Πέμπτη 16 Μαΐου 2013

συνεντεύξεις


 

Συνέντευξη στη Μαίρη Γκιώνη-Λαρεντζάκη "Εφημερίδα Παλμός Γαλατσίου"

*





 

-Κυρία Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου ευχαριστώ για την χαρά και την τιμή, καλοτάξιδο το βιβλίο σας.

-Εγώ σας ευχαριστώ για την ευκαιρία που μου δίνετε να μιλήσω για μένα και τις απόψεις μου.

 

1η ερωτ. … Με την ευκαιρία της κυκλοφορίας του νέου σας βιβλίου υπό τον τίτλο «Η άλλη πλευρά του παραδείσου» τί διαπιστώνετε στην αγορά του βιβλίου; Τί συμβαίνει;

Απ.   Άσχετα με το αν ένα βιβλίο πάει καλά, όπως λέμε, οι Έλληνες δε διαβάζουν κι αυτό είναι λυπηρό. Ένα καλό βιβλίο είναι μια όμορφη συντροφιά.

 

2η ερωτ. … Είναι η εποχή κατάλληλη για τον συγγραφέα να μοιραστεί το πάθος του για τα έργα του με τον αναγνώστη;

Απ.  Περνάμε μια πολύ δύσκολη περίοδο. Πιστεύω πως τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο καθένας μας δεν αφήνουν τον κατάλληλο χρόνο ή αν θέλετε την διάθεση ώστε ο αναγνώστης να μοιραστεί, όπως λέτε, το πάθος του συγγραφέα. 

 

3η ερωτ. … Η επίγνωση των δυσκολιών σας κάνουν δυνατότερη; Τί εμπόδια υπερπηδάτε;

Απ.  Δεν υπήρξε ποτέ περίοδος της ζωής μου που οι εκάστοτε δυσκολίες να με καθήλωσαν. Εμπόδιο δεν υπάρχει. Η αγάπη γι’ αυτό που κάνω είναι ο οδηγός μου.

 

4η ερωτ. … Ο συγγραφέας ποιούς υποστηρικτές έχει; Σκέφτεστε τις πωλήσεις ή παραμένετε στα σύννεφα της δημιουργίας μόνο;

Απ.   Το αναγνωστικό του κοινό είναι και ο μόνος υποστηρικτής. Σε κάποιο μου βιβλίο γράφω «… Ξεκίνησα μια πορεία μέσα σ’ ένα άγνωστο κόσμο, με ένα σκοπό. Να ζήσω τη μαγεία και να τη γράψω. Πέρασαν χρόνια για να καταλάβω πως ό,τι βιώνεις μπορείς να το πλάσεις με τα δάκτυλά σου μέσα στη φούχτα σου και να κτίσεις μια ολόκληρη πολιτεία, άγνωστη για σένα μέχρι τότε, που σιγά σιγά γίνεσαι μέρος της. Ζεις μαζί με τους ανθρώπους της…». Νομίζω πως αυτά τα λίγα λόγια λένε τα πάντα, γιατί πραγματικά από την στιγμή που αρχίζω να γράφω μπαίνω σε ένα χώρο που τον πλάθω μόνη μου και ζω τη μαγεία της δημιουργίας μου. Είμαι ο ήρωας,  αλλά και ο κομπάρσος. Είμαι ο θεατής, ο αναγνώστης, ο σκηνοθέτης, ο συγγραφέας. 

 

5η ερωτ. … Όλα βαίνουν καλά; Τί σας ενοχλεί σήμερα περισσότερο από ποτέ;

Απ.   Δυστυχώς τίποτε δεν πάει καλά. Εγώ μεγάλωσα. Το τρένο έφυγε, τα παιδιά όμως; Όλα αυτά τα παιδιά που πάνω τους στηρίζουμε το μέλλον… θα υπάρξει μέλλον; Ανησυχώ..

 

6η ερωτ. … Είστε μουσικός, λυρική τραγουδίστρια, μας συνδέουν δάσκαλοι στο κλασσικό τραγούδι και στην μουσική, χαίρομαι γι αυτό. Εγώ ντρεπόμουν πολύ, δεν τραγούδησα. Μιλήστε μας για την καριέρα σας, είχε την εξέλιξη που θέλατε;

Απ.  Η πρώτη Όπερα που άκουσα ήταν η Τραβιάτα του Βέρντι. Ήμουν μικρή. Με μάγεψε. Πόσο θα ήθελα να ήμουν εγώ εκείνη που τραγουδούσε! Ονειρευόμουν… και τα όνειρά μου κάποτε άρχισαν να πραγματοποιούνται όταν μπήκα στο Ωδείο και ξεκίνησα κλασσικό τραγούδι. Μετά το τέλος των σπουδών μου άρχισαν νέα όνειρα, μιας μεγάλης επιτυχημένης καριέρας, όμως οι συνθήκες δε μου επέτρεψαν να αγγίξω αυτό το μεγάλο όνειρο κι έτσι παρουσιάστηκα μόνο σε πολιτιστικές εκδηλώσεις.   

 

7η ερωτ. … Μπορεί η άποψη, όπως διατυπώνεται, του συγγραφέα να αλλάξει την αντίληψη και την προσέγγιση στα φαινόμενα του αναγνώστη;

Απ.   Πιστεύω πως ναι, αρκεί η γραφή του συγγραφέα να είναι πολύ δυνατή.

 

8η ερωτ. … Τί ευκαιρίες σας έχει δώσει η πόλη μας; Καθώς ξέρω είστε ενεργός πολίτης.

Απ.   Όταν θέλησα να παρουσιάσω το βιβλίο μου στο Δήμο, πραγματικά η πόλη μας με αγκάλιασε. Και αυτή την ζεστή αγκαλιά θα τη θυμάμαι πάντα.

 

9η ερωτ. … Αν σας έδιναν την δ/νση του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου μας, τί θα κάνατε; Τί θα αλλάζατε;

Απ.   Θα έδινα ευκαιρίες ώστε να φανούν τα ταλέντα. Υπάρχουν πολλά ταλέντα που βρίσκονται στην αφάνεια.

 

10η ερωτ. … Ποιά είναι η γνώμη σας για το καλοκαιρινό Φεστιβάλ στο Δήμο μας;

Απ.   Είναι μια πολύ καλή προσπάθεια. Ο Δήμος φέρνει αξιόλογους καλλιτέχνες και η προσέλευση του κοινού είναι μεγάλη.

 

11η ερωτ. … Ποιά είναι η καινοτομία στο χώρο της συγγραφής; Στο χώρο της μουσικής επί παραδείγματι ένα έργο του Thomas Larcher για 14 έγχορδα έχει ως βασική ιδέα την παραγωγή ήχων και θορύβου με τη χρήση κερμάτων ευρώ αντί για δοξάρι στα έγχορδα. Ο συνθέτης λέει ότι το ευρώ είναι πιο ελαφρύ από το φράγκο.

Απ.  Απ’ ότι ξέρω σημαντική καινοτομία για τον χώρο αστυνομικών μυθιστορημάτων θεωρήθηκαν οι ιστορίες με ντετέκτιβ τον Σέρλοκ Χολμς, τις οποίες έγραψε ο Σκωτσέζος (ιατρός, συγγραφέας) Σερ Άρθουρ Ιγνάτιος Κόναν Ντόυλ. Μάλιστα επειδή θέλησε να επικεντρωθεί στα ιστορικά του μυθιστορήματα αποφάσισε πως έπρεπε να σκοτώσει τον Χολμς μαζί με τον καθηγητή Μοριάτρυ, όπου και πέφτουν από έναν καταρράκτη. Η κατακραυγή όμως του κόσμου ήταν τόσο μεγάλη που ανάγκασε τον Κόναν να επαναφέρει τον Χόλμς λέγοντας πως σκηνοθέτησε ο ίδιος τον θάνατό του.  

 

12η ερωτ. … Πόσες φορές έχετε πάει στο Μέγαρο Μουσικής από την ίδρυση του;

Απ.   Δυστυχώς μόνο τρεις.

 

13η ερωτ. … Είδαμε στη Λυρική να προσεγγίζει το κοινό με εμφανίσεις όπως στην Βαρβάκειο αγορά και αλλού. Ποιά είναι η γνώμη σας;

Απ.   Λυπάμαι πραγματικά. Όταν ήμουν μικρή έμαθα πως μια καλή εμφάνιση δεν τιμά μόνο τον απέναντι μας αλλά δείχνει και την προσωπικότητα  μας. Δυστυχώς όλα αυτά τα πιστεύω μου με τα χρόνια καταρρίφθηκαν. 

 

14η ερωτ. … Ανήκομεν εις την Δύσην; Ποιές οι επιρροές μας από την εποχή της Τουρκοκρατίας που μας οδήγησαν καλλιτεχνικά; Μουσικά;

Απ.   Μετά το τέλος της δικτατορίας του 1967 και την ένταξη μας στην Ευρωπαική Ένωση το 1981, ανήκομεν εις την Δύσην, δεν έπαψαν όμως τα 400 χρόνια της Τουρκικής κατοχής που τότε επηρέασαν τους Έλληνες, όχι μόνο μουσικά αλλά και στον τρόπο ζωής τους, να καθορίσουν την πορεία του νεότερου πολιτισμού. Παρατηρούμε μια συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων να θεωρεί κάθε τί ανατολίτικο, παραδοσιακό. Το παρελθόν μοιάζει να στριφογυρίζει. Ο σημερινός Έλληνας θα χαρεί να ακούσει Ανατολίτικη  μουσική. Να χορέψει ζεϊμπέκικο ή χασάπικο. Να απολαύσει Τούρκικα φαγητά, γλυκά. Χρησιμοποιεί Τούρκικες λέξεις στο λεξιλόγιο του. Κι όμως ανήκομεν εις την Δύσην.   

  

15η ερωτ. … Υπάρχει οργασμός στον χώρο των Τεχνών-Γραμμάτων, πληθώρες οι εκδηλώσεις-δημιουργίες. Τί κοινό έχει διαμορφωθεί κατά τη γνώμη σας;

Απ.  Πιστεύω πως όλες αυτές οι πληθώρες εκδηλώσεων δημιούργησαν ένα κοινό αδιάφορο για την τέχνη.

 

16η ερωτ. … Η μνήμη και η φαντασία σας σας οδηγούν πάντα στη συγγραφή ή εκφράζεστε και με διαφορετικούς τρόπους;

Απ.   Αγαπώ πολύ και την ζωγραφική. Τον ελεύθερο χρόνο μου ζωγραφίζω. Μεταφέρω τα συναισθήματα μου αγγίζοντας με τα πινέλα μου τον καμβά.

 

17η ερωτ. … Η μουσική είναι ένα μέσο επικοινωνίας και κατανόησης, ένα μέσο για συμφιλίωση όπως λέει ο Hans Werner Henze, ο  ιστορικός συνθέτης, που έφυγε στις 27/10/2012. Συμφωνείτε με αυτό;

Απ.  Πιστεύω πως η μουσική εάν βρισκόταν σαν ένα αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας θα μας ένωνε. Η μουσική δεν έχει όρια, δεν τη χωρίζουν ηγέτες, κράτη. Μιλάει την ίδια γλώσσα σε όλους τους λαούς.    

 

18η ερωτ. … Ποια η γνώμη σας για τα ηλεκτρονικά βιβλία; (e-books).

Απ.  Έμαθα σε έναν άλλο τρόπο ανάγνωσης, όπως εξάλλου και οι περισσότεροι, πόσο μάλιστα εκείνοι της δικής μου γενιάς. Παρόλα αυτά δε θα έλεγα ποτέ όχι σε ένα ηλεκτρονικό βιβλίο. Πρέπει να πηγαίνουμε μπροστά.

 

19η ερωτ. … Ο Μανόλης Αναγνωστάκης γράφει:… «Φοβάμαι τους ανθρώπους…» Εσείς τους φοβάστε και γιατί;

Απ.   Κυρία Γκιώνη, ο Αναγνωστάκης υπήρξε ένας ποιητής που πάντα θαύμαζα. Το ποίημά του «φοβάμαι» μας φέρνει τόσο κοντά στην πραγματικότητα, μια αλήθεια που τη ζούμε καθημερινά. Ναι, κυρία Γκιώνη, φοβάμαι κι εγώ τους ανθρώπους για τον ψεύτικο χαρακτήρα τους. Ναι, κυρία Γκιώνη, φοβάμαι ακόμα πιο πολύ σήμερα και θα φοβάμαι ίσως κάθε μέρα και περισσότερο.   

 

20η ερωτ. … Με τί αισθητήριο επιλέγει το κοινό ένα βιβλίο; 

Απ.   Όλα τα βιβλία έχουν υπέροχα εξώφυλλα. Αυτό είναι και το πρώτο που θα κοιτάξει το κοινό. Θα δει την τιμή. Θα διαβάσει το οπισθόφυλλο, θα δει φυσικά και το όνομα του συγγραφέα και θα αποφασίσει.

 

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Παλμός Γαλατσίου Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012 Αρ. φύλλου304

___________








Συνέντευξη στην Μαίρη Λαρεντζάκη-Γκιώνη

 

Ερ. 1η Κυρία Λιανού-Ιωαννίδου Καίτη ένα νέο σας βιβλίο με τη συνεργασία της Εμμανουήλ Πηνελόπης κυκλοφορεί. Πώς αισθάνεστε;

Απ.  Κυρία Γκιώνη χαίρομαι πραγματικά, και σας ευχαριστώ που μου δίνετε αυτή την ευκαιρία να μιλήσω για ένα τόσο ευαίσθητο θέμα, όπως είναι η συνεργασία. Από μικρή άκουγα πως το να συνεργαστεί κανείς είναι πολύ δύσκολο και μερικές φορές και ακατόρθωτο. Μπαίνουν μες στη μέση ειδών ειδών συμφέροντα, όπως οικονομικά αλλά και άλλα θέματα που δημιουργούν ρήξη ανάμεσα στους συνεργάτες. Το πιστεύω για μια συνεργασία πάνω σε ισότιμη βάση για ένα κοινό στόχο καταρρίπτεται. Οι ιδέες του καθ’ ενός είναι διαφορετικές άρα και οι αποφάσεις. Με την Πηνελόπη γνωριστήκαμε δυο χρόνια πριν, όταν παρουσίαζε το δικό της βιβλίο. Μας ένωσαν πολλά κοινά, όπως η αγάπη για τα βιβλία, η αγάπη για δημιουργία αλλά και κάτι άλλο, η αγάπη για την Ελλάδα. Για μια Ελλάδα που πονά και υποφέρει, για μια Ελλάδα που μας έχει χαρίσει αμέτρητους θησαυρούς. Είναι πολύ σπουδαίο η συνεργασία να βασίζεται σε αυτή την τόσο  μικρή αλλά και μεγάλη λέξη την «αγάπη». Αγάπη για να μπορείς να συνεχίζεις. Σ’ αυτή τη λέξη στηριχτήκαμε κυρία Γκιώνη και προχωρήσαμε και θα συνεχίσουμε να προχωράμε μαζί μέχρι την ολοκλήρωση του στόχου μας.   

Ερ. 2η  ΕΛΛΑΔΑ Σ’ ΑΓΑΠΩ- ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ. Ένας τίτλος που μας γεμίζει συγκίνηση. Τι θα απολαύσουμε; Ποιο το περιεχόμενο του;   

Απ.  Το βιβλίο μας αποτελείται από είκοσι μικρές ιστορίες όπου μέσα απ’ αυτές αναδύεται η παράδοση του τόπου μας και όχι μόνο. Σε κάθε ιστορία υπάρχουν αναμνήσεις που ενώνουν το τότε με το τώρα, και μας αγκαλιάζουν. Με την Πηνελόπη ταξιδέψαμε στο παρελθόν. Βρεθήκαμε σε μέρη άγνωστα για μας και ζήσαμε μαζί με τους ήρωές μας θρύλους, παραδόσεις, συνήθειες.

Ερ. 3η  Πως αποφασίσατε να γράψετε αυτό το βιβλίο;

Απ.   Εποχές που δε γνωρίσαμε άρχισαν να κεντρίζουν το ενδιαφέρον μας, αλλά και οι φόβοι πως η πολιτιστική μας παράδοση κινδυνεύει να χαθεί μέσα στη δίνη των γεγονότων και μέσα στην αέναη ροή του χρόνου, μας οδήγησαν στη συγγραφή αυτού του λαογραφικού βιβλίου.

Ερ. 4η  Έχει φωτογραφίες το βιβλίο σας μέσα; Τι άλλο έχει;

Απ.  Σε κάθε ιστορία υπάρχει το ανάλογο φωτογραφικό υλικό. Στις τελευταίες σελίδες του υπάρχει λεξιλόγιο και ενδεικτικές διαδικτυακές πηγές για περαιτέρω μελέτη.

Ερ. 5η  Πόσος χρόνος χρειάστηκε να δουλέψετε μαζί με την Πηνελόπη;

Απ.  Η συλλογή πληροφοριών για τα διάφορα ήθη και έθιμα, για τις παραδόσεις μας για οτιδήποτε είναι αυτό που ένωσε και ενώνει τις γενιές και ύστερα οι ιστορίες που θα έπρεπε με εύστοχο τρόπο να περιλάβουν όλα αυτά που μας χαρακτηρίζουν σα λαό,   είναι αρκετά χρονοβόρα υπόθεση. Παρ’ όλα αυτά πιστεύω πως ο ένας χρόνος που χρειάστηκε για να ολοκληρώσουμε το πρώτο μας βιβλίο, μιας σειράς που θα ακολουθήσουν με γενικότερο τίτλο «ΕΛΛΑΔΑ Σ’ ΑΓΑΠΩ», δεν ήταν και τόσο μεγάλος.

Ερ. 6η  Ποια τα συναισθήματα σας κατά τη διάρκεια της συγγραφής του;

Απ.  Κυρία Γκιώνη, στην μνήμη μας υπάρχουν αμέτρητες εικόνες, διαδρομές της ζωής μας. Υπάρχουν ήχοι, που συνεχίζουν να ηχούν ακατάπαυστα. Υπάρχουν ομιλίες που ακόμα ακούμε. Γυρίζοντας λοιπόν τις σελίδες της ζωής μου, μια και το βιβλίο μας αναφέρεται στο παρελθόν, ταξίδεψα πολύ πιο μακριά, σε εποχές που μόνο είχα ακούσει. Μπλέχτηκα μαζί με τον κόσμο τους κι έζησα νοερά τη δική τους ζωή.

Ερ. 7η  Πώς νοιώθετε που τελείωσε και κυκλοφορεί;

Απ.    Πρώτα απ’ όλα ικανοποίηση, χαρά. Το «ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ» είναι ένα βιβλίο αναφοράς στο παρελθόν. Ήθη και έθιμα, ελπίδες, μνήμες ενώνονται μεταξύ τους για να γεμίσουν τις σελίδες του. Η κυκλοφορία του είναι η πραγματοποίηση ενός ονείρου.   

Ερ. 8η  Έχετε κάτι άλλο στο τυπογραφείο;

Απ.  Αυτή τη στιγμή όχι. Πιστεύω όμως πως σύντομα θα εκδοθεί το δεύτερο βιβλίο της σειράς «ΕΛΛΑΔΑ Σ’ ΑΓΑΠΩ» και το οποίο θα περικλείει ανάλογες λαογραφικές ιστορίες.

Ερ. 9η  Τι θα θέλατε να κάνετε ως δημιουργός… συγγραφέας… ζωγράφος;

Απ.  Κυρία Γκιώνη ο πρώτος μου έρωτας, όπως έχω ξαναπεί και σε άλλη συνέντευξη, ήταν η μουσική. Συγκεκριμένα το λυρικό θέατρο. Δεν μου δόθηκαν οι ανάλογες ευκαιρίες για να προχωρήσω σε μια καριέρα, όπως επιθυμούσα εγώ, κι έτσι έμεινε ένα όνειρο, στην ψυχή. Με την ζωγραφική νοιώθω πως μεταφέρω τα συναισθήματα μου αγγίζοντας με τα πινέλα μου τον καμβά. Πραγματικά θα ήταν όμορφο να κάνω μια έκθεση παρουσιάζοντας έργα ζωγραφικής και Αγιογραφίας. Όταν όμως γράφω, νοιώθω πως μπαίνω σε ένα χώρο που τον πλάθω μόνη μου. Κάθομαι στον υπολογιστή μου, στο δωμάτιο μου, αλλά δεν υπάρχει δωμάτιο. Γύρω μου υπάρχει ένα κενό που εγώ λίγο λίγο το γεμίζω και γίνεται ο χώρος μου. Γίνομαι ο ήρωας του βιβλίου μου, ο κομπάρσος, γίνομαι ο σκηνοθέτης, ο αναγνώστης. Είναι ένας τόπος όμορφος γιατί είναι δικός μου, και αυτόν τον τόπο δεν μπορεί κανείς να τον αγγίξει και να τον αλλάξει.

            Τι θέλω να κάνω; Αυτό που βγαίνει μέσα απ’ την ψυχή μου και μεταφέρεται σε τόσες λευκές σελίδες, μέχρι που γεμίζουν, για να φτάσουν να γίνουν διηγήματα ή μυθιστορήματα, θέλω να το γνωρίσει ο κόσμος. Σε κάθε μυθιστόρημα μου είναι ο καθ’ ένας μας. Είναι μυνήματα για την ζωή, τον έρωτα, την αγάπη, τον άνθρωπο.

Ερ. 10η  Είστε ευτυχισμένη, χαρούμενη;

Απ.   Σε κάποιο μου βιβλίο γράφω: “Ευτυχία; Είναι μια λέξη που δύσκολα κανείς μπορεί να εκτιμήσει την αξία της, γι’ αυτό και δεν την προφέρω εύκολα. Του ότι έχω μια σπουδαία οικογένεια. Ναι! Αυτό είναι ευτυχία”.

            Πέραν όμως από την ευτυχία που σου προσφέρει η όμορφη οικογένεια, όπως αναφέρω στο βιβλίο μου, υπάρχουν αμέτρητες στιγμές ευτυχίας και χαράς στη ζωή μας, αρκεί να θέλουμε να τις δούμε, να αφήσουμε πίσω κάθε τι που μας πονά και μας κάνει να υποφέρουμε. Να έχουμε τη δύναμη να προσπερνούμε τις κακίες του άλλου. Να βλέπουμε μόνο τις ομορφιές της ζωής. Να μπορούμε να συγχωρούμε. Και τότε ναι, θα γίνουμε ευτυχισμένοι και χαρούμενοι.

Σας ευχαριστώ πολύ κυρία Γκιώνη.

 

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Παλμός Γαλατσίου στις 29 Νοεμβρίου 2013 ημέρα Παρασκευή αρ. φύλλου 350

 

 




 

Παρασκευή 10 Μαΐου 2013



ΠΑΣΧΑΛΙΝΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ

ΤΗΣ

ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΜΑΣ

*

Οι πολυέλαιοι της εκκλησίας είχαν σβήσει. Παντού ήταν σκοτεινά. Ησυχία! Η ηρεμία της νύχτας θαρρείς πως μας συντρόφευε. Σε λίγο μέσα στο ιερό διέκρινα την πορτοκαλιά φλόγα ενός κεριού να τρεμοπαίζει, και ύστερα ακούστηκε η φωνή του ιερέα.

«Δεύτε λάβετε φως»

 Εκείνη η μικρή φλόγα έλαμψε τις λαμπάδες μας. Οι πολυέλαιοι άναψαν. Ο ναός γέμισε φως. Ήταν δώδεκα τα μεσάνυχτα.

«ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ»

Ακούστηκε ξανά η φωνή του ιερέα βροντώδης και γεμάτη κατάνυξη. Οι καμπάνες ήχησαν απ’ άκρη σε άκρη. Βεγγαλικά φώτισαν τον ουρανό. Η νύχτα έγινε μέρα. Όλοι μαζί υψώσαμε τις λαμπάδες μας και με μια φωνή φωνάξαμε.

            «Αληθώς Ανέστη».

*

Θυμάμαι τα χρόνια που πέρασαν σα σταγόνες βροχής, που λαμπιρίζουν καθώς κυλούν από τα βρεγμένα φύλλα των λουλουδιών. Χαμογελαστά χρόνια, που δεν πέρασαν στη λήθη. Στέκονται εκεί να θυμίζουν πως μπορούμε να ζούμε απλά, με συντροφιά την αγάπη. Θυμάμαι πως βοηθούσα τη μητέρα να φτιάξουμε τα κουλουράκια της Λαμπρής, να ζυμώσουμε τα τσουρέκια, την αγωνία που είχα να δω αν φούσκωσαν και να βάψουμε τα αυγά κάθε Μ. Πέμπτη. Και κάθε χρόνο μου διηγιόταν το έθιμο των κόκκινων αυγών.

«Η πρώτη που είδε», μου έλεγε «τον Χριστό που Αναστήθηκε ήταν η Μαγδαληνή, έτρεξε λοιπόν να το πει στους μαθητές Του. Στο δρόμο συνάντησε μια γυναίκα που κρατούσε ένα καλάθι με αυγά. Μόλις την είδε να τρέχει έτσι, τι ρώτησε που πάει και η Μαγδαληνή της είπε για τον Κύριο που Αναστήθηκε. Δεν το πιστεύω της αποκρίθηκε εκείνη. Αν είναι αλήθεια να γίνουν κόκκινα τα αυγά που κρατώ. Και φυσικά έγιναν».

Με αυτές τις θύμισες των χρόνων των παλιών ταξίδεψα, νοερά, σε διάφορα μέρη της πατρίδας μας κι έζησα κάποια ήθη και έθιμα του τόπου μας. Ζήστε τα κι εσείς μαζί μ’ εμένα.

 Βρέθηκα στην Πάτμο, το νησί όπου ο Άγιος Ιωάννης έγραψε την Αποκάλυψη.  Την Μ. Πέμπτη γίνεται η αναπαράσταση του Μυστικού Δείπνου και του Νιπτήρα, την δε Κυριακή του Πάσχα στο Μοναστήρι γίνεται η δεύτερη Ανάσταση όπου το Ευαγγέλιο διαβάζεται σε επτά γλώσσες και μοιράζουν κόκκινα αυγά στους πιστούς.

Όταν πήγα στη Θράκη μου έκανε εντύπωση το κάψιμο του Ιούδα. Παιδιά φτιάχνουν το ομοίωμα του και τον περιφέρουν από σπίτι σε σπίτι ζητώντας κλαδιά. Μετά την περιφορά του Επιταφίου θα κάψουν τα κλαδιά μαζί με το ομοίωμά του Ιούδα. Αλλά και στα περισσότερα χωριά της Κρήτης τα παιδιά μαζεύουν ξύλα και σχηματίζουν ένα βουνό απ’ αυτά. Τη παραμονή της Ανάστασης τοποθετούν στην κορυφή αυτού του βουνού το ομοίωμα του Ιούδα και το καίνε την ώρα που ο ιερέας λέει το «Χριστός Ανέστη». Οι καμπάνες κτυπάν συνεχώς, ενώ τα πυροτεχνήματα φωτίζουν τον ουρανό.

Την χρονιά που είχα πάει στην Καλαμάτα ενθουσιάστηκα με τον σαϊτοπόλεμο. Αυτό το έθιμο πηγάζει από τους αγώνες του 1821. Εκείνοι που διαγωνίζονται φορούν παραδοσιακές ενδυμασίες και χρησιμοποιούν χαρτονένιους σωλήνες γεμάτους μπαρούτι. Ένας άλλου τύπου… πόλεμος, είναι ο «χαλκουνοπόλεμος» στο Αγρίνιο.  Το έθιμο αυτό έχει τις ρίζες του από την εποχή της Τουρκοκρατίας. Μετά την απελευθέρωση όμως συνεχίστηκε το άναμμα των χαλκουνιών, «αυτοσχέδιες εκρηκτικές κατασκευές» υπό την μορφή πολέμου, ο λεγόμενος χαλκουνοπόλεμος, ανάμεσα σε δυο ομάδες. Στην εποχή μας το έθιμο αυτό αναβιώνει κάθε Μ. Παρασκευή όχι πλέον υπό τύπου πολέμου ώστε να κυριαρχήσει μια ομάδα, αλλά το ποιος θα παρουσιάσει το πιο ωραίο θέαμα ανάβοντας τα χαλκούνια του. Αλλά και στη Χίο, στο Βροντάδο, το έθιμο του γνωστού ρουκετοπόλεμου έχει τις ρίζες του από την Τουρκοκρατία.

Με συγκίνησε η Μ. Παρασκευή στη Σύρο, όπου οι Επιτάφιοι Ορθοδόξων και Καθολικών συναντιούνται μαζί στην κεντρική πλατεία και γίνεται δέηση όλο κατάνυξη. Στο άλλο νησί των Κυκλάδων, τη Νάξο οι κοπέλες στολίζουν τον Επιτάφιο αφού πρώτα καθαρίσουν τις εκκλησίες. Το Πασχαλινό τραπέζι είναι πολύ ξεχωριστό με το μπατούδο «κατσίκι γεμιστό». Σε ένα άλλο νησί μας, την Πάρο μεγάλο ενδιαφέρον έχει η περιφορά του επιταφίου της Μάρπησσας.  Σε κάθε στάση που γίνεται φωτίζεται και ένα σημείο του βουνού όπου παιδιά αναπαριστούν το Θείο δράμα.

Δεν μπορώ να ξεχάσω τη φορά που βρέθηκα στη Ζάκυνθο. Η Ανάσταση γίνεται με την Ανατολή του ηλίου. Ο Μητροπολίτης χτυπά τις καμπάνες και αφήνει ελεύθερα λευκά περιστέρια. Από το καμπαναριό ρίχνουν κανάτες. Αλλά και στην Κέρκυρα το Μ. Σάββατο το πρωί μετά την ακολουθία χτυπούν οι καμπάνες και οι κάτοικοι απ’ τα παράθυρα των σπιτιών τους ρίχνουν πήλινα δοχεία στους δρόμους προκαλώντας μεγάλο κρότο.

Ένα άλλο όμορφο Πασχαλινό έθιμο που θα μου μείνει αλησμόνητο είναι το βράδυ της Ανάστασης στο Λεωνίδιο. Οι κάτοικοι έχουν κατασκευάσει χάρτινα αερόστατα τους λεγόμενους αφανούς και μόλις ακουστεί το Χριστός Ανέστη, ανάβουν τις κολλημάρες και τα φωτεινά αερόστατα γεμίζουν τον ουρανό και χάνονται. Λένε πως το έθιμο το έφεραν ναυτικοί από την Ιαπωνία και την Κίνα. 

Τα έθιμα του Πάσχα είναι από τα πιο όμορφα έθιμα της πατρίδας μας. Σε κάθε γωνιά της Ελλάδας η γιορτή αυτή έχει κι ένα πολύ ξεχωριστό χαρακτήρα, και είναι μοναδικός για κάθε μέρος.

Σας εύχομαι μέσα απ’ την καρδιά μου «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ».

           

Σημείωση:

Για πληροφορίες των Πασχαλινών εθίμων χρησιμοποίησα το διαδίκτυο.





 


   Copyright © 2013     Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου
“All rights reserved "


 
Το ανωτέρω κείμενο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παλμός Γαλατσίου

Παρασκευή 3 Μαΐου 2013 αρ. φύλλου323

 

      

 



Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013


Από το βιβλίο μου «χρυσές σελίδες»

ΜΑΡΤΙΟΣ

 

Ο Μάρτιος είναι ο πρώτος μήνας της άνοιξης. Ένας μήνας που η Μαρίκα δεν ξέχασε ποτέ. Έναν Μάρτη ξεκίνησε το όνειρο της και πραγματοποιήθηκε έναν άλλο Μάρτη, ακριβώς σε ένα χρόνο. Τα λουλούδια που στόλιζαν τις χρυσές άμαξες μέσα στα παραμύθια της γιαγιάς της, στην πραγματικότητα στόλιζαν τα καλαθάκια που κρατούσε εκείνη στα κέντρα. Απ’ εκείνη ο Πρόδρομος αγόρασε ένα ολόκληρο καλάθι τριαντάφυλλα, και όλοι περίμεναν να το δωρίσει στην κοπέλα που συνόδευε, αλλά μόλις είδε τα μάτια με το ακαθόριστο χρώμα, εκείνα τα μάτια της Μαρίκας, δεν τόλμησε να γυρίσει αλλού το βλέμμα του, της το χάρισε και πήρε κι άλλο, κι άλλο και την έλουσε με τριαντάφυλλα. Εκείνη τον κοίταξε σαστισμένη και του χαμογέλασε. Ένα χαμόγελο γεμάτο αγάπη για έναν ξένο που την πρόσεξε.

            -Σκάνδαλο, φώναξαν. Τι δουλειά έχεις εσύ με ένα δουλάκι;

Δεν ήταν δουλάκι η Μαρίκα, φτωχιά ήταν.

            Η παρέα του Πρόδρομου έφυγε, η Μαρίκα έφυγε κι εκείνη πετώντας κάτω τα άδεια καλαθάκια και τα λεφτά του Πρόδρομου. Τα μάτια της κοκκίνισαν απ’ το κλάμα. Δεν κατάλαβε τι συνέβη. Δεν κατάλαβε πως εκείνος έμεινε εκεί στην καρέκλα του μόνος και την κοίταζε να τρέχει μέχρι που χάθηκε.

            Από τότε η Μαρίκα όλο τον Μάρτη γεμίζει τα ανθοδοχεία με τριαντάφυλλα. Και δεν αφήνει να μπει αυτό το λουλούδι στο σπίτι τους καμιά άλλη περίοδο.

            -Σαν παραμύθι ακούγεται αυτή η ιστορία, της είπε κάποτε η Σάσα καθώς την παρατηρούσε να κόβει από κάτω τα κοτσάνια των λουλουδιών..    

            -Είναι αληθινή.

-Την ξέρεις αυτή την κυρία που πούλαγε λουλούδια στα κέντρα;

            -Την ήξερα, κάποτε.

            -Και τώρα; Που είναι; Πέθανε;

            -Ναι Σάσα μου. Δεν υπάρχει πια.

            -Τι κρίμα θα την γνώριζα. Θα πρέπει να είχε το χρώμα των ματιών σου.

            -Ναι. Τα μάτια μας είχαν το ίδιο χρώμα απάντησε. Στάθηκε για λίγο να κοιτάζει, χάιδεψε τα μαγουλάκια της και της είπε. Ξέρεις σε τίποτε άλλο δεν μοιάζαμε, μόνο στο χρώμα των ματιών, και συνέχισε να τακτοποιεί τα αγαπημένα της λουλούδια.

            Η Σάσα άφησε την Μαρίκα με τις αναμνήσεις της και πήγε στο δωμάτιό της. Εκείνη χάιδεψε τα πέταλα τους που ήσαν όπως το βελούδο, κάθισε στην πολυθρόνα της και αναπόλησε το παρελθόν. Κοίταξε πάλι τα τριαντάφυλλα. “Τέτοιο χρώμα είχαν και τότε εκείνα. Κόκκινο”. Ψιθύρισε.



 

 

Copyright © 2010     Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου
“All rights reserved

Το ανωτέρω κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Παλμός Γαλατσίου Παρασκευή 15/3/2013

 αρ. φύλλου 316.

 

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

Ο μήνας της αποκριάς

 
 

 

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ

 

-Ο Φλεβάρης, ο μήνας της Αποκριάς.

 Έτσι έλεγε η Αγάπη, από τότε που ήταν μικρή. Το έμαθαν να το λένε και τα αδέλφια της και τώρα και τα εγγόνια. Έτρεξαν γεμάτα χαρά στην γιαγιά τους και πλημμύρισαν το σπίτι με τα γέλια τους.

-Γιαγιά τι θα ντυθούμε φέτος; ρώτησε πρώτη η Σάσα. Και με τα μεγάλα της μάτια όλο τσαχπινιά κοίταξε την Μαρίκα. Εκείνη την πήρε απ’ το χέρι και κατέβηκαν μαζί τις σκάλες του υπογείου. Εκεί σε κάποιο σεντούκι είχε φυλαγμένα διάφορα αποκριάτικα. Το άνοιξε και η Σάσα όλο περιέργεια, άρχισε να ψαχουλεύει τις διάφορες φορεσιές.

-Πω! Πω! Που τα βρήκες όλα αυτά; έκανε και χωμένη μες το μπαούλο σκάλιζε και πέταγε μια το ένα μια το άλλο απ’ τα  μασκαράτα, που με τόση επιμέλεια είχε φυλαγμένα η Μαρίκα. Καπέλα μικρά και μεγάλα, ημίψηλα, καπέλα με φτερά, μουτσούνες..., μέχρι και κομφετί. Ο Δημητράκης τις ακολούθησε και κάθισε στο τελευταίο σκαλοπάτι. Έβαλε τους αγκώνες του στα γόνατα του, στερέωσε το κεφάλι του ανάμεσα στις φούχτες του και κοίταζε την αδελφή του χαζογελώντας. Η Μαρίκα το πρόσεξε και τον πλησίασε.  

-Δημητράκη. Τι κάνεις εδώ και δεν έρχεσαι πιο κοντά να δεις κι εσύ τις φορεσιές; του είπε.

-Κοιτάζω. Πολύ απλά κοιτάζω, απάντησε. Η γιαγιά δεν επέμενε, πήγε κοντά στην εγγονή της που είχε ήδη βρει ένα φόρεμα μακρύ, που κάποτε ήταν κατάλευκο, αλλά με την πολυκαιρία είχε κιτρινίσει.

-Γιαγιά που τα βρήκες όλα αυτά; τη ρώτησε και άνοιξε τα ματάκια της όσο πιο πολύ μπορούσε.

-Είναι μυστικό, της απάντησε εκείνη χαμογελώντας.

Και βέβαια η Σάσα δεν πίστεψε, πως είναι μυστικό, κι έκανε ένα σκέρτσο σηκώνοντας τους ώμους της, σα να μη την ένοιαζε ενώ συγχρόνως έβαλε κάτω στο κρύο πάτωμα το λευκό φόρεμα και το ‘στρωσε καλά-καλά και άρχισε να το περιεργάζεται. Κοίταζε τον νταντελένιο του γιακά που τελείωνε σε μια μύτη κι έφτανε ως την μέση, προσπαθούσε να δέσει την ταφταδένια του ζώνη και όλο της λυνόταν, κούμπωνε και ξεκούμπωνε τα μικρά ταφταδένια του κουμπάκια που είχαν οι φαρδιές μανσέτες κι όταν πια είδε πως δυσκολεύεται γύρισε απότομα το κεφάλι της προς την γιαγιά της κάνοντας ένα ουφ...   

 -Κι αυτό τι είναι; ρώτησε καθώς το ξεδίπλωνε. Σα νυφικό μοιάζει.

-Α!!!..., έκανε η Μαρίκα. Το είχα ξεχάσει. Είναι το νυφικό μου.

-Μπορώ λοιπόν να το φορέσω; Να γίνω η γιαγιά νύφη;

-Μπορείς, αγάπη μου, απάντησε εκείνη όλο στοργή. Αλλά θα σου είναι μεγάλο. Λέω λοιπόν να το φορέσεις κάποια άλλη φορά.

Η Σάσα όμως δεν άντεξε. Το πήρε από κάτω και ανέβηκε τις σκάλες, αφού προηγουμένως σκούντηξε τον αδελφό της και λίγο έλειψε να τσακωθούν. Με το νυφικό να σέρνεται πάνω στα σκαλοπάτια πήγε στο δωμάτιο της και το φόρεσε. Ενώ ο Δημητράκης τώρα που δεν τον έβλεπε η Σάσα έψαξε κι αυτός και βρήκε μια φορεσιά ιππότη. Σε λίγη ώρα η αδελφή του ξανακατέβηκε τρεχάτη να το δείξει στην γιαγιά αλλά μπροστά στα γέλια που έβαλε ο Δημητράκης με το που την είδε, εκείνη μπερδεύτηκε κι έπεσε. Το κλάμα της αναστάτωσε την Αγάπη που ήταν η μόνη εκείνη την ώρα στο σπίτι και κατέβηκε στο υπόγειο να δει τι συμβαίνει. Το θέαμα που αντίκρισε πραγματικά ήταν για γέλια και για κλάματα.

Η Σάσα ντυμένη νύφη, και μάλιστα κακόγουστη νύφη, με ένα παλιομοδίτικο κιτρινισμένο φόρεμα, μ’ ένα πέπλο άχαρο να κάθεται κάτω με ανοιχτά τα πόδια της και να κλαίει. Ο Δημητράκης να κρατά ένα αποκριάτικο σπαθί και να την πειράζει, λέγοντας της πως θα της κόψει το κεφάλι, να παίρνει διάφορα καπέλα από φορεσιές και να τα πετάει στον αέρα και με το σπαθί να προσπαθεί να τα τρυπήσει και η γιαγιά κυριολεκτικά να μην ξέρει τι να κάνει και με πιο τρόπο να σταματήσει το κλάμα της Σάσας και το γέλιο του Δημητράκη. Τελικά με την παρουσία της Αγάπης όλα έληξαν. Η νύφη καμαρωτή ανέβηκε με μεγάλη προσοχή τις σκάλες και πήγε στο δωμάτιο της και ο ιππότης με το σπαθί του αποχώρησε ενώ συνέχισε να γελά.

Η Αγάπη μάζεψε τα ρούχα που ήταν πεσμένα στο πάτωμα τα δίπλωσε και τα ξανάβαλε στη θέση τους. Ύστερα κάθισε πλάι στην μητέρα της και της χαμογέλασε. Χαμογέλασε και η Μαρίκα.

-Ξέρω τι σκέφτεσαι, της είπε.

-Τι σκέφτομαι μαμά;

-Ξέρεις Αγάπη. Ζω με αυτές τις αναμνήσεις. Όλα αυτά τα αποκριάτικα ρούχα τα είχατε φορέσει εσείς και είναι πράγματι πολύ όμορφο να τα βλέπω να τα φοράνε τα μικρά. Μου θυμίζουν την εποχή των ιπποτών και για μένα εκείνη η εποχή έχει μεγάλη αξία κι ας μην την έζησα τότε. Μου θυμίζει τα παραμύθια που άκουγα μικρή και μέσα στα όνειρα μου έπλαθα την ζωή μου.

-Και το νυφικό σου μαμά; Κι αυτό αποκριάτικο είναι;

Η Μαρίκα δεν μίλησε αμέσως. Έσκυψε και κοίταξε το πάτωμα. Άφησε έναν αναστεναγμό και είπε.

-Μερικές φορές νομίζω πως ναι.

-Ω...Καλέ μαμά. Τι λες;

            -Αλήθεια λέω, είπε και χαμογέλασε. Σηκώθηκε και προχώρησε προς τις σκάλες. Η Αγάπη την κοίταζε να βαδίζει με το κεφάλι της ολόρθο και το κορμί της στητό, σα να άφηνε πίσω της όλα αυτά που εκείνη έλεγε αναμνήσεις και τώρα ήταν ο αρχηγός μιας παρέλασης

 

 «Χρυσές σελίδες».
 

 
Copyright © 2010   Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου
"All rights reserved"
 
Το ανωτέρω απόσπασμα δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Παλμός Γαλατσίου. Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2013  αρ. φύλλου 313.

 


Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2013

απόσπαμα





Εισαγωγή από το ανέκδοτο βιβλίο μου «χρυσές σελίδες».

 

31  Δεκεμβρίου.

.....


Ήταν τριάντα μία του Δεκέμβρη και ήμουν καλεσμένη σε ένα φιλικό σπίτι για να περάσω μαζί τους εκείνη την όμορφη βραδιά, που μπαίνει ο Καινούριος Χρόνος και αφήνει πίσω του όλα τα κακά πράγματα.

Έτσι μου έλεγαν όταν ήμουν μικρή, Καιτούλα ο Νέος Χρόνος παίρνει μαζί του μόνο ότι καλό υπάρχει, τα κακά μένουν πίσω. Αυτό να το θυμάσαι.

 Αυτή την βραδιά την αγαπούσα ιδιαίτερα. Θέλεις γιατί πίστευα σε αυτό το όμορφο πράγμα της ζωής μας, δηλαδή...το ότι ξεκινάει η Χρονιά μόνο με όμορφα πράγματα; Θέλεις γιατί έπαιρνα δώρα και η ανυπομονησία μου να τ’ ανοίξω στις δώδεκα ακριβώς τα μεσάνυχτα ήταν τόσο γλυκιά, που θαρρείς πως δεν ήθελα να φτάσει αυτή η στιγμή, γιατί ήξερα πως γρήγορα θα χαθεί, αφού πια θα τα έχω στα χέρια μου ανοιχτά; Τι περίεργο! Θέλεις πάλι γιατί μάζευα εδώ και πολύ καιρό λιγα λίγα τα λεφτά, απ’ το χαρτζιλίκι μου για να προσφέρω κι εγώ δώρα, στην μαμά, στον μπαμπά, στον αδελφό μου; Θέλεις γιατί είχα αγωνία καθώς περίμενα να δω σε ποιόν θα πέσει το φλουρί; Πολλά μαζί ήταν μέσα μου μπερδεμένα και όλα μαζί σαν να αποτελούσαν ένα μείγμα από πολύτιμες πέτρες και χρυσάφι. Κι αυτό το μείγμα το κράτησα για πάντα φυλαγμένο στην ψυχή μου.

 

Εκείνη την βραδιά λοιπόν - Την Καλή Βραδιά - που με κάλεσαν οι φίλοι μου, στην αρχή δεν πολύ ήθελα να πάω, παρ’ όλη την αγάπη που έχω για αυτή την συγκεκριμένη μέρα. Μερικές φορές υπάρχουν κάποια γεγονότα που μας χαλάν το κέφι κι εγώ είμαι της γνώμης πως δεν πρέπει να μεταφέρουμε στους άλλους τίποτε δυσάρεστο, ειδικά αυτή την μέρα που ο Καινούριος Χρόνος αφήνει πίσω του τα κακά, όμως η επιμονή τους υπερίσχυσε της δικής μου ανορεξίας κι έτσι με μια σαμπάνια και μια γλάστρα αλεξανδρινό, κι από ό, τι έμαθα μετά ονομάζεται και άστρο των Χριστουγέννων, κατέφθασα στο σπίτι τους.

Έξω είχε πολύ κρύο. Έριχνε χιονόνερο. Μέσα όμως ήταν πολύ ζεστά. Το αναμμένο τζάκι σκορπούσε μια γλυκιά θαλπωρή που πραγματικά σε τύλιγε κι εσύ δεν είχες παρά να αφήσεις τις σκέψεις σου ελεύθερες να δράσουν και να πιστέψεις πως αυτή η ζεστασιά είναι το πιο απαλό χάδι. Όλα ήσαν γιορτινά και η ατμόσφαιρα ιδιαίτερα όμορφη. Ένα θεόρατο δένδρο, με αμέτρητα στολίδια και φωτάκια, με ασημένιες και χρυσαφί τρέσες, ήταν στημένο μπρος στην μπαλκονόπορτα και φαινόταν ακόμα και από τον κήπο. Στις πόρτες υπήρχαν κολλημένες Χριστουγεννιάτικες κάρτες που απεικόνιζαν, άλλες την Γέννηση του Θεανθρώπου κι άλλες καμπάνες κι έλατα ή χιονισμένα τοπία και τον Άι-Βασίλη να είναι πάνω στο έλκηθρο που το σέρνουν ελάφια και να κρατά το τσουβάλι με τα δώρα. Άσε τα μεζεδάκια, η γαλοπούλα, τα ατέλειωτα γλυκά και τέλος πάντων όλα τα εδέσματα το ένα καλλίτερο απ’ το άλλο. Αλλά και οι καλεσμένοι τους, εδώ που τα λέμε ήταν θαυμάσιοι άνθρωποι κι αυτοί ο ένας καλλίτερος απ’ τον άλλον. Και δεν εννοώ από μόρφωση. Αυτό δεν με ενδιέφερε ποτέ για να βαθμολογήσω κάποιον με καλό βαθμό ή κακό. Οι χαρακτήρες μετρούν στην ζωή. Αυτό πάντα πίστευα και συνεχίζω να το πιστεύω και τώρα.    

Λοιπόν, αφού με σύστησαν σε αυτούς τους θαυμάσιους ανθρώπους και πραγματικά ένοιωσα σαν να τους γνώριζα χρόνια, αφού κι εκείνοι μου έδειξαν πως ένοιωσαν το ίδιο για μένα, καθίσαμε στο τραπέζι. Πέρασε η ώρα τρώγοντας και κάνοντας διάφορα αστεία. Οτιδήποτε δυσάρεστο είχε μείνει πίσω. Σε λίγο χτύπησε μεσάνυχτα και ο καινούριος χρόνος έμπαινε με φωνές και γέλια. Ήταν μια από τις πιο όμορφες Πρωτοχρονιές της ζωής μου, φυσικά, μετά απ’ αυτές που πέρασα όταν ήμουν μικρή, κι ας μη μου έπεσε το φλουρί, κι ας το κέρδισε κάποιος άλλος, κι ας μην είχα κάποιο δώρο να ανοίξω. Μετά από λίγο αποφάσισα να φύγω, αλλά δεν με άφησαν. Τώρα θα παίξουμε χαρτάκι για το καλό του χρόνου, μου είπαν. Μα εγώ δεν ξέρω, απάντησα, θα σας χαλάσω το παιχνίδι. Δεν μας χαλάς κανένα παιχνίδι, είπαν όλοι μαζί, λες και ήταν συνεννοημένοι. Κατάλαβα πως είχα άδικο κι έτσι έμεινα μαζί τους. Παίξαμε τριάντα μία, αφού προηγουμένως προθυμοποιήθηκε κάποιος απ’ την παρέα να μου μάθει. Μπράβο, μου είπε, μαθαίνεις εύκολα. Ε...δεν είναι δα και τίποτε σπουδαίο, απάντησα χαμογελώντας, και αμέσως μου ήρθε μια περίεργη επιθυμία να μου δείξει κάτι πιο δύσκολο και πιο σπουδαίο. Όπως πόκα ή... πόκερ, και του το είπα. Ίσως κάποτε σου δείξω, μου αποκρίθηκε, αφού μάθω πρώτα εγώ. Μας πήραν τα γέλια και τους δυο μας.

Ο ατζαμής είναι αυτός που κερδίζει, έτσι λένε, κι ως φαίνεται έτσι γίνεται. Γιατί κι εγώ ως ατζαμού κέρδιζα. Κάποια στιγμή σηκώθηκα να φύγω, αλλά δεν με άφησαν. Δεν φεύγουν άμα κερδίζουν, μου είπαν. Και τι δηλαδή; Πρέπει να χάσω; Όχι βέβαια, δεν είναι απαραίτητο, μου εξήγησε εκείνος που μου έμαθε να παίζω τριάντα μία. Κι έτσι βάλαμε κάποιο χρονικό όριο. Κυριολεκτικά τους μάδησα όλους. Τελικά σε άλλον έπεσε το φλουρί και άλλος ήταν ο τυχερός της χρονιάς, είπε κάποιος και με κέρασε κρασί. Όποιος κερδίζει στα χαρτιά χάνει στην αγάπη, άκουσα την φίλη μου, και μου έκλεισε το μάτι, της χαμογέλασα. Τώρα μπορώ να φύγω. Έτσι δεν είναι; ρώτησα και προχώρησα προς το χολ, και ζήτησα το παλτό μου. Δεν πρόκειται να σε αφήσουμε να φύγεις, είπε ο δάσκαλος μου. Έτσι τον αποκαλούσαν από την ώρα που μου έμαθε τριάντα μία. Γιατί καλέ; Το παιχνίδι τέλειωσε. Θα βγει πατσάς...ακούστηκε μια φωνή απ’ την κουζίνα. Α...έκαναν όλοι κι εγώ μαζί. Γιατί μπροστά στον πατσά δεν υπήρχε καμιά αντίρρηση. Υποκλινόμαστε...φώναξαν.

            Οι ώρες κύλησαν όμορφα με διάφορα ανέκδοτα και τραγούδια. Τώρα πια έπρεπε να φύγω, αν και κανείς δεν σηκωνόταν. Νομίζω πως είναι ώρα, είπα. Αλλά για μια ακόμα φορά δεν με άφησαν και παρ’ όλο που επέμενα κάθισα κι άλλο μαζί τους κι άκουσα τις ιστορίες τους. Ο καθ’ ένας, η κάθε μια κι εγώ μαζί, διηγηθήκαμε κάτι απ’ την ζωή μας, το πιο όμορφο κομμάτι της. Όταν πια το διαλύσαμε είχε ξημερώσει.

Ήταν Πρώτη του Γενάρη.

Γύρισα στο σπίτι μου με ένα μεγάλο πιστεύω και με μια απερίγραπτη λαχτάρα. Να κερδίσω το χρόνο που έχασα απ’ την ζωή μου.

 




 
Copyright © 2011     Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου
“All rights reserved 


 

Το ανωτέρω κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Παλμός Γαλατσίου στις 28 Δεκεμβρίου 2012 ημέρα Παρασκευή αρ. φύλλου 305.

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

 
 
  
 
 
 
 
Πήγα στα δάση γιατί ήθελα να ζήσω λεύτερος, γιατί ήθελα να αντικρίζω μόνο την ουσία της ζωής. Καί ήθελα να δοκιμάσω, αν μπορώ να μάθω εκείνο, που είχα χρέος να διδάξω. Καί τότε έννοιωσα πως, ενώ πήγα για να πεθάνω κοντά τους δεν είχα ακόμα ζήσει.  

                                                                                                           Χ. ΤΟΡΩ