα ακροδάχτυλα της τις φωτογραφίες με τις σκαλιστές κορνίζες. Οι πρωταγωνιστές εκείνης της μέρας πόζαραν χαρούμενοι μπροστά στον φακό αποθανατίζοντας τη στιγμή του γάμου τους. Αγκαλιάζοντας τες και κρατώντας τες σφικτά στο στήθος της διέσχισε τα μονοπάτια της αλήθειας, και χάθηκε στον ορίζοντα τους ψηλαφώντας αναμνήσεις, ατέλειωτες όμορφες στιγμές, δάκρυα χαράς αλλά και πόνου. Περιπλανήθηκε στους διαδρόμους της ζωής της κι έφτασε κυρτή πια, γιαγιά να αγκαλιάζει τα δικά της εγγόνια.
Τα εγγόνια της… «Τα εγγόνια μου, οι τελευταίες χαρές της ζωής μου» είπε από μέσα της, και άνοιξε μια μεγάλη αγκαλιά να χωρέσει όλες τις φωτογραφίες τους. Όταν γεννήθηκαν, όταν έγινε η βάπτιση τους, όταν έσβησαν στα γενέθλια τους τα πρώτα τους κεράκια, όταν πήγαν σχολειό, και κρατούσαν μια σάκα που έμοιαζε να είναι πιο μεγάλη και απ’ το μπόι τους, όταν ξεκίνησαν την μελέτη, και πόσα ακόμα πολλά όταν… ήταν αποτυπωμένα σε εκείνο το γυαλιστερό χαρτί. Με τις φωτογραφίες αγκαλιά έτρεξε στην κρεβατοκάμαρα της να δει τις ζωγραφιές τους, κολλημένες στην ντουλάπα, στην πόρτα, στους τοίχους. Έμεινε αρκετή ώρα να τις κοιτάζει βυθισμένη σε ένα κόσμο λατρεμένο γεμάτο από τα όμορφα χρώματα της ανατολής. Με τις φωτογραφίες αγκαλιά γύρισε πάλι στο σαλόνι. Πλησίασε το παράθυρο και κοίταξε έξω τον δρόμο. Από αυτό το παράθυρο πάντα έβλεπε τους δικούς της να έρχονται, τον πατέρα της, την μητέρα, τον Πέτρο, τα παιδιά, τα εγγόνια της, όλους…  
 Είχε πια νυχτώσει. Οι φωτογραφίες τέλειωσαν και μαζί τους τέλειωσε μια ζωή. Τις άφησε στη θέση τους και πλησίασε τη φωτογραφία του Πέτρου, με την ασημένια κορνίζα, που ήταν πάνω στο τραπέζι. Άναψε την καντήλα πλάι της, και τον χάιδεψε, μετά την πήρε και την ακούμπησε στα χείλη της και φίλησε τα δικά του χείλη. Κάθισε στην πολυθρόνα και άφησε τον εαυτόν της λεύθερο να αφουγκραστεί τις σιωπές εκείνης της Φθινοπωρινής νύχτας, ανάπνευσε βαθιά κι έκλεισε τα μάτια.
Ένα μαύρο πέπλο κάλυψε κάθε σοκάκι της Γης, κάθε γωνιά του ουρανού για να φωτίσει μόνο τα σκαλοπάτια μιας καινούριας ζωής που ξεκινούσε πέρα από τα σύνορα της ανθρώπινης ύπαρξης και περνούσε την Μεγάλη Πύλη.














Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου