Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2012
Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012
Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012
διήγηση
Ο ΒΡΑΧΟΣ
«Το
ταβερνάκι»
Βράχο το ονόμασε ο
καπετάν Νικολής το ταβερνάκι του, και είχε δίκιο. Κτισμένο πάνω σ’ ένα ύψωμα το
χειμώνα το έδερναν οι αγέρηδες, η θάλασσα φουρτουνιασμένη κτύπαγε με τον αφρό
της τον βράχο που βρισκόταν κάτω απ’ τα μικρά του παράθυρα, ενώ όταν ήταν ήσυχη,
τον ίδιο βράχο τον χάιδευε και τον γυάλιζε με τα νερά της. Όσο για τον καπετάν
Νικολή, καπετάνιος με τα όλα του. Κανονικός καπετάνιος, και όχι με λόγια. Την
στολή του την είχε κρεμασμένη μες στο μαγαζί του, αφού δεν μπορούσε να την
φορέσει πια. «Τι να φορέσω» έλεγε. «Καλλίτερα να την βλέπω. Με ένα χέρι κι ένα
πόδι τέτοιες στολές δεν φοριούνται».
«Άντε φτάνει πια. Δεν
πάτε για ύπνο. Κοντεύει να ξημερώσει. Θέλω να κλείσω το μαγαζί, να πάω στο
τσαρδί μου, στην κυρά μου».
«Κυρά είναι η θάλασσα
καπετάν Νικολή».
«Άντε, άντε σας λέω».
«Κάτσε μια στάλα ακόμη.
Κοίτα την! Κοίτα την πως τριγυρνάει, σαν τρελή μάγισσα. Μωρέ εμένα η θάλασσα μου
‘κλεψε την καρδιά, κι εσύ μου λες για κυράδες. Αυτή είναι κυρά. Δες την πως
κάνει; Και ύστερα γαληνεύει, σε τρελαίνει μωρέ. Κάτσε ρε καπετάν Νικολή. Κάτσε
κι άλλο να την δούμε, αφού δεν μπορούμε να την πλησιάσουμε πια».
«Καλά σου λέει. Έχεις
δίκιο μπάρμπα Φώτη. Κι εγώ την αγαπώ, αλλά τώρα πια… , μεγάλωσα. Εκείνη έγινε
αφορμή κι έμεινα μοναχός μου, δεν με νοιάζει όμως, εγώ την αγαπώ».
«Τι λέτε του λόγου σας;
Τι αγαπάτε και ξαγαπάτε;»
«Βρε, βρε, βρε. Καλώς
τον ιππότη».
Ο
ιππότης, έτσι όλοι τον φώναζαν, το κανονικό του όνομα κόντευε να το ξεχάσει και
ο ίδιος. Ο ιππότης λοιπόν ερχόταν στο ταβερνείο του καπετάν Νικολή πάντα
τέτοιες ώρες, πρωινές. Και όλοι τον περίμεναν γιατί με αυτόν ξέχναγαν τις
φουρτούνες τους, ξέχναγαν τα παράπονα τους, τα βάσανα και τους καημούς. Μέχρι
και ο καπετάνιος έβαζε και ξανάβαζε στα ποτήρια βαρελίσιο κρασί και δεν τους έλεγε
πια, άντε θέλω να κλείσω. Όοοχι! Τότε δεν ήθελε. Η αλήθεια είναι πως ο καπετάν
Νικολής παρέα με τον ιππότη δεν ξέχναγε, αλλά θυμόταν μόνο τις ομορφιές της
θάλασσας. Θυμόταν τις ακρογιαλιές, εκείνες τις όμορφες γυμνόστηθες γυναίκες. Οι
πίκρες που μπορεί να άφηνε η θάλασσα γίνονταν χάντρινο κομπολόι που είχε σπάσει
και οι χάντρες του χύθηκαν και χάθηκαν. Οι θύελλες, τα μαύρα σύννεφα που
κάλυπταν τον ουρανό, τα ψηλά κύματα που έμοιαζαν να ρουφάν τις ελπίδες έσβηναν
απ’ τις θύμισες κι έρχονταν οι λαμπερές εκείνες μέρες που το πλοίο τους
γλιστρούσε πάνω σε γαλάζια νερά να συναντήσει τον ήλιο, ώσπου τα μάτια του
καρφώνονταν στην κρεμασμένη στολή και τότε θυμόταν πάλι. Εκείνη η νύχτα η πιο
τραγική νύχτα, όταν το πλοίο τους κτύπησε πάνω στον μαύρο βράχο αφήνοντας ένα
βογγητό, σα να ‘βγαινε απ’ τα σωθικά κάποιου άγριου ζώου όλος ο πόνος της γης,
κι εκείνος μόνος, χωρίς σωτηρία να κοιτά τον ουρανό, τους κεραυνούς και την
βροχή που αλύπητα τον κτύπαγε και τον έσπρωχνε στην σκοτεινή άβυσσο. Δεν θα
συναντούσε πια το φως. Ο ήλιος θα έσβηνε για πάντα….
«Εεεε....! Καπετάν
Νικολή. Βάλε λίγο ακόμα», τον κτύπησε στην πλάτη ο ιππότης. «Και πες μας την
πιο τρελή σου ιστορία».
Ο καπετάνιος ξαναβρέθηκε
στο τώρα, οι σκέψεις έφυγαν απ’ το μυαλό του. Τα δακρυσμένα του μάτια
στέγνωσαν. Σηκώθηκε και πήγε προς τα βαρέλια. Σε λίγο ήρθε με μια κανάτα κρασί.
Πλησίασε το παράθυρο. Όλοι τον κοίταζαν και περίμεναν. Το ‘ξεραν πως οι
διηγήσεις του δεν είχαν ταίρι.
«Κάποτε», είπε
χαμογελώντας και ήπιε μια γουλιά κρασί αγναντεύοντας τη θάλασσα. «Στο πρώτο μου μπάρκο ακούτε τι έγινε. ………..»
Είχε πια ξημερώσει. Ο ήλιος φάνηκε στην
άκρη του ουρανού. Οι πρώτες του ακτίνες χύθηκαν πάνω στην θάλασσα κι εκείνη
διάφανη τον καλωσόρισε. Κάποια πουλιά πέταξαν, ένα τραγούδι ακούστηκε απ’ το
μικρό ταβερνάκι του καπετάν Νικολή. Η μέρα ξεκίνησε.
Copyright
© 2012 Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου
“All
rights reserved”
Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012
Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012
Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2012
διήγηση
Μια παράξενη καλοκαιρινή
Βραδιά
*
Ήμουν μικρή όταν άρχισα
να γράφω ημερολόγιο. Το ξεκίνησα κάποιο καλοκαίρι και από τότε δεν το άφησα
ούτε μια μέρα, πιστέψτε το. Είναι καθαρή συνήθεια, μου έγινε απαραίτητο. Κάθε
βράδυ πριν κοιμηθώ θα γράψω λίγες γραμμές, τα πιο σημαντικά γεγονότα εκείνης
της μέρας.
Τον περασμένο Αύγουστο
αποφασίσαμε με τις φίλες μου να πάμε λίγες μέρες διακοπών σε ένα νησάκι. Να
θυμηθούμε τα παλιά, τα χρόνια εκείνα τα ανέμελα, και να τα ξαναζήσουμε, έστω
για λίγο. Το ταξίδι ήταν υπέροχο, συναρπαστικό θα μπορούσα να πω. Δελφίνια μας
ακολουθούσαν ενώ από πάνω μας θαλασσοπούλια πήγαιναν κι έρχονταν καλώντας μας
να πετάξουμε μαζί τους. Ήμουν σίγουρη η νύχτα θα περνούσε γεμίζοντας τις
σελίδες του ημερολογίου μου. Στον προορισμό μας φθάσαμε αργά το απόγευμα. Τον
ήλιο τον συναντήσαμε να δύει καθώς πλησιάζαμε το λιμάνι. Βυθίστηκε μέσα στα
νερά αφήνοντας πίσω του ένα χρυσαφί χρώμα που έβαψε τη θάλασσα, τις αμμουδιές,
τους βράχους μέχρι που χάθηκε κι αυτό για να πάρει τη σειρά του ένα σκούρο μαβί
και να καλύψει τα πάντα. Τότε ξεκίνησε και η ζωή στο νησί. Η νυχτερινή ζωή.
Τα κλαμπ ασφυκτιούσαν
από νεολαία που χόρευε σε ρυθμούς ζωηρούς, ακόμα και στους δρόμους χόρευαν, λες
και κυνηγούσαν, μέσα απ’ τον χορό να φτάσουν όσο πιο κοντά μπορούσαν, μακρινά
όνειρα ή να τα ξεχάσουν για λίγο. Τα ταβερνάκια και τα ουζερί γεμάτα κόσμο
ακολουθούσαν κι αυτά το τρελό κυνηγητό του χρόνου. Μέσα στον κόσμο αυτόν
βρεθήκαμε κι εμείς να ζούμε το μεθύσι της ζωής. Ξημερώματα γυρίσαμε στο
ξενοδοχείο πιασμένες χέρι χέρι και τραγουδώντας, προσπαθώντας να αγκαλιάσουμε
το μέλλον που άγνωστο ανοιγόταν μπροστά μας σαν ένα πελώριο κομμάτι στέπας που
εμείς θα έπρεπε να βρούμε τον τρόπο να το καλλιεργήσουμε και ύστερα να
μαζέψουμε τους καρπούς. Η Λύδια θα έμενε στην Αθήνα, δούλευε σε μια μεγάλη
εταιρία, η Αλέκα θα πήγαινε στην Γερμανία να ζήσει με τον πατέρα της. Η Αλέκα
είναι παιδί χωρισμένων γονιών. Μετά τον θάνατο της μητέρας της πήρε τη μεγάλη
απόφαση, να φύγει απ’ την Ελλάδα. Εγώ πάλι θα συνέχιζα τις σπουδές μου στην
Αγγλία, ίσως και να έμενα εκεί, ανάλογα με την δουλειά που θα εύρισκα. Κάποια
στιγμή μας πέρασε η ιδέα πως ίσως να μη ξαναβρεθούμε πια. Σκέψεις πικρές,
λανθασμένες ή όχι, μπερδεύτηκαν με τις προσδοκίες μας, κάθε τι παλιό που μας
ένωνε θρυμματιζόταν μπροστά στο άγνωστο μέλλον, που σαν ανελέητος εχθρός
παραμόνευε το τέλος μιας φιλίας ετών.
Η άλλη μέρα πέρασε γρήγορα με μπάνια και
τρελούς περιπάτους και ήρθε η νύχτα αυτή τη φορά πιο ήρεμη από την προηγουμένη,
να μας συντροφεύσει. Η θάλασσα ήταν γαλήνια, το Αυγουστιάτικο φεγγάρι λαμπερό
έχυνε το ασημί του φως πάνω της και την έκανε να λάμπει ενώ ένας ασημένιος
μακρύς διάδρομος έφτανε ως την αμμουδιά. Ξυπόλυτη προχώρησα ως εκεί που τα νερά
της γλύφουν την άμμο, κυλούν πάλι προς τα πίσω και την αφήνουν να γυαλίζει. Εκεί
τον συνάντησα, δεν ξέρω ποιος ήταν, ούτε το όνομά του έμαθα. Κράτησε τα χέρια
μου μέσα στα δικά του και μου μίλησε για την ζωή, για κάθε τι όμορφο που
βρίσκεται μπροστά μας κι εμείς δεν το βλέπουμε. «Προσπερνάμε τις ομορφιές», μου
είπε «και ασχολούμεθα με τις πέτρες, τις φέρνουμε ανάμεσα στα δάκτυλά μας και
προσπαθούμε να τις συνθλίψουμε, άλλες διαλύονται, γίνονται χώμα κι άλλες μένουν
ανέπαφες. Μπερδευόμαστε μέσα στη δύνη των γεγονότων και χάνουμε την ουσία της
ζωής. Δίνουμε σημασία σε γεγονότα που δεν θα πρέπει να μας αγγίζουν. Φοβόμαστε…
Ποιους; Ο εχθρός είμαστε εμείς και η αγάπη φεύγει, ξεγλιστρά και χάνεται στον
μαύρο απέραντο ουρανό». Κοίταξα προς τα πάνω, ήταν γεμάτος αστέρια, που όλο
πλήθυναν μέχρι που στο τέλος σκέπασαν τελείως το μαύρο του χρώμα.
Μια αχτίδα ήλιου
χάιδεψε τα βλέφαρά μου. Άνοιξα τα μάτια μου και βγήκα στο μπαλκόνι. Κοίταξα
προς τη θάλασσα, ακριβώς εκεί που τον συνάντησα. Δεν ήταν κανείς. Πήρα το
ημερολόγιό μου κι άρχισα να γράφω γι αυτή την περίεργη συνάντηση. Γύρισα
κάποιες σελίδες πιο μπροστά… ήταν παντού, σε κάθε μου λέξη, σε κάθε γραμμή,
πολύ πριν τον γνωρίσω.
Χαμογέλασα!
Copyright
© 2012 Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου
“All
rights reserved”
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
.png)