Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

θεατρικό "η άλλη πλευρά του παραδείσου"




ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

Θεατρική διασκευή του μυθιστορήματος

«Η άλλη πλευρά του παραδείσου»

***

 

ΑΛΕΞ:        Καλησπέρα Μίνα.

ΜΙΝΑ:        Καλησπέρα. Κουρασμένος φαίνεσαι.

ΑΛΕΞ:        Πώς να μην είμαι.

ΜΙΝΑ:         Και τώρα με αυτό που θα σου δείξω είμαι σίγουρη πως θα τα αφήσεις όλα   και θα ασχοληθείς αποκλειστικά μ' αυτό.

ΑΛΕΞ:          Κανένα καινούριο θεατρικό;

ΜΙΝΑ:          Περίμενε…

ΑΛΕΞ:          Καλά το υπέθεσα!

ΜΙΝΑ:          Άκουσέ με. Θα το διαβάσεις. Και θα ξεχάσεις οτιδήποτε άλλο.

ΑΛΕΞ:          Μα έχω ξεκινήσει δουλειά.

ΜΙΝΑ:          Αυτό αφορά αποκλειστικά εμένα. Παρ' τα Άλεξ.

ΑΛΕΞ:           Καλά κάποια στιγμή θα τα διαβάσω.

 ΜΙΝΑ:        Άκου Άλεξ. Είναι καιρός που πήγα στο πατρικό μου να μαζέψω κάποια πράγματα. Όλα μου φάνηκαν τόσο διαφορετικά. Όσο ζούσαν οι γονείς μου και πήγαινα να τους δω, θυμόμασταν τα παιδικά μου χρόνια κι έμοιαζε σα να μην είχε τίποτε αλλάξει. Τώρα ήταν όλα νεκρά. Ο κήπος άδειος από ζωή, τα δένδρα πεθαμένα. Δεν υπήρχε τίποτε ζωντανό.

ΑΛΕΞ:           Έτσι είναι Μίνα.

ΜΙΝΑ:            Όχι Άλεξ. Δεν είναι έτσι. Αυτό θέλω να σου πω. Πως δεν είναι έτσι. Είχε αρχίσει να ψιλοβρέχει. Κοίταξα τον ουρανό. Τα σύννεφα πηγαινοέρχονταν και σχημάτιζαν ανθρώπινες μορφές. Έμεινα έτσι να κοιτάζω τον ουρανό. Αισθάνθηκα πως ήμουν μαζί τους Άλεξ. Καταλαβαίνεις; Ποιος κόσμος είναι ο πραγματικός; διερωτήθηκα. Αυτός εδώ; Η γη που πατάμε; ή ο άλλος; Αυτός έξω. Όποιος κι αν είναι πάντως, είναι μαζί μας. Πίστεψέ με.

ΑΛΕΞ:           Κι αυτά τι είναι; Τι έγραψες δηλαδή;

ΜΙΝΑ:        Ένα μονόπρακτο. Ένα ταξίδι στο άπειρο. Το έζησα Άλεξ. Έζησα με εκείνους που αγαπώ και λείπουν. Δεν έφυγαν. Και δεν είναι η πρώτη φορά που το ζω. Υπήρξαν κι άλλες και το ξέρεις πολύ καλά μάλιστα, αλλά δεν με πίστεψες ποτέ.  Προσπάθησε έστω μόνο για μια φορά να με καταλάβεις. Να πιστέψεις. Να αισθανθείς κι εσύ αυτή την υπέρτατη ικανοποίηση του να βρίσκεσαι στο χώρο των ψυχών. Να νιώθεις την ηρεμία και τη γαλήνη. Να ταξιδεύεις μαζί τους στους διαδρόμους ενός άλλου κόσμου, λαμπερού. Συνυπάρχουμε Άλεξ. Κατάλαβε με. Συνυπάρχουμε.

ΑΛΕΞ:              Μίνα θέλω να σε πιστέψω. Αλλά...

ΜΙΝΑ:              Δεν είναι μόνο στις φωτογραφίες. Δεν είναι μόνο στις καρδιές μας.

 Ε Ι Ν Α Ι   Μ Α Ζ Ι   Μ Α Σ.

ΑΛΕΞ:               Μίνα... Άκουσέ με...

ΜΙΝΑ:                Δεν χρειάζεται πια να τους βλέπω ή να μυρίζω το άρωμά τους για να καταλάβω πως είναι πλάι μου, πως με βλέπουν ή πως με αγγίζουν. Άλεξ, πολύ απλά νιώθω την παρουσία τους. Είναι μαζί μου. Είμαι μαζί τους. Γύρισα στο σπίτι τρέχοντας κι άρχισα να γράφω.

ΑΛΕΞ:                 Εντάξει Μίνα θα το διαβάσω. Αν όμως...   Πως να στο πω...Δεν είναι αυτό...

ΜΙΝΑ:                Ξέρω τι θέλεις να πεις  Μην κουράζεσαι. Απλά διάβασε το.

ΑΛΕΞ:                Μμμ...  Τι τίτλο έχεις βάλει;

ΜΙΝΑ:                 Είδα το χρώμα της μουσικής.

 

-

Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου

Μουσικός-υψίφωνος-συγγραφέας

 

Το πιο πάνω θεατρικό απόσπασμα αναρτήθηκε στην εφημερίδα  mcnews  8 Σεπτεμβρίου 2014

www.mcnews.gr

 

Σάββατο 2 Αυγούστου 2014

διήγημα


ΠΕΤΑΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ

 

«Έφυγες» μου είπε. «Κι αυτό δεν μπόρεσα να το συγχωρήσω ποτέ στον εαυτόν μου. Εγώ φταίω γιατί δεν προσπάθησα. Και πέρασαν χρόνια, χωρίς απάντηση. Τώρα τι νόημα μπορεί να έχει μια ζωή που έφτασε στο τέλος της;»

Άφησε τα χέρια μου που κρατούσε μέσα στις φούχτες του και χάθηκε ανάμεσα στο πλήθος. Γύρισα στο σπίτι και στάθηκα στην μπαλκονόπορτα να κοιτάζω το δρόμο.

Σκοτείνιασε. Τα σύννεφα μαύρα έμοιαζαν πως θα αγγίξουν τη γη. Βγήκα στο μπαλκόνι, ένας κρύος αέρας ανάδευσε τα μαλλιά μου και πήρε μαζί του σκουπίδια, σκόνη, πεθαμένα φύλλα. Τα ‘συρε  πάνω στους χωματένιους δρόμους, στα πεζοδρόμια, κι εκείνα έμοιαζαν πως κατρακυλούσαν σε ατέλειωτα σκαλοπάτια που χάνονταν στο σκοτάδι της αβύσσου. Έμεινα πολύ ώρα να ακούω το σούρσουμο τους και να βλέπω το κυνηγητό μεταξύ τους μέχρι που άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες στάλες βροχής. Έμοιαζαν πως χόρευαν καθώς τριγύριζαν γύρω γύρω μέχρι να πέσουν στη γη.   

Το ξέρω. Δεν υπάρχει γιατί. Έτσι είναι, απλά έτσι είναι. Μακάρι να είχα τη δύναμη να άλλαζα τη ροή της ζωής, τότε όλα τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Ποτέ δεν κατάλαβα αν η πορεία που ακολουθούμε είναι γραμμένη στον ουρανό, όπως λέει ο λαός, ή αν εμείς την καθορίζουμε δίνοντας μια απάντηση, μια πολύ απλή απάντηση. Είναι ένα ναι ή ένα όχι στην ζωή.

Συναντηθήκαμε εκείνο το μουντό απόγευμα του φθινοπώρου. Νόμιζα πως με είχε ξεχάσει. Κάποια στιγμή πίστεψα πως η μορφή μου πέρασε πολύ απότομα και γρήγορα το μονοπάτι της λήθης. Έκανα λάθος. Τίποτε δεν είχε ξεχαστεί. Άνοιξε τα χέρια του και με κράτησε στην αγκαλιά του, όπως τότε που είμασταν παιδιά και φοβόμουν τη βροχή. Τώρα έχω μεγαλώσει, και δε φοβάμαι τίποτε πιά. Δεν υπάρχει εξ’ άλλου τίποτε, για να φοβηθώ. Ξέρω πως και οι δυο υπήρξαμε αιχμάλωτοι μιας αγάπης που δεν βγήκε πιο έξω ποτέ παρά κούρνιασε μέσα στην ψυχή μας. Ίσως επειδή είμασταν τότε παιδιά να μην μπορούσαμε να εκφράσουμε αυτή την αγάπη. ‘Ίσως να μην ξέραμε αν είναι αγάπη και το ανακαλύψαμε τώρα, μετά από μια ζωή που χάραξε τους δρόμους μας.  Και τώρα στο τέλος αυτής της διαδρομής βλέπω τον εαυτόν μου να προχωρά σ’ ένα λιβάδι. Ανασαίνω τον καθαρό αέρα. Ο ήλιος λάμπει κι εγώ προχωρώ ώσπου βραδιάζει και περιμένω…

…Από τότε που χάθηκε μέσα στο πλήθος, εγώ περιμένω και θα περιμένω ως το τέλος, το τέλος ζωής, όταν η αφρισμένη θάλασσα πάρει μαζί της και το τελευταίο κομμάτι ανάμνησης και παρασύρει στα βάθη της τις ελπίδες.   


Copyright © 2014     Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου

“All rights reserved”

 




 

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

ΚΘ' ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΔΕΛΦΩΝ

                                                             
                                                                    
                                                   
                                                            Η ΜΕΓΑΛΗ ΜΕΡΑ







Έπαινος για το ποίημα " Η ΜΕΓΑΛΗ ΜΕΡΑ"
ΚΘ' Δελφικοί Αγώνες Ποίησης 2014 της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών " Π.Ε.Λ" που πραγματοποιήθηκε στους Δελφούς, στο Πνευματικό Κέντρο Δελφών 8 Ιουνίου 2014.



Η Μεγάλη Μέρα

 

Ακούγονται φωνές κάτω απ’ τα συντρίμμια της πόλης.

Αναδύονται κορμιά απ’ την κόκκινη θάλασσα

Αργοπεθαίνουν.

Γλιστρούν οι σκιές πάνω στους μαύρους τοίχους

Και χάνονται

Καθώς το σκοτάδι πνίγει κάθε μορφή ζωής.

Βουνά ξερά υψώνονται

Οι κορφές τους τρυπούν τα σύννεφα

Διαλύονται, ματώνουν...

 

Πουλιά αναρίθμητα χώνονται στους κρατήρες

Και στοιβαγμένα καίγονται στις φλόγες της αβύσσου

Ξεβράζονται απ’ της λάβας τα ποτάμια

Στους ωκεανούς.

Ερειπωμένες ψυχές κουβαλούν τον πόνο

Οι γέφυρες σάπιες της μεγάλης ένωσης

Σπαν τα δεσμά

Πρόσωπα χλωμά, ανέκφραστα χάνουν κάθε ελπίδα ζωής

Καταποντίζονται στο βάραθρο της λησμονιάς.

 

Ποιος μπορεί να φέρει ξανά τις ελπίδες

Ώστε τα περιστέρια της Ειρήνης να πετάξουν ψηλά;

Και τότε θα φωνάξω!

 

Δώστε μου πίσω τα χέρια μου

Να μπορέσω να κρατήσω της ελιάς τα κλωνιά.

Δώστε μου πίσω τα πόδια μου

Να μπορέσω να τρέξω στις μεγάλες λεωφόρους.

Δώστε μου πίσω τα μάτια μου

Να μπορέσω να δω τους νικητές

Με δάφνης κλαδιά τα κεφάλια τους να στεφανώνουν

Και τη λέξη ΕΙΡΗΝΗ με λευκά γράμματα

Στο γαλάζιο ουρανό

 

 
Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου

                                                                   Η ΒΡΑΒΕΥΣΗ











 

Δευτέρα 26 Μαΐου 2014

διήγημα



ΑΡΩΜΑ ΛΕΒΑΝΤΑΣ*

 

Οι κεραυνοί έσπαγαν σε αμέτρητα κομμάτια τα σύννεφα. Έμοιαζε σα να κομματιάζεται ο ουρανός και πληγωμένος έριχνε όλο και περισσότερα δάκρυα στη γη. Μικρή έτσι νόμιζα κι έκλαιγα κι εγώ. Φοβόμουν. Παρηγοριά εύρισκα στην αγκαλιά της γιαγιάς μου. Αχ! Αυτή η γιαγιά! Πόσες πολλές φορές τη θυμάμαι! Πόσες φορές όταν κλαίει ο ουρανός κάθομαι στο τζάκι και συλλογιέμαι. Έτσι και χθες με αυτή την ακατάπαυστη βροχή κάθισα απέναντι απ’ το αναμμένο τζάκι. Οι φλόγες ανέβαιναν ψηλά και χτύπαγαν στα τοιχώματά του και ύστερα χώνονταν κάτω απ’ τα κούτσουρα που έμοιαζαν με πυρακτωμένο ατσάλι. Πάντα μου άρεσε να σκαλίζω τη φωτιά και να βλέπω αυτό το χρυσαφί νέφος να απλώνεται μέσα στο τζάκι μας, να χάνεται σε κλάσματα δευτερολέπτου και να εμφανίζεται πάλι. 

Αναπολώντας το παρελθόν ξεκίνησα από τις ιστορίες της γιαγιάς, μακρινές ιστορίες με άρωμα λεβάντας, μια και μοσχομύριζαν έτσι όλα της τα συρτάρια, φωτογραφίες ξεθωριασμένες μιας άλλης εποχής που όμως δεν πέρασε στη λήθη. Ένωσα πολλές φορές το τότε με το τώρα και  βρήκα τις ομορφιές εκείνης της ζωής και τις αξίες της που η γιαγιά πάντα μου μίλαγε. Εκείνη ήρθε ξεριζωμένη απ’ την Πόλη, μαζί με την οικογένεια της, με όνειρα κι ελπίδες που τις απόθεσε σε έναν καινούριο κόσμο, για μια καινούρια ζωή κι ένα πιστεύω, που έμεινε αλώβητο στην ψυχή της, πως η Πόλη θα γίνει πάλι Ελληνική.

“…. Η Δέσποινα ταράχτηκε και δάκρυσαν οι εικόνες.

 Σώπασε κυρά Δέσποινα και μην πολύ δακρύζεις

 Πάλι με χρόνους με καιρούς πάλι δικά μας θα’ ναι”.

Έμενε σε αυτούς τους στίχους του δημοτικού τραγουδιού που αναφέρεται σε αυτή την ελπίδα που οι θρύλοι κράτησαν ζωντανή στις καρδιές μας. Μου μίλαγε συχνά για όλες αυτές τις παραδόσεις με τέτοιο σθένος και σιγουριά, πως κάποτε…Ναι! πίστευε πως κάποτε θα γύριζε στα μέρη της κι αν δεν πρόφταινε εκείνη πως… εγώ ή… κάποιος άλλος θα ζούσαμε εκείνη την ημέρα που ο Θεός θα επέτρεπε η Πόλη να γίνει πάλι Ελληνική. Γιατί, έλεγε ο Θεός επέτρεψε και τότε, το 1453 να πάψει να είναι δικιά μας.

“…Πάψετε το Χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τ’ Άγια

Παπάδες πάρτε τα Ιερά και σεις κεριά σβηστείτε

Γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να Τουρκέψει…”                  

«Άκουσες;» μου έλεγε. «Άκουσες τι λέει το τραγούδι; Και πάλι ο Θεός θα το επιτρέψει, να το ξέρεις, και τότες όλα θα αλλάξουν. Το ποτάμι θα αρχινήσει να κυλά, γιατί σταμάτησε απότομα όταν ένα πουλί έφερε το τρομερό μαντάτο στην Ήπειρο και το άκουσαν οι βοσκοί την ώρα που το κοπάδι τους έπινε νερό από εκείνο το ποτάμι. Και ο παπάς θα συνεχίσει το τηγάνισμα, γιατί το άφησε στη μέση, τα ψαράκια πήδησαν από το τηγάνι του στη δεξαμενή, στο Μπαλουκλί, για αυτό είναι μισοτηγανισμένα. Άσε που το πλοίο που έφυγε από την Πόλη με τους Κρητικούς για Κρήτη δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό του και περιπλανιέται στο Πέλαγος μέχρι εκείνη την ημέρα, που ο Θεός θα το επιτρέψει, κι έτσι οι Κρητικοί με τους άντρες τους θα επιστρέψουν να συνεχίσουν την μάχη και να νικήσουν. Αλλά και ο παππάς, την ώρα που Λειτουργούσε και μπήκαν οι Τούρκοι στην Άγια Σοφιά, πήρε το Άγιο Δισκοπότηρο, για να μην πέσει στα χέρια τους και μπήκε μέσα σε μια πόρτα που έκλεισε πίσω του. Τότε που η Πόλη θα γίνει πάλι Ελληνική ο παππάς θα συνεχίσει να Λειτουργεί. Και ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος-ο Μαρμαρωμένος βασιλιάς-που ένας άγγελος Κυρίου τον άρπαξε, τον μαρμάρωσε και τον έκρυψε σε μια σπηλιά, την ώρα που κάποιος πήγε να τον σκοτώσει, θα του ξαναδώσει ζωή και με το σπαθί του θα διώξει τους Τούρκους.

Άκουσες;»

Κι όποτε μου μίλαγε για την Πόλη, την πόλη της, τέλειωνε με εκείνο το ίδιο δημοτικό τραγούδι που αναφέρεται στην Άγια Σοφιά, στην άλωση και στην μεγάλη ελπίδα πως κάποτε… πάλι δικά μας θα ‘ναι. Την θυμάμαι σα να είναι τώρα. Σηκωνόταν όρθια και, όπως ένας μεγάλος ηθοποιός που πάνω στη σκηνή του θεάτρου ζει με πάθος την κάθε στιγμή του ήρωα, άρχιζε να απαγγέλει. 

            “Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια

            Σημαίνει και η Άγια-Σοφιά, το Μέγα Μοναστήρι

Με τετρακόσια σήμαντρα κι εξήντα δυο καμπάνες…

……………………”      

 

Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου

 

*Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παλμός Γαλατσίου Παρασκευή 23 Μαΐου 2014 αρ. φύλλου 375 

 

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

διήγημα

 
 



 ΜΕΡΕΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ

 

Κάθε χρόνο στις 31 του Δεκέμβρη μαζευόμασταν όλοι στο σπίτι του παππού. Ήταν πατροπαράδοτο, μέχρι και η θεία Ευανθία ερχόταν με όλη της την οικογένεια από τη Βέροια. Έμεναν σε μας και ήταν κάτι πολύ όμορφο, αφού ξεφαντώναμε με τα ξαδέλφια μου. Το τραπέζι εκείνης της βραδιάς θαρρείς πως είχε κάτι το μαγικό. Η γιαγιά τα έφτιαχνε όλα μόνη της. Δεν άφηνε κανέναν να τη βοηθήσει. Ο δε παππούς ντυνόταν Άη-Βασίλης και μόλις γινόταν δώδεκα τα μεσάνυχτα μοίραζε σε όλους δώρα. Αλησμόνητες εκείνες οι μέρες χαράκτηκαν βαθιά στην μνήμη μου.

Έχουν περάσει χρόνια από την τελευταία Πρωτοχρονιά που μαζευτήκαμε πάλι όλοι στο σπίτι του παππού. Ήταν η τελευταία φορά που είδα το σοί μας ενωμένο, αφού μεσολάβησαν τόσα πολλά γεγονότα, που η τριακοστή πρώτη Δεκεμβρίου ανήκε πια στο παρελθόν.

Το πρώτο συμβάν ήταν το πιο μακρινό ταξίδι της γιαγιάς. Της άρεσε πάντα να ταξιδεύει, απ’ ότι μας έλεγε. Αυτό το ταξίδι όμως δεν είχε επιστροφή. Ευτυχώς δεν υπέφερε. Κι αυτό ήταν το μόνο που λιγόστευε την πίκρα της απώλειας. Έτσι ήθελε εξ’ άλλου να φύγει ήρεμα. Πριν κλείσει ο χρόνος ο θείος Μάκης χώρισε. Ποτέ δεν καταλάβαμε το γιατί, κι εκείνος ποτέ δεν μας είπε τους λόγους. Μετά το διαζύγιο του αποφάσισε να φύγει στο εξωτερικό, και από τότε δεν επέστρεψε. Βέβαια πέραν από τα γράμματα που στέλνει, μιλάμε και πολύ συχνά στο τηλέφωνο, αλλά μας λείπει, όπως μας λείπει και θεία Αγνή. Εκείνη θέλησε να ακολουθήσει τον μοναχικό βίο. Και φυσικά κανείς μας δεν την εμπόδισε. Στην οικογένεια μας δεν προσπαθεί ο ένας να πείσει τον άλλον για κάτι που δε θέλει. Είμαστε ελεύθεροι να αποφασίζουμε.

 Η ζωή μας βέβαια μπήκε στο ρυθμό της πολύ πιο γρήγορα από ότι περίμενε κανείς. Αλλά η αλήθεια είναι πως ό,τι κάναμε, ακόμα και οι δουλειές μας, φαίνονταν μόνο σαν υποχρέωση απέναντι στον εαυτόν μας και στις οικογένειες μας. Έτσι ήταν φυσικό να σβήσουν οι γιορτές και κάθε τι που θύμιζε τις ευτυχισμένες μέρες, όταν ήμασταν όλοι μαζί, κάποτε.

Ο παππούς από τότε που έχασε τη γιαγιά μένει μαζί μας. Δεν τον έχουμε δει να ξαναγελάσει. Κι εμείς ποτέ δεν χρησιμοποιήσαμε τη λέξη θάνατος, είναι μια λέξη που τον ταράζει. Το σπίτι του είναι τελείως άδειο, και δεν εννοώ από έπιπλα, αλλά από ζωή. Όσες φορές κι αν έχω πάει, αισθάνομαι ένα κενό, που τίποτε δεν μπορεί να το γεμίσει. Μερικές φορές νομίζω πως είμαστε εκεί όλοι μαζί, όπως παλιά, τότε που το σπίτι ασφυκτιούσε από τα ξεφωνητά μας, και τα γέλια μας. Οι μέρες των εορτών ήταν από τις πιο όμορφες της χρονιάς. Μαζευόμασταν όλα τα εγγόνια του και στολίζαμε το Δένδρο των Χριστουγέννων. Φτιάχναμε όλοι μαζί τη Βασιλόπιτα, τους κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα. Βέβαια η κουζίνα γινόταν το χάλι αλλά κανείς δεν μας μάλωνε. Για μας, ήταν ένα όμορφο παιχνίδι. Αναπολώ το παρελθόν και πάντα αναγκάζομαι να κλείσω την πόρτα πίσω μου και να γυρίσω στην ανιαρή πραγματικότητα.  

Αυτή όμως η Πρωτοχρονιά του 2014 είχε κάτι ασύλληπτα όμορφο, κάτι που δεν πρόκειται να ξεχαστεί ποτέ από κανέναν μας. Ο θείος Μάκης μας ειδοποίησε πως αυτές τις γιορτές θα τις περάσουμε όλοι μαζί. Μόλις το έμαθε ο παππούς σηκώθηκε από την πολυθρόνα του και  αργά, σέρνοντας τα πόδια του, μπήκε στο δωμάτιο του να ντυθεί.

- Έλα, έλα, μου είπε. Να με βοηθήσεις να προλάβουμε.

-Δεν θα ‘ρθει ακόμα παππού, σε λίγες μέρες.

Αυτές οι λίγες μέρες μας φάνηκαν ατέλειωτες. Ο θείος Μάκης ήρθε με την γυναίκα του και τα τρία παιδιά του. Μετά από χρόνια ξαναζωντάνεψε το σπίτι. Τα μικρά στόλισαν το Χριστουγεννιάτικο Δένδρο, με γέλια και τραγούδια. Η παλιά εποχή επανήλθε με τα ξεφωνητά και τη χαρά στο βλέμμα όλων μας. Η μέρα της Πρωτοχρονιάς μας έφερε πίσω στα χρόνια που όλα φάνταζαν μαγικά. Η μητέρα έστρωσε το Πρωτοχρονιάτικο τραπέζι με το κεντημένο τραπεζομάντηλο, εκείνο της γιαγιάς. Έβαλλε τα ασημένια μαχαιροπήρουνα και τα κρυστάλλινα ποτήρια, όλα της γιαγιάς. Ο παππούς θυμήθηκε τον Αη- Βασίλη και μας διηγήθηκε την ιστορία της βασιλόπιττας. Είχα χρόνια να την ακούσω και μου φάνηκε σα να ήταν η πρώτη φορά.        

 Ο Μέγας Βασίλειος παιδιά ζούσε στην Καισάρεια, και ήταν Δεσπότης, όλοι τον αγαπούσαν και τον σέβονταν. Κάποτε ένας στρατηγός μπήκε με τον στρατό του στην Καισάρεια και ζήτησε να τον δει, απαίτησε μάλιστα να του δώσει ότι χρυσαφικά υπήρχαν, διαφορετικά θα πολιορκούσε την πόλη. Ο Μέγας Βασίλειος του εξήγησε πως οι κάτοικοι ήταν φτωχοί, εκείνος όμως επέμενε. Τότε αποφάσισαν όλοι να δώσουν στον Δεσπότη τους ότι χρυσαφικό είχαν. Ο Μέγας Βασίλειος τα έβαλλε μέσα σ’ ένα σεντούκι και τα έδωσε στον κακό στρατηγό. Τη στιγμή όμως που εκείνος έβαζε τα χέρια του για να αρπάξει τα χρυσαφικά, έγινε μια λάμψη κι εμφανίστηκε ένας λαμπρός καβαλάρης με τον στρατό του να ορμά κατ’ επάνω του. Η Καισάρεια σώθηκε και ο Μέγας Βασίλειος για να επιστρέψει τα χρυσαφικά στους κατοίκους κάλεσε τους βοηθούς του και ζύμωσαν ψωμάκια όπου μέσα σ’ αυτά έβαλλαν και από λίγα χρυσαφικά και τα μοίρασαν.

Αυτή είναι η βασιλόπιτα, γιαυτό έχει το νόμισμα.  

 

Όλοι τον ακούγαμε σιωπηλοί και δακρυσμένοι. Πόσο όμορφα μας διηγούνταν  αυτή την ιστορία. Έμοιαζε πως ξαναζούσε εκείνα τα παλιά χρόνια. Αισθανόμουν πως μαζί μας ήταν και η γιαγιά, πλάι του, πως δεν έφυγε ποτέ. Νομίζω πως μας έβλεπε κι ας μην τη βλέπαμε εμείς. Νομίζω πως κι εκείνος αισθανόταν το ίδιο, γιαυτό ήταν τόσο διηγηματικός. Πιστεύω πως όλοι, όσοι έλλειπαν ήταν παρόντες.

Όταν τέλειωσε τη διήγηση του έκοψε τη βασιλόπιττα και μας τη μοίρασε, έκοψε κι από ένα κομμάτι σε αυτούς που έλλειπαν. Το φλουρί έπεσε σε κείνον και θεωρήθηκε από όλους μας ο τυχερός της χρονιάς και πράγματι ήταν, γιατί απ’ εκείνη τη μέρα, που έμοιαζε μαγική, άρχισε να γελά και να βλέπει τη ζωή ποιο όμορφη, όπως την έβλεπε παλιά.

 

Εύχομαι από καρδιάς το 2014 να φέρει μαζί του τη χαρά και την ομορφιά της ζωής, την αγάπη και την ειρήνη. Υγεία κι ευτυχία.

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ

 

____________

 

Το ανωτέρω κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Παλμός Γαλατσίου στις 10 Ιανουαρίου 2014 αρ. φύλλου 356.

 

 

Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου