Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2013

διήγημα

 
 

ΣΚΙΕΣ

 

Είχε νυχτώσει. Τα λιγοστά φώτα των δρόμων σκορπούσαν ένα ομιχλώδες φως. Στέκονταν θαρρείς με το ζόρι πάνω στους στύλους τους μόνο και μόνο για κείνη, αφού το παράθυρο και οι σκιές που σχηματίζονταν είχαν γίνει πια και η μοναδικές της παρέες. Μόνη της καθόταν και κοίταζε. Θα έλεγε κανείς πως κάτι περίμενε. Όταν όμως περάσουν τα χρόνια και κουβαλάς μόνο αναμνήσεις, τότε δεν περιμένεις τίποτε, ή μάλλον κάτι περιμένεις… αλλά κι εσύ δεν θέλεις να το παραδεχτείς, γιατί φοβάσαι, και προτιμάς να κάθεσαι και να κοιτάζεις στο βάθος του δρόμου. Όπως εκείνη.

Εκεί που πέφτει το χλωμό φως ανάμεσα από τις σκιές συναντούσε τη ζωή της. Θυμόταν. Έκλαιγε και γέλαγε. Είναι ίσως το πολυτιμότερο δώρο που απέκτησε ποτέ.

Οι αναμνήσεις.

Καλές ή κακές της πρόσθεταν και κάτι καινούριο τώρα, στο τέλος της ζωής της. Η νύχτα δεν είχε φεγγάρι, τα δέντρα έμοιαζαν πεθαμένα στις άκρες των δρόμων να ενώνουν τα ξερά κλαδιά τους, να αγκαλιάζονται για το στερνό αντίο, ενώ οι πελώριοι ίσκιοι τους σέρνονταν πάνω στην υγρή άσφαλτο.

Σ’ αυτό το σπίτι με την τζαμένια πόρτα και τα ψηλά παράθυρα γεννήθηκε, σ’ αυτό το σπίτι παντρεύτηκε και σ’ αυτό το σπίτι απέκτησε τον Λευτεράκη της. Τότε ήσαν όλα τόσο ωραία, κι έμοιαζαν πως ήταν τώρα δα, τώρα… τη στιγμή που έβλεπε στο βάθος του νεκρού δρόμου. Πόσο όμορφα θα ήταν να μην έσβηναν ποτέ εκείνες οι ομορφιές της ζωής και να μην ήσαν μόνο ανάμνηση. Πόσο όμορφα θα ήταν να ξεπετάγονταν τα γράμματα από τις σελίδες του ημερολογίου της και να σχημάτιζαν την ζωή που λάτρεψε. Να ξαναζούσε. Να ήταν η παιδούλα με τις χρυσές μπούκλες, και να ‘τρεχε στα σοκάκια της γειτονιάς της, να ξαναφόραγε εκείνο το νυφικό που δουλεύτηκε μέρες και μέρες από εκείνη και τη μάνα.  Να μπορούσε να την έσφιγγε ξανά στην αγκαλιά της. Ν’ ανέβαινε της σκάλες της εκκλησιάς. Να μπορούσε να συναντήσει τα μάτια του αγαπημένου της, να ακουμπούσε τα χείλη της στα δικά του και ύστερα ο Λευτεράκης της, το αγόρι της. Να σας ζήσει! Να σας ζήσει! Της έλεγαν κι εκείνη καμάρωνε. Να μπορούσε να ξαναζήσει εκείνες τις μοναδικές στιγμές, που είναι πια μόνο σκιές.  

 Με τα αδύνατα δάκτυλα της σκούπισε τα δάκρυα που κύλησαν, χωρίς να το καταλάβει, στα στεγνά μάγουλά της. Ποια ήταν; Αναρωτήθηκε. Άδικα προσπαθούσε να ξεκαθαρίσει μέσα στις σκέψεις της το δικό της όνομα. Ένα όνομα που ένωνε την ύπαρξή της με την ίδια τη ζωή, με τη στέρηση, με την απώλεια, με την αγάπη, με κάθε τι που λάτρεψε, γιατί… όλα αυτά είναι ζωή. Τώρα ο χρόνος έμοιαζε πως δεν υπήρχε πια. Ό,τι μπορούσε να προλάβει ήταν μόνο σκιά, τίποτε άλλο. Άπλωσε τα χέρια της να χαϊδέψει το αόριστο, το απόλυτο κενό που την περιέβαλε. Κι όμως μέσα σε αυτόν τον αδυσώπητο χρόνο υπήρχε κάτι που δεν μπορούσε να σβήσει. Το κάποτε. Γι αυτό το κάποτε ζούσε κι ένα αντίο ήταν πολύ λίγο. Πέντε γράμματα δεν μπορούσαν να κρατήσουν πάνω τους όλη αυτή τη ζωή που ήταν γραμμένη σε αμέτρητες σελίδες.

Ελπίδες που σύρθηκαν πίσω από κάθε όνειρο της ξεπήδησαν από τα βάθη της ψυχής της, ένα πνιχτό γιατί ακούστηκε και χάθηκε στον ορίζοντα του πουθενά. Τα χέρια της ανακάτεψαν ξανά και ξανά τις μπερδεμένες φωτογραφίες. Χάιδεψαν τα πρόσωπα, τα χείλη της ακούμπησαν τα χείλη, τα μάτια, τα μαλλιά. Μορφές που δεν ήσαν πια τίποτε άλλο παρά χαρτιά έμειναν πολύ ώρα αγκαλιά της. Έγχρωμες εικόνες, ασπρόμαυρες εικόνες ανακατεύτηκαν και σχημάτισαν τη ζωή της, τουλάχιστον ότι  μπορούσε να θυμάται, και πέρασαν σαν καταιγίδα και έφυγαν. Η καρδιά της κτύπησε δυνατά, πολύ δυνατά. Οι σκιές μεγάλωσαν, έγιναν όγκοι και άρχισαν να χορεύουν γύρω της. Πετάχτηκε όρθια. Οι φωτογραφίες έπεσαν και χύθηκαν στο πάτωμα. Άρχισε να χορεύει κι εκείνη. Όλα γύριζαν τώρα το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο. Ήταν ο πιο τρελός χορός της ζωής της. Ένας τρόμος την περιέβαλλε. Ρίγος διαπέρασε το κορμί της.

 Όχι, όχι δεν ήταν εκείνη, ήταν μια άλλη που πήρε τη θέση της αυτά τα τελευταία λεπτά. Όχι, όχι δεν ήταν εκείνη, εκείνη δεν χόρεψε ποτέ, δεν ήξερε να χορεύει, ήταν μια άλλη που κράτησε τα παγωμένα της χέρια και την έσυρε σε αυτόν τον μεθυστικό χορό. Όχι, όχι δεν ήταν εκείνη. Δεν μπορεί να ήταν εκείνη, ήταν μια άλλη που έκλεισε το φως και χάθηκαν οι σκιές για πάντα.    



 
Copyright © 2013     Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου
“All rights reserved”

 
 
v Το ανωτέρω κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Παλμός Γαλατσίου στις 27 Σεπτεμβρίου 2013, ημέρα Παρασκευή. Αρ. φύλλου 341.

 

Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου  

   

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου