Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2015

πεταμένη σελίδα

 
 
 
 
 
 
ΠΕΤΑΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ
 «Έφυγες» μου είπε. «Κι αυτό δεν μπόρεσα να το συγχωρήσω ποτέ στον εαυτόν μου. Εγώ φταίω γιατί δεν προσπάθησα. Και πέρασαν χρόνια, χωρίς απάντηση. Τώρα τι νόημα μπορεί να έχει μια ζωή που έφτασε στο τέλος της;»
Άφησε τα χέρια μου που κρατούσε μέσα στις φούχτες του και χάθηκε ανάμεσα στο πλήθος. Γύρισα στο σπίτι και στάθηκα στην μπαλκονόπορτα να κοιτάζω το δρόμο.
Σκοτείνιασε. Τα σύννεφα μαύρα έμοιαζαν πως θα αγγίξουν τη γη. Βγήκα στο μπαλκόνι, ένας κρύος αέρας ανάδευσε τα μαλλιά μου και πήρε μαζί του σκουπίδια, σκόνη, πεθαμένα φύλλα. Τα ‘συρε  πάνω στους χωματένιους δρόμους, στα πεζοδρόμια, κι εκείνα έμοιαζαν πως κατρακυλούσαν σε ατέλειωτα σκαλοπάτια που χάνονταν στο σκοτάδι της αβύσσου. Έμεινα πολύ ώρα να ακούω το σούρσουμο τους και να βλέπω το κυνηγητό μεταξύ τους μέχρι που άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες στάλες βροχής. Έμοιαζαν πως χόρευαν καθώς τριγύριζαν γύρω γύρω μέχρι να πέσουν στη γη.   
Το ξέρω. Δεν υπάρχει γιατί. Έτσι είναι, απλά έτσι είναι. Μακάρι να είχα τη δύναμη να άλλαζα τη ροή της ζωής, τότε όλα τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Ποτέ δεν κατάλαβα αν η πορεία που ακολουθούμε είναι γραμμένη στον ουρανό, όπως λέει ο λαός, ή αν εμείς την καθορίζουμε δίνοντας μια απάντηση, μια πολύ απλή απάντηση.  Ένα ναι ή ένα όχι.
Συναντηθήκαμε εκείνο το μουντό απόγευμα του φθινοπώρου. Νόμιζα πως με είχε ξεχάσει. Κάποια στιγμή πίστεψα πως η μορφή μου πέρασε πολύ απότομα και γρήγορα το μονοπάτι της λήθης. Έκανα λάθος. Τίποτε δεν είχε ξεχαστεί. Άνοιξε τα χέρια του και με κράτησε στην αγκαλιά του, όπως τότε που είμασταν παιδιά και φοβόμουν τη βροχή. Τώρα έχω μεγαλώσει, και δε φοβάμαι τίποτε πιά. Δεν υπάρχει εξ’ άλλου τίποτε, για να φοβηθώ. Ξέρω πως και οι δυο υπήρξαμε αιχμάλωτοι μιας αγάπης που δεν βγήκε πιο έξω ποτέ παρά, κούρνιασε μέσα στην ψυχή μας. Ίσως επειδή είμασταν τότε παιδιά, να μην μπορούσαμε να εκφράσουμε αυτή την αγάπη. ‘Ίσως να μην ξέραμε αν είναι αγάπη και το ανακαλύψαμε τώρα, μετά από μια ζωή που χάραξε τους δρόμους μας.  Και τώρα,  στο τέλος αυτής της διαδρομής βλέπω τον εαυτόν μου να προχωρά σ’ ένα λιβάδι. Ανασαίνω τον καθαρό αέρα. Ο ήλιος λάμπει κι εγώ προχωρώ ώσπου βραδιάζει και περιμένω…
…Από τότε που χάθηκε μέσα στο πλήθος, εγώ περιμένω και θα περιμένω ως το τέλος, το τέλος ζωής, όταν η αφρισμένη θάλασσα πάρει μαζί της και το τελευταίο κομμάτι ανάμνησης και παρασύρει στα βάθη της τις ελπίδες.   
 
 
Copyright © Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου 2015
 
 
 
     

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2015

βράβευση





Μάνα στους δύσκολους καιρούς απανεμιά....



Μάνα.

Μονάκριβη μου κόρη με είπες

και η φωνή σου ακούστηκε γλυκιά,

σαν μελωδία που ήρθε απ’ τα ουράνια

να μ’ αγκαλιάσει,

να γεμίσει την ψυχή μου φως.


Μάνα.

Με κράτησες σφικτά

και με οδήγησες στ’ απανεμιάς την αύρα.

Οι πέτρες και τ’ αγκάθια δεν πονέσαν.

Δεν μάτωσαν τα πόδια μου ποτέ.


Μάνα.

Σε είδα ανάμεσα στα χρώματα του ονείρου,

μορφή γεμάτη αγάπη

να στάζει

μες στης ψυχής τα μονοπάτια,

και κούρνιασα σα λαβωμένο πουλί

στη δική σου αγκάλη


Μάνα.

Πάλι εσένα θα φωνάξω

να ‘ρθείς σιμά.

Να βοηθήσεις το δρόμο να περάσω


Ξέρω που θα σε ΄βρω.

Εκεί που οι αγγέλοι το σπιτικό τους έχουν κτίσει.

Κι εσύ μαζί τους κατοικείς


Μάνα.

Κάνε παράκληση για με

από εκεί που είσαι.

Όταν εκείνη, την ύστατη στιγμή

το πνεύμα μου το σώμα θα εγκαταλείπει,

το χέρι σου αν γίνεται ν’ αγγίξω.

Κουράγιο να μου δώσεις να περάσω

μέσα απ’ τις Πύλες της ζωής και του θανάτου.



                                                                                                                                                             
Το ανωτέρω ποίημα έλαβε τιμητική διάκριση από το "Κελαινώ".
1 Νοεμβροίου
















 
                                               ____________

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2015

παρουσίαση βιβλίου

                                       

                                              ΚΟΡΙΟΣ ΣΤΟ ΜΑΞΙΛΑΡΙ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ

Παρουσίαση στο Πολιτιστικό Κέντρο Καμίνι
Γαλάτσι 10 Οκτωβρίου 2015



 
 








 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2015

ποίημα



                    ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΟΝ 1o  ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟ BONSAISTORIES

ΤΊΤΛΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ "ΜΑΚΡΙΝΟ ΧΘΕΣ"
 
 
 
 



ΜΑΚΡΙΝΟ ΧΘΕΣ

 

Βυθίστηκε το βλέμμα μου στα μάτια σου τα μπλε

Και μέσα εκεί

Είδα τους ανέμους της ψυχής

Είδα τη φλόγα των ονείρων

Τα φώτα τα πέρα απ’ τη Γη

Τα κρυστάλλινα παλάτια.

 

Μέσα στα μάτια σου τα μπλε

Διέκρινα τις ασημένιες στάλες της βροχής

Τα τσαλακωμένα φύλλα του Οκτώβρη

Τα χρώματα ενός Ουράνιου Τόξου

Που χάραξαν πορεία μακρινή στους Ουρανούς.

 

Και ύστερα

Σα να μην έφτασε η ώρα εκείνη

Του αποχωρισμού

Στάθηκα μπροστά στου ήλιου

Το δυνατό το φως. Για να σε δω…

Τη σκιά σου να δω

Να χάνεται στο δρόμο τον μακρύ.

 

Το ξέρω. Δεν υπάρχει γυρισμός

Όμως… Δεν πίστεψα ποτέ πως κάπου φτάνεις

Χωρίς να δεις το μακρινό το χθες

Σα να μην υπήρξε ποτέ

Και ήταν μια απάτη της ίδιας της ζωής.

 

Έμεινα εκεί μόνος

Παρέα με ένα βουβό δάκρυ

Που κύλησε

Και στάθηκε στην άκρη του Πελάγου

Να γίνει άνεμος

Να γίνει αγέρας και βροχή

Να γεμίσει τα μονοπάτια της ψυχής.

 

Copyright © Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου 2015

                                                                                  All rights reserved




 

Σάββατο 8 Αυγούστου 2015

συνέντευξη



Μικρές συνεντεύξεις μεγάλων βιβλιοταξιδιών
Τι σας ώθησε  να γράψετε αυτό το βιβλίο;
Αρχικά ήθελα να σ’ ευχαριστήσω για την τιμή που μου κάνεις, αλλά και για τη χαρά που μου δίνεις να μιλήσω για το καινούριο μου βιβλίο «Κοριός στο μαξιλάρι του Προέδρου».
               Μεγάλωσα στο κέντρο της Αθήνας. Όποτε βρεθώ στην παλιά μου γειτονιά θα θυμηθώ, θα αναπολήσω το παρελθόν. Έτσι κάποτε μπαίνοντας στο σπίτι που μεγάλωσα, θυμήθηκα και… συγκινήθηκα. Κάθε γωνιά αυτού του σπιτιού κρύβει και μια διαφορετική ιστορία. Είναι οι στιγμές ζωής του καθ’ ενός από εμάς που ζήσαμε εκεί και όχι μόνο δικές μας στιγμές, όχι μόνο αναμνήσεις αλλά και στιγμές άλλων ανθρώπων που μου διηγήθηκαν. Η προσφυγιά, ο πόλεμος, η λαβωμένη Αθήνα, τα γεγονότα που συγκλόνισαν την Ελλάδα του 20ου αιώνα θαρρείς πως παρέλασαν μπροστά μου, και τότε σκέφθηκα να γράψω μια ιστορία που να βασίζεται σε αληθινά γεγονότα, να είναι κάτι… θα μπορούσα να πω, να βγαίνει μέσα από τις αναμνήσεις μου.
Πέρασε πολύς καιρός και αυτή η σκέψη δεν υλοποιήθηκε ώσπου κάποτε είδα ένα όνειρο, τον τίτλο του βιβλίου «Κοριός στο μαξιλάρι του Προέδρου» κι έτσι, έγραψα την ιστορία. Είναι η ζωή δυο ανθρώπων που γνωρίστηκαν τυχαία και μέσα από την πορεία της ζωής τους θα ξετυλιχτούν γεγονότα από το 1922 με την καταστροφή της Σμύρνης έως το 1990.
Αν θα έπρεπε να το περιγράψετε με μία μόνο λέξη, ποια θα ήταν αυτή;
Μου είναι πολύ δύσκολο, τη στιγμή που αμέτρητες εικόνες κατακλύζουν τις σελίδες του. Μεγάλοι έρωτες, ανεκπλήρωτες αγάπες, προσφυγιά, πόλεμοι, μυστικά, τρομερές αλήθειες. Τι θα μπορούσα να πω; Ποια λέξη να χρησιμοποιήσω; Ζ Ω Η. Ίσως αυτήν τη λέξη. Ίσως. Γιατί όλα… είναι ζωή.   
Τι θα συμβουλεύατε εκείνον που επρόκειτο να το διαβάσει;
Μέσα στο βιβλίο αυτό υπάρχουν στιγμές που περάσαμε όλοι μας, είτε ζήσαμε εκείνη την εποχή που περιγράφω είτε όχι. Ας αφήσει λοιπόν ο αναγνώστης ελεύθερο τον εαυτόν του να αγκαλιάσει τους ήρωες μου, να τους γνωρίσει και, να ζήσει μαζί τους το κάθε λεπτό.    
Αν το βιβλίο σας ήταν/γινόταν  ένα κανονικό ταξίδι κάπου στον κόσμο, που θα πηγαίναμε και πόσες μέρες θα κρατούσε;
Θα μπορούσε να ταξιδέψει παντού, και αυτό το ταξίδι του να κρατούσε για πάντα.
Κλείστε τη μίνι συνέντευξη με μία φράση/παράγραφο από το βιβλίο.
«Όχι Σπύρο δεν καταλαβαίνω τι λες και δεν πρέπει να το πιστεύεις αυτό. Δεν έφταιξες. Δεν έφταιξες. Δεν είσαι φονιάς».
_______
Η συνέντευξη δόθηκε στην Τζένη Κουκίδου






Τρίτη 14 Ιουλίου 2015