Κυριακή 17 Μαΐου 2015

καλλιτεχνική διαδρομή της Καίτης Λιανού-Ιωαννίδου

 
 
 

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
____________
 

Συνέντευξη στον Ηλία Παπακωνσταντίνου

 

1.      Τι προκαλεί ένα ποίημα;  ( το λέω ως συνέπεια). Κλάμα, γέλιο, αγάπη, έκπληξη…)

 

Τα συναισθήματα του κάθε ποιητή εκφράζονται ως ποιητικός λόγος. Εάν ένας ποιητής λ. χ. αισθάνεται χαρά για την ζωή, ευεξία, είναι κατ’ ενθουσιασμένος η απόρροια αυτών των συναισθημάτων θα είναι η χαρά που θα δημιουργήσει και σε μας. Εάν πάλι ο πόνος που νοιώθει για την απώλεια κάποιου προσφιλούς προσώπου και κατ’ επέκταση προσπαθήσει να καλύψει το κενό εκφράζοντας αυτόν τον πόνο στα ποιήματα του, η συνέπεια αυτής της δημιουργίας θα είναι ο πόνος που θα προξενήσει και σε μας διαβάζοντας τον.

Με αυτά τα δυο πολύ απλά παραδείγματα θέλω να πω πως κάθε τι που νοιώθει ένας ποιητής, το εκφράζει στα ποιήματα του και το μεταφέρει σε μας. Είναι το αποτέλεσμα των συναισθημάτων του.

 

2.      Ποια μυστικά κρύβει ένα ποίημα;

 

Εδώ θα σταθώ λιγάκι σε έναν ποιητή, τον Γεώργιο Δροσύνη. Τον πρώτο ποιητή που διάβασα. Ήμουν μικρή τότε. Τον αγάπησα, αγάπησα τα ποιήματα του. Είχα μάθει πολλά απ’ έξω. Μερικά θυμάμαι μέχρι σήμερα. Με την ερώτηση αυτή μου ήρθε στο μυαλό μου ένα ποίημα του, όπου στην τελευταία του στροφή μας λέει…

……κάθε γραμμή ο ποιητής

Τη γράφει με το αίμα της ψυχής του

Και του χαρτιού τα φύλλα που κρατείς

Είναι σχισμένα φύλλα της ζωής του.

 

3.      Πόση ερήμωση κρύβει ο κόσμος του πνεύματος;

 

Ερήμωση… Πικρή λέξη, καμιά φορά και τραγική. Δεν πιστεύω πάντως πως αφορά μόνο τους ανθρώπους του πνεύματος. Η ερήμωση της ψυχής, αυτό το φαινόμενο που εγώ πολύ απλά λέω… «Δεν είμαστε ελεύθεροι να εκφράσουμε τις απόψεις μας» το συναντάμε παντού, σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής και σε όλους, είτε είναι άνθρωποι του πνεύματος είτε όχι. Όταν δεν υπάρχει διάλογος, όταν ο ένας δεν παραδέχεται τη γνώμη του άλλου, όταν τίποτε δε γίνεται αποδεκτό, από κανέναν, τότε… οι άνθρωποι απομακρύνονται γιατί φθάνουν στο τραγικό σημείο να συνειδητοποιήσουν πως δεν πρέπει να περιμένουν να τους καταλάβουν οι άλλοι και η ψυχή ερημώνεται.

 

 

4.      Υπέρβαση διαχωριστικού ορίου ανθρώπου και ποιητή… ναι ή όχι Και αν ναι πότε, που, πως, γιατί;

 

Υπέρβαση! Τι είναι η υπέρβαση; Κενότητα… ή… καθόλου σκέψεις…

Γράφοντας νοιώθω πως μπαίνω σε ένα χώρο κενό από συλλογισμούς, από οτιδήποτε. Είναι ένας χώρος που τον έχω πλάσει εγώ και δεν μπορεί κανείς μα κανείς να μπει μέσα, να αρπάξει κάτι από εκεί.

Καθ΄ ένας που θα πάρει την πέννα στα χέρια του και θα αρχίσει να γράφει θα μπει, χωρίς και ο ίδιος να το καταλάβει, σε αυτόν το χώρο άδειο από επιθυμίες. Παρ’ όλο που δεν έχω ασχοληθεί ιδιαίτερα με την ποίηση, ποιήματα έχω γράψει λίγα, περισσότερο γράφω μυθιστορήματα, αισθάνομαι πως ο ποιητής από τη στιγμή που γράφει και εξωτερικεύει όλο του το πιστεύω, γεμίζοντας τις λευκές σελίδες ενός τετραδίου, είναι μόνος με τον ίδιο του τον εαυτό. Ίσως είναι η μοναδική στιγμή της ζωής του όπου βρίσκεται ακριβώς πάνω στη διαχωριστική γραμμή της ύπαρξής του ως άνθρωπος που είναι ύλη  και ως ποιητής.

 

5.      Αν υπάρχει εγγύτητα ανάμεσα στις τέχνες και πόσο δύσκολος ή εύκολος είναι ο συνδυασμός τους.

 

Ένα ποίημα είναι γεμάτο εικόνες. Μια μουσική σύνθεση, είναι όλο εικόνες. Ένας πίνακας, είναι εικόνα. Ένα μυθιστόρημα, είναι γεμάτο εικόνες. Είναι το πρώτο κοινό σημείο που έχουν οι τέχνες και είναι όλες τόσο άρτια δεμένες μεταξύ τους.

Μέσα από την τέχνη ανακαλύπτουμε πτυχές του εαυτού μας που δε γνωρίζουμε.

 

6.         Ξεχωρίζεις μια από αυτές τις τρείς τέχνες πιο πολύ;

 

Δυσκολεύομαι. Κάθε μια έχει τη δική της ομορφιά και μαγεία. Μας δημιουργεί συναισθήματα. Είναι ένας μαγικός κόσμος που αποκαλύπτεται μπροστά μας. Κι εμείς δεν έχουμε παρά να ζήσουμε μέσα σε αυτόν το όμορφο μαγικό κόσμο της δημιουργίας.  

 

Cabaret Voltaire

Τετάρτη 13 Μαΐου 2015

 
                                                  ____________



 

Παρασκευή 1 Μαΐου 2015


 

 

«ΔΙΟΡΑΣΙΣ»

ΠΟΙΗΣΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΓΕΩΡΓΑΤΟΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ

ΚΑΙΤΗ ΛΙΑΝΟΥ-ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ (ΜΟΥΣΙΚΟΣ- ΥΨΗΦΩΝΟΣ-ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ)

 

 

Πόσες φορές έτυχε να κοιτάμε τον ουρανό, να παρατηρούμε τα σύννεφα που τρέχουν ή το βράδυ τα αστέρια. Αμέτρητες φορές.

Παρατηρούμε κάτι στ’ αλήθεια; Ή κοιτάμε το άπειρο και ψάχνουμε μέσα από τις μνήμες που, ποτίζουν το είναι μας και σιγά σιγά γίνονται ζωή, να βρούμε τις δικές μας αλήθειες; Την Ιθάκη που δε φτάσαμε ποτέ;

Υπάρχει ένας εχθρός που δεν είναι κανείς άλλος παρά μόνο ο ίδιος μας ο εαυτός, καραδοκεί να μας συντρίψει, να αφανίσει τα όνειρα μας. Τα λάθη μας στέκονται μπροστά μας σα φιγούρες του σκότους κι εμείς τι κάνουμε; Τίποτε. Είμαστε απλά παρατηρητές της ζωής, αυτής που έφυγε και είναι μόνο αναμνήσεις και αυτής που ζούμε.

            Ο Κωνσταντίνος Γεωργάτος στην ποίηση του διόρασις μέσα από τη δική του φωνή, μέσα από τα μάτια της ψυχής του μας οδηγεί να ανακαλύψουμε τις πραγματικές αλήθειες, αυτές που φοβόμαστε. Μας παροτρύνει να βρούμε τα διάφανα μονοπάτια ώστε να φτάσουμε στη δική μας Ιθάκη, ως ένας άλλος Οδυσσέας, γεμάτοι εμπειρίες και γνώσεις.

            Καθώς διάβαζα τα ποιήματα του διέκρινα το μέγεθος της αγάπης του για την ζωή, την αισιοδοξία του για την υλοποίηση του ονείρου, μια αισιοδοξία που μεταφέρει με ένα θαυμάσιο τρόπο στον αναγνώστη, δημιουργώντας εικόνες και μετουσιώνοντας το ιδεατό σε πραγματικό, το κάθε τι που φαντάζει μικρό σε μεγάλο. Δεν υπάρχει πεπρωμένο. Δεν υπάρχει τέλος, μόνο αρχή σε οποιαδήποτε στιγμή της ζωής.

Ο Κωνσταντίνος μέσα από τους στίχους του μας βοηθά να ανακαλύψουμε πτυχές της ύπαρξής μας που δε γνωρίζουμε. Ανεβαίνουμε ένα ένα τα σκαλοπάτια του χρόνου περνάμε μέσα από πολέμους, πόνους ψυχής, καταιγίδες, ακουμπάμε στα αόρατα τείχη μιας πεθαμένης πόλης προσπαθώντας να στηριχτούμε εκεί, μέχρι που στο φτάνουμε στο φως.

Είναι η λύτρωση.

 Ο εξαγνισμός της ψυχής, δεν είναι το τέλος αλλά η αρχή μιας νέας δημιουργίας με αποκορύφωμα την υλοποίηση του ονείρου. Είναι το θαύμα που υπάρχει μέσα μας, αρκεί να θέλουμε να το δούμε. Δεν πρέπει τίποτε να μας καθηλώσει στο χθες, προχωράμε… προχωράμε μπροστά αφήνοντας πίσω κάθε τι που μας έκανε να λιποψυχήσουμε. Το μεγαλείο της ζωής, το πέρασμα από το μηδέν στην επιτυχία βρίσκεται σε όλες τις εκφάνσεις του βίου που, ο Κωνσταντίνος αναφέρει στην ποίηση του.  

Ο αγώνας είναι σκληρός, μας λέει, η φωτιά καίει, οι γύρω μας αδιάφοροι, ο καθ’ ένας συνεχίζει τη δική του πορεία μέχρι, που έρχεται η στιγμή εκείνη που ακολουθώντας τα χνάρια του μοναδικού Σωτήρα των αιώνων θα καταφέρουμε αυτό, που θεωρούσαμε ακατόρθωτο.

Οι Πύλες ανοίγουν, τα δάκρυα στεγνώνουν. Υπάρχει αγάπη παντού, ανθίζει σε κάθε καρδιά όπως ανθίζουν τα λουλούδια στους κάμπους. Οι πληγές θεραπεύονται, είναι η ελπίδα που δε σβήνει ποτέ, γεμίζει τα λευκά φύλλα του τετραδίου και γίνεται γιατρειά, γίνεται ποίηση.  

Ο Κωνσταντίνος Γεωργάτος κατάγεται από την Κέρκυρα, γεννήθηκε στην Αθήνα, είναι έγγαμος και πατέρας δυο παιδιών. Σπούδασε Διοίκηση Τουριστικών Επιχειρήσεων στο ΤΕΙ της Αθήνας στη Σχολή Διοίκησης και Οικονομίας. Με τη λογοτεχνία άρχισε να ασχολείται από τα προεφηβικά του χρόνια. Αρθρογραφεί σε εφημερίδες και περιοδικά.

Η διόρασις είναι η πρώτη ποιητική του συλλογή αφιερωμένη από τον ίδιον στον Άγιο Σπυρίδωνα και στην σύζυγό του Λίνα- Σταματίνα Γεωργάτου καθώς και στους δυο του γιούς Ιωάννη και Λεονάρδο-Ηλία. Μέσα απ’ της σελίδες της ξεδιπλώνεται μια πορεία ζωής, της δικής σας ζωής, της δικής μας, της ζωή όλων μας. 

Οι εποχές είναι δύσκολες, ο ανταγωνισμός μεγάλος. Τα παιδιά μας φεύγουν, εγκαταλείπουν τη χώρα που αγαπήσαμε και αγαπάμε, τη χώρα αυτή που έδωσε στον κόσμο τα πρώτα φώτα του πολιτισμού. Σκιρτάς όταν ακούς το όνομα της και όμως μένεις αδρανής κι ας ξέρεις πως αυτός ο ουρανός που κοιτάς είναι δικός σου.

Στα ποιήματα του Κωνσταντίνου βρίσκουμε αμέτρητα μηνύματα γι’ αυτήν ζωή, γι’ αυτή την πατρίδα με σπουδαιότερο! πως μπορούμε να επιτύχουμε, αρκεί… να έχουμε πίστη, όραμα και θέληση και αυτά τα αγαθά δεν μπορεί κανείς μα κανείς να μας τα αφαιρέσει, είναι δικά μας, ζουν μέσα μας, ας τα αξιοποιήσουμε. Ας ορθώσουμε το ανάστημα μας. Μπορούμε.   

Το άγγιγμα του, μέσα στην ποίηση του, περνά από άπειρες εικόνες και γίνεται αρωγός για τις δικές μας ελπίδες. Η δυναμική των λέξεων του αποτελεί στόχο για επιτυχία, πνευματική πληρότητα και ψυχική γαλήνη.

Κανείς δεν μπορεί να μείνει ασυγκίνητος μπροστά σε αυτό τον πλούτο συναισθημάτων του Κωνσταντίνου που κατακλύζει τα ποιήματα του και αφήνει τα σημάδια του ως σφραγίδα της δικής του ψυχής και αγάπης.

 

Σου ευχόμαστε καλή επιτυχία σε αυτό το δύσκολο, αλλά και όμορφο δρόμο της ποίησης .

 

 


 


 


 

 

 
 

Τρίτη 24 Μαρτίου 2015

διήγημα

 
 
 
 
 
 
 

Η Ανθούλα στην Αθήνα

 

Με την Ανθούλα είμαστε πρώτα ξαδέλφια, από τους πατεράδες μας. Εκείνη ζει στο χωριό. Στην Αθήνα, όταν είμασταν μικρές, ερχόταν πολύ συχνά. Αλλά κι εμείς κάθε τόσο και λιγάκι που μας εύρισκες; Στο χωριό. Το είχαμε κάνει πια Πατήσια-Ομόνοια. Εγώ εύρισκα πως οι χαρές ανάμεσα στη φύση είναι πολυδιάστατες και αυτές τις εκδρομές τις χαιρόμουν πραγματικά πολύ. Η Ανθούλα πάλι προτιμούσε την Αθήνα με το βουητό των αυτοκινήτων, τα κλάξον, τον πολύ κόσμο, τα ατέλειωτα σινεμά, τα θέατρα και φυσικά τα πάρτη που κάναμε. Μερικές φορές την δικαιολογούσα, γιατί αυτά τις έλειπαν. Όπως κι εκείνη βέβαια δικαιολογούσε εμένα, γιατί εδώ στην Αθήνα, που να βρεις το δάσος με τα πανύψηλα δένδρα και τις πηγές; Εδώ πώς να τρέξεις και να ρουφήξεις οξυγόνο; Άσε το χιόνι! Που να δούμε εμείς εδώ χιόνι. Ενώ εκεί!!! Όταν έπεφταν εκείνες οι νιφάδες απαλά απαλά και γέμιζαν όλους τους δρόμους με εκείνο το λευκό στρώμα ήταν η καλύτερη μου! Φτιάχναμε  χιονανθρώπους, παίζαμε χιονοπόλεμο και μέσα στο σπίτι ανάβαμε το τζάκι και ψήναμε κάστανα.

Ήταν όμορφα χρόνια, ανέμελα. Οι μεγάλοι μας διηγούνταν ιστορίες παλιές για νεράιδες, και ξωτικά, για συναρπαστικά που βγαίνουν τη νύχτα, κι εμείς κάναμε πως φοβόμασταν και κλείναμε τα μάτια μας.

Έτσι τα χρόνια περνούσαν απλά κι ευχάριστα και ξαφνικά διαπιστώσαμε πως μεγαλώσαμε πολύ. Πως όλα αυτά είναι μόνο αναμνήσεις και δεν μπορούμε να τα ξαναζήσουμε. Η ζωή μας άλλαξε τόσο πολύ που μοιάζουμε σα να είμαστε άλλοι άνθρωποι και όχι εκείνοι που κάποτε το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν οι παρέες, το πόσα παγωτά θα φάει η κάθε μια μας και τα μετρούσαμε, το πόσα μακροβούτια θα κάνει η κάθε μια στη θάλασσα και το πόσο πιο όμορφους πύργους θα φτιάξει η κάθε μια στην άμμο.  

Αυτά έφυγαν πια, σα να ήταν αέρας και πέρασε.

Η Ανθούλα παντρεύτηκε πολύ μικρή, μόλις τέλειωσε το σχολείο. Παιδιά δεν απέκτησε. Εγώ πάλι παντρεύτηκα σχετικά μεγάλη και απέκτησα και παιδιά και εγγόνια. Κάθε μέρα θα μιλήσω μαζί της στο τηλέφωνο να πούμε τα καθημερινά μας και να κλείσουμε με μια όμορφη γλυκιά καληνύχτα. Προ ημερών όμως αυτή η καληνύχτα συνοδευόταν και από μια υπέροχη έκπληξη. Μου είπε πως θα ερχόταν στην Αθήνα να μείνει για λίγες μέρες και… ίσως να έμενε και για πάντα, αρκεί να έπειθε τον Ανέστη. Τώρα που είχε μεγαλώσει κι εκείνος και δεν μπορούσε πια να ασχοληθεί με τα χωράφια, θα ήταν πολύ πιο εύκολο.

Το ακουστικό κόντευε να πέσει απ’ τα χέρια μου. Το ήξερα πως την Αθήνα την αγαπούσε πάντα και θα προτιμούσε να ζει εδώ και όχι στο χωριό. Ήξερα το πόσες φορές ήθελε να έρθει αλλά οι συνθήκες της ζωής της δεν της το επέτρεπαν. Είχα πάψει πια να κάνω όνειρα πως θα ξαναβρεθούμε, και ξαφνικά η απόφαση της να έρθει, να μείνει εδώ μου έφερε τέτοια γλυκιά αναστάτωση που άρχισα να κλαίω από χαρά.

 Είχα πάει στο σταθμό να την περιμένω δυο ώρες νωρίτερα. Τα ρολόγια μου φαίνονταν σταματημένα. Όλα ήταν σταματημένα, τίποτε δεν κουνιόταν.

Τελικά κάποια στιγμή όλα θαρρείς πως ξεκίνησαν πάλι να κινούνται στον καθημερινό ρυθμό τους. Η ώρα της άφιξης έφτασε. Το τρένο μπήκε στο σταθμό αργά κι εγώ κόλλησα τα μάτια μου στην πόρτα του βαγονιού. Σε λίγο η Ανθούλα κατέβηκε με μια μικρή βαλίτσα στο χέρι. Με το βλέμμα της έψαξε να με βρει μέσα στον κόσμο. Σήκωσα το χέρι μου και την φώναξα. Αγκαλιαστήκαμε. Κοιταχτήκαμε στα μάτια και ξανά αγκαλιαστήκαμε.

Το σπίτι της φάνηκε μικρό. Όταν είμασταν εμείς μικρές, φάνταζε μεγάλο μπροστά στα μάτια μας. Τώρα που μεγαλώσαμε όλα τα βλέπαμε διαφορετικά. Την ίδια μέρα πήγαμε βόλτα στην Ερμού. Ήθελε τόσο πολύ να περπατήσει και να δει τις βιτρίνες που δεν την κρατούσες με τίποτε.

«Ε! Να ψωνίσουμε και κάτι!!! Εντάξει;» μου είπε πριν ξεκινήσουμε και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη.

«Ότι θέλεις Ανθούλα μου, ότι θέλεις» απάντησα και με γοργό βήμα φτάσαμε στη στάση. Περιμέναμε αρκετή ώρα. Τελικά ήρθαν τρία λεωφορεία μαζί κι εμείς φυσικά, μπήκαμε σε εκείνο που είχε τον λιγότερο κόσμο. Θέλαμε να κατεβούμε στην Ακαδημίας και από εκεί θα παίρναμε το μετρό για Σύνταγμα αλλά είμασταν άτυχες. Το λεωφορείο μας άφησε  στο Πολυτεχνείο γιατί είχαν κλείσει τους δρόμους.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε τρομαγμένη.

«Μην τρομάζεις. Τα έχουμε συνηθίσει αυτά. Κάποια πορεία είναι».

«Και τι δηλαδή; Άμα έχει πορεία κλείνουν οι δρόμοι;»

«Ναι Ανθούλα μου, κλείνουν οι δρόμοι».

«Και ο κόσμος;»

«Ο κόσμος…»

Γυρίσαμε πίσω αποφασισμένες να ξεκουραστούμε και με νέες δυνάμεις και όρεξη καινούρια να ξεκινήσουμε αύριο πρωί πρωί για την Ερμού με τα μαγαζιά και ύστερα Μοναστηράκι και αν προλαβαίναμε Ακρόπολη. Η μέρα ήταν μουντή και κρύα. Κάποιες αραιές σταγόνες βροχής που έπεφταν έμοιαζαν με κόκκινο χώμα να πέφτει απ’ τον ουρανό. Στ’ αυτοκίνητα άφηναν κοκκινωπά σημάδια και όσοι άνοιγαν τις ομπρέλες τους δεν ήταν για να προστατευτούν από την υποτιθέμενη βροχή αλλά από την κοκκινίλα που άφηνε. Η Ανθούλα δεν μίλησε παρ’ όλο που ήταν έτοιμη κάτι να πει, αλλά το κατάπιε. Το λεωφορείο μας άργησε και αυτή τη φορά και ήταν γεμάτο. Μπήκαμε. Προσπαθήσαμε να ακυρώσουμε τα εισιτήρια μας αλλά το μηχάνημα ήταν χαλασμένο.

«Μπροστά, μπροστά να πάτε» είπε κάποιος κύριος. «Εκείνο λειτουργεί».

«Μα τι κατάσταση είναι αυτή;» άκουσα μια άλλη κυρία να παραπονείται.

«Ως που να φτάσουμε μπροστά με τον κόσμο που έχει δε θα προλάβουμε να το ακυρώσουμε».

«Και σε χαλάει αυτό κυρά μου;» διαμαρτυρήθηκε κάποιος άλλος με φωνή βαρειά.

«Α! Δεν είναι σωστό».

«Και τι λειτουργεί σωστά εδώ».

Τελικά δώσαμε τα εισιτήρια μας ο ένας στον άλλον και εξυπηρετηθήκαμε όλοι. Κάποιοι καλοί άνθρωποι μας τα ακύρωσαν στο μπροστινό μηχάνημα και όλα πήγαν καλά. Κάναμε πάνω από μια ώρα να φτάσουμε στον προορισμό μας, αλλά μπρος στην χαρά να δει η Ανθούλα την Ερμού και να ψωνίσει η κούραση έφυγε αυτόματα. Η βροχή τώρα είχε αρχίσει να πέφτει πιο δυνατή.

«Να βρέξει. Να βρέξει, να ξεπλυθεί ο κόσμος, να φύγει αυτή η κοκκινίλα», γύρισε κάποια και άρχισε να μιλά της ξαδέλφης μου ενώ κοιτάζαμε μια βιτρίνα με παπούτσια.

«Ναι, Ναι. Πράγματι» έκανε η Ανθούλα.

Γυρίσαμε όλη την Ερμού με τα πόδια, πάνω κάτω και όχι μόνο μια φορά. Ψωνίσαμε… και ύστερα καθίσαμε σε μια καφετέρια για καφέ. Ήταν αργά. Καλύτερα να επιστρέφαμε στο σπίτι. Πήραμε το λεωφορείο μας από την Πανεπιστημίου αφού περιμέναμε πάνω από μισή ώρα. Τα πόδια μας πια δεν μας κρατούσαν και ήταν και ώρα που έκλειναν τα μαγαζιά και οι στάσεις γέμιζαν κόσμο. Τελικά μπήκαμε αφού προηγουμένως σπρώξαμε και μας έσπρωξαν. Το λεωφορείο προχωρούσε αργά, αγκομαχώντας και στην πλατεία Λαυρίου σταμάτησε.

«Γιατί είναι σταματημένο;» ρώτησε κάποιος και σηκώθηκε από το κάθισμα του για να καταλάβει τι συμβαίνει.

«Έχει κόκκινο δεν το βλέπεις;» απάντησε η διπλανή του, που κατά πάσα πιθανότητα θα ήταν η γυναίκα του.

«Τι λες; Δεν ξέρεις τι λες, δεν έχει κόκκινο. Εδώ κάτι συμβαίνει».

«Καλά λέτε. Πράσινο έγινε και δε λέει να ξεκινήσει».

«Μα κατάσταση είναι αυτή; Δεν υπάρχει κανένας αρμόδιος; Θέλουμε να πάμε στις δουλειές μας και καθόμαστε εδώ».

«Ποιος αρμόδιος; Κράτος είναι αυτό;»

«Μα τι να κάνει το κράτος;»

«Αλλά ποιος φταίει;»

«Ε! Εντάξει τώρα μην τα ρίχνουμε και όλα στο κράτος».

«Ε! Κύριε οδηγέ. Τι θα κάνουμε; Να πάρουμε και κανένα καφεδάκι;»

«Μπράβο σας που έχετε και χιούμορ».

«Τι να κάνω; Αλλοίμονο αν τα παίρνουμε όλα στα σοβαρά».

Τελικά με όλα αυτά που άλλους τους διασκέδαζαν και άλλους τους εκνεύριζαν πέρασαν είκοσι λεπτά και ο οδηγός μας είπε ότι πρέπει να κατέβουμε και να πάρουμε το άλλο που σε λίγο θα φτάσει. Οι διάλογοι μεταξύ των επιβατών συνεχίστηκαν ακόμα πιο έντονα από πριν. Για άλλους έφταιγε η εκάστοτε Κυβέρνηση, ο τάδε υπουργός που δεν ξέρει να κάνει τη δουλειά του. Για άλλους πάλι δεν έφταιγε καμιά κυβέρνηση, απλά υποστήριζαν πως συμβαίνουν αυτά και όλοι μαζί μίλαγαν και μέσα σε αυτές τις συζητήσεις έμπαιναν και οι περαστικοί οι οποίοι δεν ήξεραν τι συμβαίνει κι έπαιρναν το λόγο. Τελικά έφτασε το άλλο λεωφορείο γεμάτο κόσμο, νέο σπρωξίδι  για το ποιος θα μπει πρώτος. Νέοι καυγάδες.

«Προχωρήστε πιο μπροστά. Μπροστά είναι άδειο».

«Που να πάω κυρία μου;»

«Που να πας; Που να πας; Προχώρα λίγο».

«Ε! Οδηγέ μην κλείνεις ακόμα».

«Α! Καλέ πάρε από δω αυτόν τον μπόγο».

«Και που να τον βάλλω μανδαμ;»

«Όταν εγώ λέω πως δεν υπάρχει κράτος».

«Άντε πάλι τα ίδια…»           

            Κι ενώ συνεχιζόταν η ιστορία με το αν τελικά υπάρχει κράτος και το ποιος είναι υπεύθυνος και καθώς είμασταν ο ένας κολλημένος πλάι στον άλλον σαν τις παστές σαρδέλες ένοιωσα το χέρι της πλαϊνής μου να προσπαθεί να ανοίξει το φερμουάρ της τσάντας μου. Δεν μίλησα, απλά την αγριοκοίταξα κι εκείνη τραβήχτηκε. Στην επόμενη στάση θέλησε να κατέβει αλλά δεν τα κατάφερε. Είχε τόσο κόσμο που πραγματικά αν δεν ήσουν κοντά σε πόρτα κινδύνευες να χάσεις τη στάση σου.

            Επιστρέψαμε στο σπίτι κουρασμένες.

            «Αλλιώς την ήξερα την Αθήνα» μου είπε η Ανθούλα κι έβγαλε τα παπούτσια της από την εξώπορτα.

            «Αλλιώς ήταν» απάντησα.

 

Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου

 

Το ανωτέρω διήγημα δημοσιεύτηκε στο www.mcnews.gr στις 21 Μαρτίου 2015.

 

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2015

intelligentsia



                                                     INTELLIGENTSIA

                                                  -Ο κύκλος των ποιητών-


Συμμετοχή στην ποιητική ανθολογία INTELLIGENTSIA

















 

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2014

παρουσίαση "χρυσές σελίδες"


 
 
 



























ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

 

Πρωταγωνιστές αυτού του διηγήματος είναι όλοι εκείνοι που αποτελούν την οικογένεια Γκώτση.  Ο παππούς είναι εργοστασιάρχης και θέλει να ελέγχει τα πάντα. Η γυναίκα του που προσπαθεί με τον πιο όμορφο τρόπο να φέρει την ισορροπία μέσα στο σπίτι. Τα τέσσερα παιδιά τους, ο καθ’ ένας με τις ιδέες του και φυσικά τα εγγόνια.

Η ιστορία διαδραματίζεται μέσα σε ένα χρόνο, στην έπαυλη Γκώτση και αποτελεί κάτι σαν ημερολόγιο, αφού δίνει την ευκαιρία στον αναγνώστη να γράψει, εάν επιθυμεί βέβαια, στις χρυσές του σελίδες κάτι απ’ τη δική του ζωή, κάτι που πέρασε ή κάτι που θα ήθελε να ζήσει.

________