Κυριακή 13 Μαρτίου 2016
Δευτέρα 7 Μαρτίου 2016
Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2016
βιβλίο
ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ
___
“Πολλές φορές καθώς ακούω
τη σιωπή μέσα στη νύχτα, γυρίζω πίσω, στα παιδικά μου χρόνια. Με βλέπω να
ακουμπώ την μύτη μου στο τζάμι του παραθύρου να δω το λεπτό χιόνι που έπεφτε
και στριφογύριζε γύρω απ’ τους κορμούς των δέντρων. Το χνότο μου θόλωνε το τζάμι
μέχρι που δεν έβλεπα τίποτε πια, εκτός από μια ομίχλη, τότε… επέστρεφα στην
αγκαλιά της γιαγιάς μου, για να ακούσω τις ιστορίες της, ιστορίες μιας πιο
παλιάς εποχής, νανουρίσματα, παραμύθια, θρύλοι,
πανηγύρια στο χωριό των παππούδων, παροιμίες που δε χάθηκαν.
Ταξιδεύω πίσω σε μια μακρινή εποχή που σβήνει.
Ζω την ζωή των ηρώων μου, γεγονότα που κράτησαν βαθιά ριζωμένες συνήθειες,
κομμάτια ζωής και θυμάμαι…………..”
____
Το βιβλίο «Συνάντηση με
το παρελθόν» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Όστρια.
Eίναι
ένα μακρύ ταξίδι στο χθες, όπου μέσα από τις ιστορίες του -καθώς
διαδραματίζονται γεγονότα- αναδύονται παραδόσεις, συνήθειες, επαγγέλματα που
χάθηκαν κάτω από κάθε τι καινούριο που τα σκέπασε και φυσικά, αποκλειστικά
αυθεντικές παραδοσιακές συνταγές.
____________
Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2016
βράβευση
6ος ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ Ε.Π.Ο.Κ
ΒΡΑΒΕΥΣΗ ΤΟΥ ΠΙΝΑΚΑ ΜΟΥ "ΈΚΣΤΑΣΗ" ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑΣ "Η ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ.
Η Βράβευση πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.
10 Ιανουαρίου 2016.
Πίνακας "Έκσταση" Λάδι σε καμβά (50Χ70 εκ.)
Χρησιμοποιήθηκε για εξώφυλλο του βιβλίου μου
"Η άλλη πλευρά του Παραδείσου" Εκδόσεις Θέσις 2008
|
Αγιογραφία: Αντιγραφή "Η Αποκαθήλωση"
Αυγοτέμπερα σε προετοιμασμένο ξύλο (30Χ40 εκ.)
|
Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2016
Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2015
πεταμένη σελίδα
ΠΕΤΑΜΕΝΗ
ΣΕΛΙΔΑ
Άφησε τα χέρια μου που κρατούσε
μέσα στις φούχτες του και χάθηκε ανάμεσα στο πλήθος. Γύρισα στο σπίτι και
στάθηκα στην μπαλκονόπορτα να κοιτάζω το δρόμο.
Σκοτείνιασε. Τα σύννεφα μαύρα έμοιαζαν πως
θα αγγίξουν τη γη. Βγήκα στο μπαλκόνι, ένας κρύος αέρας ανάδευσε τα μαλλιά μου
και πήρε μαζί του σκουπίδια, σκόνη, πεθαμένα φύλλα. Τα ‘συρε πάνω στους χωματένιους δρόμους, στα πεζοδρόμια,
κι εκείνα έμοιαζαν πως κατρακυλούσαν σε ατέλειωτα σκαλοπάτια που χάνονταν στο
σκοτάδι της αβύσσου. Έμεινα πολύ ώρα να ακούω το σούρσουμο τους και να βλέπω το
κυνηγητό μεταξύ τους μέχρι που άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες στάλες βροχής.
Έμοιαζαν πως χόρευαν καθώς τριγύριζαν γύρω γύρω μέχρι να πέσουν στη γη.
Το ξέρω. Δεν υπάρχει
γιατί. Έτσι είναι, απλά έτσι είναι. Μακάρι να είχα τη δύναμη να άλλαζα τη ροή
της ζωής, τότε όλα τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Ποτέ δεν κατάλαβα αν η
πορεία που ακολουθούμε είναι γραμμένη στον ουρανό, όπως λέει ο λαός, ή αν εμείς
την καθορίζουμε δίνοντας μια απάντηση, μια πολύ απλή απάντηση. Ένα ναι ή ένα όχι.
Συναντηθήκαμε εκείνο το
μουντό απόγευμα του φθινοπώρου. Νόμιζα πως με είχε ξεχάσει. Κάποια στιγμή
πίστεψα πως η μορφή μου πέρασε πολύ απότομα και γρήγορα το μονοπάτι της λήθης.
Έκανα λάθος. Τίποτε δεν είχε ξεχαστεί. Άνοιξε τα χέρια του και με κράτησε στην
αγκαλιά του, όπως τότε που είμασταν παιδιά και φοβόμουν τη βροχή. Τώρα έχω
μεγαλώσει, και δε φοβάμαι τίποτε πιά. Δεν υπάρχει εξ’ άλλου τίποτε, για να
φοβηθώ. Ξέρω πως και οι δυο υπήρξαμε αιχμάλωτοι μιας αγάπης που δεν βγήκε πιο
έξω ποτέ παρά, κούρνιασε μέσα στην ψυχή μας. Ίσως επειδή είμασταν τότε παιδιά,
να μην μπορούσαμε να εκφράσουμε αυτή την αγάπη. ‘Ίσως να μην ξέραμε αν είναι
αγάπη και το ανακαλύψαμε τώρα, μετά από μια ζωή που χάραξε τους δρόμους
μας. Και τώρα, στο τέλος αυτής της διαδρομής βλέπω τον εαυτόν
μου να προχωρά σ’ ένα λιβάδι. Ανασαίνω τον καθαρό αέρα. Ο ήλιος λάμπει κι εγώ
προχωρώ ώσπου βραδιάζει και περιμένω…
…Από τότε που χάθηκε μέσα
στο πλήθος, εγώ περιμένω και θα περιμένω ως το τέλος, το τέλος ζωής, όταν η
αφρισμένη θάλασσα πάρει μαζί της και το τελευταίο κομμάτι ανάμνησης και
παρασύρει στα βάθη της τις ελπίδες.
Copyright © Καίτη
Λιανού-Ιωαννίδου 2015
Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2015
βράβευση
Μάνα στους δύσκολους καιρούς απανεμιά....
Μάνα.
Μονάκριβη μου κόρη με είπες
και η φωνή σου ακούστηκε γλυκιά,
σαν μελωδία που ήρθε απ’ τα ουράνια
να μ’ αγκαλιάσει,
να γεμίσει την ψυχή μου φως.
Μάνα.
Με κράτησες σφικτά
και με οδήγησες στ’ απανεμιάς την αύρα.
Οι πέτρες και τ’ αγκάθια δεν πονέσαν.
Δεν μάτωσαν τα πόδια μου ποτέ.
Μάνα.
Σε είδα ανάμεσα στα χρώματα του ονείρου,
μορφή γεμάτη αγάπη
να στάζει
μες στης ψυχής τα μονοπάτια,
και κούρνιασα σα λαβωμένο πουλί
στη δική σου αγκάλη
Μάνα.
Πάλι εσένα θα φωνάξω
να ‘ρθείς σιμά.
Να βοηθήσεις το δρόμο να περάσω
Ξέρω που θα σε ΄βρω.
Εκεί που οι αγγέλοι το σπιτικό τους έχουν
κτίσει.
Κι εσύ μαζί τους κατοικείς
Μάνα.
Κάνε παράκληση για με
από εκεί που είσαι.
Όταν εκείνη, την ύστατη στιγμή
το πνεύμα μου το σώμα θα εγκαταλείπει,
το χέρι σου αν γίνεται ν’ αγγίξω.
Κουράγιο να μου δώσεις να περάσω
μέσα απ’ τις Πύλες της ζωής και του
θανάτου.
____________
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)














