Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2013

απόσπαμα





Εισαγωγή από το ανέκδοτο βιβλίο μου «χρυσές σελίδες».

 

31  Δεκεμβρίου.

.....


Ήταν τριάντα μία του Δεκέμβρη και ήμουν καλεσμένη σε ένα φιλικό σπίτι για να περάσω μαζί τους εκείνη την όμορφη βραδιά, που μπαίνει ο Καινούριος Χρόνος και αφήνει πίσω του όλα τα κακά πράγματα.

Έτσι μου έλεγαν όταν ήμουν μικρή, Καιτούλα ο Νέος Χρόνος παίρνει μαζί του μόνο ότι καλό υπάρχει, τα κακά μένουν πίσω. Αυτό να το θυμάσαι.

 Αυτή την βραδιά την αγαπούσα ιδιαίτερα. Θέλεις γιατί πίστευα σε αυτό το όμορφο πράγμα της ζωής μας, δηλαδή...το ότι ξεκινάει η Χρονιά μόνο με όμορφα πράγματα; Θέλεις γιατί έπαιρνα δώρα και η ανυπομονησία μου να τ’ ανοίξω στις δώδεκα ακριβώς τα μεσάνυχτα ήταν τόσο γλυκιά, που θαρρείς πως δεν ήθελα να φτάσει αυτή η στιγμή, γιατί ήξερα πως γρήγορα θα χαθεί, αφού πια θα τα έχω στα χέρια μου ανοιχτά; Τι περίεργο! Θέλεις πάλι γιατί μάζευα εδώ και πολύ καιρό λιγα λίγα τα λεφτά, απ’ το χαρτζιλίκι μου για να προσφέρω κι εγώ δώρα, στην μαμά, στον μπαμπά, στον αδελφό μου; Θέλεις γιατί είχα αγωνία καθώς περίμενα να δω σε ποιόν θα πέσει το φλουρί; Πολλά μαζί ήταν μέσα μου μπερδεμένα και όλα μαζί σαν να αποτελούσαν ένα μείγμα από πολύτιμες πέτρες και χρυσάφι. Κι αυτό το μείγμα το κράτησα για πάντα φυλαγμένο στην ψυχή μου.

 

Εκείνη την βραδιά λοιπόν - Την Καλή Βραδιά - που με κάλεσαν οι φίλοι μου, στην αρχή δεν πολύ ήθελα να πάω, παρ’ όλη την αγάπη που έχω για αυτή την συγκεκριμένη μέρα. Μερικές φορές υπάρχουν κάποια γεγονότα που μας χαλάν το κέφι κι εγώ είμαι της γνώμης πως δεν πρέπει να μεταφέρουμε στους άλλους τίποτε δυσάρεστο, ειδικά αυτή την μέρα που ο Καινούριος Χρόνος αφήνει πίσω του τα κακά, όμως η επιμονή τους υπερίσχυσε της δικής μου ανορεξίας κι έτσι με μια σαμπάνια και μια γλάστρα αλεξανδρινό, κι από ό, τι έμαθα μετά ονομάζεται και άστρο των Χριστουγέννων, κατέφθασα στο σπίτι τους.

Έξω είχε πολύ κρύο. Έριχνε χιονόνερο. Μέσα όμως ήταν πολύ ζεστά. Το αναμμένο τζάκι σκορπούσε μια γλυκιά θαλπωρή που πραγματικά σε τύλιγε κι εσύ δεν είχες παρά να αφήσεις τις σκέψεις σου ελεύθερες να δράσουν και να πιστέψεις πως αυτή η ζεστασιά είναι το πιο απαλό χάδι. Όλα ήσαν γιορτινά και η ατμόσφαιρα ιδιαίτερα όμορφη. Ένα θεόρατο δένδρο, με αμέτρητα στολίδια και φωτάκια, με ασημένιες και χρυσαφί τρέσες, ήταν στημένο μπρος στην μπαλκονόπορτα και φαινόταν ακόμα και από τον κήπο. Στις πόρτες υπήρχαν κολλημένες Χριστουγεννιάτικες κάρτες που απεικόνιζαν, άλλες την Γέννηση του Θεανθρώπου κι άλλες καμπάνες κι έλατα ή χιονισμένα τοπία και τον Άι-Βασίλη να είναι πάνω στο έλκηθρο που το σέρνουν ελάφια και να κρατά το τσουβάλι με τα δώρα. Άσε τα μεζεδάκια, η γαλοπούλα, τα ατέλειωτα γλυκά και τέλος πάντων όλα τα εδέσματα το ένα καλλίτερο απ’ το άλλο. Αλλά και οι καλεσμένοι τους, εδώ που τα λέμε ήταν θαυμάσιοι άνθρωποι κι αυτοί ο ένας καλλίτερος απ’ τον άλλον. Και δεν εννοώ από μόρφωση. Αυτό δεν με ενδιέφερε ποτέ για να βαθμολογήσω κάποιον με καλό βαθμό ή κακό. Οι χαρακτήρες μετρούν στην ζωή. Αυτό πάντα πίστευα και συνεχίζω να το πιστεύω και τώρα.    

Λοιπόν, αφού με σύστησαν σε αυτούς τους θαυμάσιους ανθρώπους και πραγματικά ένοιωσα σαν να τους γνώριζα χρόνια, αφού κι εκείνοι μου έδειξαν πως ένοιωσαν το ίδιο για μένα, καθίσαμε στο τραπέζι. Πέρασε η ώρα τρώγοντας και κάνοντας διάφορα αστεία. Οτιδήποτε δυσάρεστο είχε μείνει πίσω. Σε λίγο χτύπησε μεσάνυχτα και ο καινούριος χρόνος έμπαινε με φωνές και γέλια. Ήταν μια από τις πιο όμορφες Πρωτοχρονιές της ζωής μου, φυσικά, μετά απ’ αυτές που πέρασα όταν ήμουν μικρή, κι ας μη μου έπεσε το φλουρί, κι ας το κέρδισε κάποιος άλλος, κι ας μην είχα κάποιο δώρο να ανοίξω. Μετά από λίγο αποφάσισα να φύγω, αλλά δεν με άφησαν. Τώρα θα παίξουμε χαρτάκι για το καλό του χρόνου, μου είπαν. Μα εγώ δεν ξέρω, απάντησα, θα σας χαλάσω το παιχνίδι. Δεν μας χαλάς κανένα παιχνίδι, είπαν όλοι μαζί, λες και ήταν συνεννοημένοι. Κατάλαβα πως είχα άδικο κι έτσι έμεινα μαζί τους. Παίξαμε τριάντα μία, αφού προηγουμένως προθυμοποιήθηκε κάποιος απ’ την παρέα να μου μάθει. Μπράβο, μου είπε, μαθαίνεις εύκολα. Ε...δεν είναι δα και τίποτε σπουδαίο, απάντησα χαμογελώντας, και αμέσως μου ήρθε μια περίεργη επιθυμία να μου δείξει κάτι πιο δύσκολο και πιο σπουδαίο. Όπως πόκα ή... πόκερ, και του το είπα. Ίσως κάποτε σου δείξω, μου αποκρίθηκε, αφού μάθω πρώτα εγώ. Μας πήραν τα γέλια και τους δυο μας.

Ο ατζαμής είναι αυτός που κερδίζει, έτσι λένε, κι ως φαίνεται έτσι γίνεται. Γιατί κι εγώ ως ατζαμού κέρδιζα. Κάποια στιγμή σηκώθηκα να φύγω, αλλά δεν με άφησαν. Δεν φεύγουν άμα κερδίζουν, μου είπαν. Και τι δηλαδή; Πρέπει να χάσω; Όχι βέβαια, δεν είναι απαραίτητο, μου εξήγησε εκείνος που μου έμαθε να παίζω τριάντα μία. Κι έτσι βάλαμε κάποιο χρονικό όριο. Κυριολεκτικά τους μάδησα όλους. Τελικά σε άλλον έπεσε το φλουρί και άλλος ήταν ο τυχερός της χρονιάς, είπε κάποιος και με κέρασε κρασί. Όποιος κερδίζει στα χαρτιά χάνει στην αγάπη, άκουσα την φίλη μου, και μου έκλεισε το μάτι, της χαμογέλασα. Τώρα μπορώ να φύγω. Έτσι δεν είναι; ρώτησα και προχώρησα προς το χολ, και ζήτησα το παλτό μου. Δεν πρόκειται να σε αφήσουμε να φύγεις, είπε ο δάσκαλος μου. Έτσι τον αποκαλούσαν από την ώρα που μου έμαθε τριάντα μία. Γιατί καλέ; Το παιχνίδι τέλειωσε. Θα βγει πατσάς...ακούστηκε μια φωνή απ’ την κουζίνα. Α...έκαναν όλοι κι εγώ μαζί. Γιατί μπροστά στον πατσά δεν υπήρχε καμιά αντίρρηση. Υποκλινόμαστε...φώναξαν.

            Οι ώρες κύλησαν όμορφα με διάφορα ανέκδοτα και τραγούδια. Τώρα πια έπρεπε να φύγω, αν και κανείς δεν σηκωνόταν. Νομίζω πως είναι ώρα, είπα. Αλλά για μια ακόμα φορά δεν με άφησαν και παρ’ όλο που επέμενα κάθισα κι άλλο μαζί τους κι άκουσα τις ιστορίες τους. Ο καθ’ ένας, η κάθε μια κι εγώ μαζί, διηγηθήκαμε κάτι απ’ την ζωή μας, το πιο όμορφο κομμάτι της. Όταν πια το διαλύσαμε είχε ξημερώσει.

Ήταν Πρώτη του Γενάρη.

Γύρισα στο σπίτι μου με ένα μεγάλο πιστεύω και με μια απερίγραπτη λαχτάρα. Να κερδίσω το χρόνο που έχασα απ’ την ζωή μου.

 




 
Copyright © 2011     Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου
“All rights reserved 


 

Το ανωτέρω κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Παλμός Γαλατσίου στις 28 Δεκεμβρίου 2012 ημέρα Παρασκευή αρ. φύλλου 305.

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

 
 
  
 
 
 
 
Πήγα στα δάση γιατί ήθελα να ζήσω λεύτερος, γιατί ήθελα να αντικρίζω μόνο την ουσία της ζωής. Καί ήθελα να δοκιμάσω, αν μπορώ να μάθω εκείνο, που είχα χρέος να διδάξω. Καί τότε έννοιωσα πως, ενώ πήγα για να πεθάνω κοντά τους δεν είχα ακόμα ζήσει.  

                                                                                                           Χ. ΤΟΡΩ


 

Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2012

ποίηση



 
 
Ήταν το ποίημα "ΨΥΧΗ" από την ποιητική μου συλλογή "Το γυάλινο δωμάτιο".
 


 
 
Copyright © 2012    Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου
“All rights reserved”


 
 
 

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012

παροιμια

 
 
"Όταν βγάλουμε τη μάσκα από τη μοναξιά, βλέπουμε πως αυτή είναι περηφάνεια".
                                                          ΠΑΡΟΙΜΙΑ.
 
 
 
 

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012

διήγηση



Ο ΒΡΑΧΟΣ

«Το ταβερνάκι»

 

Βράχο το ονόμασε ο καπετάν Νικολής το ταβερνάκι του, και είχε δίκιο. Κτισμένο πάνω σ’ ένα ύψωμα το χειμώνα το έδερναν οι αγέρηδες, η θάλασσα φουρτουνιασμένη κτύπαγε με τον αφρό της τον βράχο που βρισκόταν κάτω απ’ τα μικρά του παράθυρα, ενώ όταν ήταν ήσυχη, τον ίδιο βράχο τον χάιδευε και τον γυάλιζε με τα νερά της. Όσο για τον καπετάν Νικολή, καπετάνιος με τα όλα του. Κανονικός καπετάνιος, και όχι με λόγια. Την στολή του την είχε κρεμασμένη μες στο μαγαζί του, αφού δεν μπορούσε να την φορέσει πια. «Τι να φορέσω» έλεγε. «Καλλίτερα να την βλέπω. Με ένα χέρι κι ένα πόδι τέτοιες στολές δεν φοριούνται».  

 

«Άντε φτάνει πια. Δεν πάτε για ύπνο. Κοντεύει να ξημερώσει. Θέλω να κλείσω το μαγαζί, να πάω στο τσαρδί μου, στην κυρά μου».

«Κυρά είναι η θάλασσα καπετάν Νικολή».

«Άντε, άντε σας λέω».

«Κάτσε μια στάλα ακόμη. Κοίτα την! Κοίτα την πως τριγυρνάει, σαν τρελή μάγισσα. Μωρέ εμένα η θάλασσα μου ‘κλεψε την καρδιά, κι εσύ μου λες για κυράδες. Αυτή είναι κυρά. Δες την πως κάνει; Και ύστερα γαληνεύει, σε τρελαίνει μωρέ. Κάτσε ρε καπετάν Νικολή. Κάτσε κι άλλο να την δούμε, αφού δεν μπορούμε να την πλησιάσουμε πια».

«Καλά σου λέει. Έχεις δίκιο μπάρμπα Φώτη. Κι εγώ την αγαπώ, αλλά τώρα πια… , μεγάλωσα. Εκείνη έγινε αφορμή κι έμεινα μοναχός μου, δεν με νοιάζει όμως, εγώ την αγαπώ».

«Τι λέτε του λόγου σας; Τι αγαπάτε και ξαγαπάτε;»

«Βρε, βρε, βρε. Καλώς τον ιππότη».

    Ο ιππότης, έτσι όλοι τον φώναζαν, το κανονικό του όνομα κόντευε να το ξεχάσει και ο ίδιος. Ο ιππότης λοιπόν ερχόταν στο ταβερνείο του καπετάν Νικολή πάντα τέτοιες ώρες, πρωινές. Και όλοι τον περίμεναν γιατί με αυτόν ξέχναγαν τις φουρτούνες τους, ξέχναγαν τα παράπονα τους, τα βάσανα και τους καημούς. Μέχρι και ο καπετάνιος έβαζε και ξανάβαζε στα ποτήρια βαρελίσιο κρασί και δεν τους έλεγε πια, άντε θέλω να κλείσω. Όοοχι! Τότε δεν ήθελε. Η αλήθεια είναι πως ο καπετάν Νικολής παρέα με τον ιππότη δεν ξέχναγε, αλλά θυμόταν μόνο τις ομορφιές της θάλασσας. Θυμόταν τις ακρογιαλιές, εκείνες τις όμορφες γυμνόστηθες γυναίκες. Οι πίκρες που μπορεί να άφηνε η θάλασσα γίνονταν χάντρινο κομπολόι που είχε σπάσει και οι χάντρες του χύθηκαν και χάθηκαν. Οι θύελλες, τα μαύρα σύννεφα που κάλυπταν τον ουρανό, τα ψηλά κύματα που έμοιαζαν να ρουφάν τις ελπίδες έσβηναν απ’ τις θύμισες κι έρχονταν οι λαμπερές εκείνες μέρες που το πλοίο τους γλιστρούσε πάνω σε γαλάζια νερά να συναντήσει τον ήλιο, ώσπου τα μάτια του καρφώνονταν στην κρεμασμένη στολή και τότε θυμόταν πάλι. Εκείνη η νύχτα η πιο τραγική νύχτα, όταν το πλοίο τους κτύπησε πάνω στον μαύρο βράχο αφήνοντας ένα βογγητό, σα να ‘βγαινε απ’ τα σωθικά κάποιου άγριου ζώου όλος ο πόνος της γης, κι εκείνος μόνος, χωρίς σωτηρία να κοιτά τον ουρανό, τους κεραυνούς και την βροχή που αλύπητα τον κτύπαγε και τον έσπρωχνε στην σκοτεινή άβυσσο. Δεν θα συναντούσε πια το φως. Ο ήλιος θα έσβηνε για πάντα….

«Εεεε....! Καπετάν Νικολή. Βάλε λίγο ακόμα», τον κτύπησε στην πλάτη ο ιππότης. «Και πες μας την πιο τρελή σου ιστορία».

Ο καπετάνιος ξαναβρέθηκε στο τώρα, οι σκέψεις έφυγαν απ’ το μυαλό του. Τα δακρυσμένα του μάτια στέγνωσαν. Σηκώθηκε και πήγε προς τα βαρέλια. Σε λίγο ήρθε με μια κανάτα κρασί. Πλησίασε το παράθυρο. Όλοι τον κοίταζαν και περίμεναν. Το ‘ξεραν πως οι διηγήσεις του δεν είχαν ταίρι.

«Κάποτε», είπε χαμογελώντας και ήπιε μια γουλιά κρασί αγναντεύοντας τη θάλασσα.  «Στο πρώτο μου μπάρκο ακούτε τι έγινε. ………..»

 

Είχε πια ξημερώσει. Ο ήλιος φάνηκε στην άκρη του ουρανού. Οι πρώτες του ακτίνες χύθηκαν πάνω στην θάλασσα κι εκείνη διάφανη τον καλωσόρισε. Κάποια πουλιά πέταξαν, ένα τραγούδι ακούστηκε απ’ το μικρό ταβερνάκι του καπετάν Νικολή. Η μέρα ξεκίνησε.



 
 

Copyright © 2012     Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου

“All rights reserved”


Το ανωτέρω κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Παλμός Γαλατσίου στις 26 Οκτωβρίου 2012. Αρ. φύλλου 296.                   

 

 

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012

οι εικόνες μου





Οι εικόνες είναι αντιγραφές, φιλοτεχνημένες από Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου. (Αυγοτέμπερα σε προετοιμασμένο ξύλο)

   


Ο Άγιος Παντελεήμων
                    


























Η Βάπτιση